Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Νίκη Μουντράκη: ένα διήγημα

Πέμπτη απογευματινή

 

Γύρισαν τσακισμένοι. Το βαπόρι κουνούσε όλο το βράδυ και το χάραμα εκμίσθωσαν μια άμαξα. Μετά από πολλές καθυστερήσεις, επιτέλους έφτασαν στο σπίτι τους. Κανείς δεν απάντησε στο επίμονο χτύπημα του κουδουνιού. Σπρώξανε δυνατά με το πόδι και η ξύλινη πόρτα άνοιξε διάπλατα. Στο χωλ, όλα ήταν στη θέση τους. Το πορτραίτο του παππού, έφιππος στο μαύρο του άτι, ο χρυσός καθρέπτης με την κονσόλα από καρυδιά, η ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο και σε κάθε πάτημα έτριζε.

Από το σαλόνι ακουγόταν το πένθιμο εμβατήριο του Μπετόβεν. Πέμπτη απογευματινή και το τσάι θα το σέρβιραν, όπως πάντα στην ώρα του. Πέρασε από δίπλα τους η υπηρεσία με το τρόλεϊ. Στο πάνω μέρος, το σερβίτσιο Royal Albert από λευκή πορσελάνη με ροζ ανθάκια: η τσαγιέρα, τρία φλυτζάνια, η ζαχαριέρα. Τρία μόνο φλυτζάνια; Η μητέρα πάντα καλούσε κόσμο. Στο κάτω ράφι, ένα μεγάλο κέικ καρότου με λευκό γλάσο και αλμυρά σνακ. “Τα σέβη μας αγαπητή Μαρία” τη χαιρέτησαν εγκάρδια, αλλά εκείνη έδειξε να μην τους αναγνωρίζει και συνέχισε τον δρόμο της. Την ακολούθησαν στο σαλόνι. Ο πατέρας, στην αγαπημένη του μπερζέρα, διάβαζε το ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ. Η μητέρα, χλωμή και αδυνατισμένη, στον μεγάλο τριθέσιο καναπέ, ξήλωνε ένα πουλόβερ. Και η μικρή Έλενα, κοτζάμ κοπέλα τώρα πια, καθόταν στο πιάνο. Στο απογευματινό φως στραφτάλιζε ο κρυστάλλινος πολυέλαιος και οι κουρτίνες με το πλούσιο ύφασμα αδυνατούσαν να κρύψουν τον ήλιο. “Κιπούρ, η ναυαρχίδα της δαντέλας”, κοκορευόταν η μητέρα στις φίλες της. “Πατέρα, μητέρα, ήρθαμε!” Κανείς δεν έστρεψε το κεφάλι του, κανείς δε σηκώθηκε να τους αγκαλιάσει. “Ελενα, πόσο μεγάλωσες!” Κανείς. Λες και ήταν αόρατοι.

Πρώτος σερβιρίστηκε ο πατέρας. Έχωσε λαίμαργα ένα ψωμάκι με καβουρόψιχα και λεπτές φέτες αγγουριού στο στόμα του και συνέχισε το διάβασμα. Είχε υπηρετήσει τέσσερα χρόνια στην πρεσβεία του Λονδίνου και το απογευματινό τσάι τού ‘χε γίνει απαραίτητο. Η μητέρα δέχτηκε με ευχαρίστηση την αγγλική συνήθεια και προμηθευόταν τσάι γιασεμιού από γνωστό μπακάλικο στο κέντρο της Αθήνας – “ο Μάρκος, εδώδιμα και αποικιακά”. Σηκώθηκε, πέρασε από δίπλα τους και πήγε στο παράθυρο. Ο ήλιος έγερνε σιγά σιγά προς τη δύση του κι εκείνη άνοιξε διάπλατα τις κουρτίνες για να τρυπώσει το τελευταίο φως της ημέρας.

Περίμεναν μιαν άλλη υποδοχή. Δυο παλικάρια επέστρεψαν από τον πόλεμο, δυο αδέλφια, σώα και αβλαβή. Στράφηκαν στην αποθήκη να ξεφορτωθούν τα βρεγμένα άρβυλα και τις λερές χλαίνες. Η βαρύτητα είχε κάνει τη δουλειά της και ένα μεγάλο μέρος της οροφής είχε πέσει στο δάπεδο. Το μπαούλο με τα προικιά, το παλιό δρύινο σαλόνι, α, να και τα ποδήλατα που τους πήρε ο μπαμπάς μετά τις εισαγωγικές τους στο γυμνάσιο. Μικρά, κρυστάλλινα πιατάκια, ασημένια κουτάλια, πρόβαλλαν από το τζάμι του μπουφέ, όλα στη θέση τους, αχρείαστα και σκονισμένα. Πάνω στο έπιπλο -ποτέ δεν άρεσε στη μητέρα-, ένα ξύλινο μικρό κουτί. Περίεργο, βρισκόταν πάντα στη βιβλιοθήκη. Ο Κωνσταντής φύσηξε τη σκόνη και το άνοιξε. Τα γράμματά τους, τα γράμματα από τη Φιλιώ – αγαπημένε μου, του έγραφε. Δύο εισιτήρια και δύο φυλαχτά. Δυο κωνσταντινάτα με χοντρή, μακριά αλυσίδα. Τους τα ‘χε χαρίσει η θεία Μυρσίνη, πριν φύγουν για το μέτωπο. Το χέρι του αυτόματα πήγε στο στήθος του, μα έπιασε μοναχά το γυμνό του δέρμα. Και τα εισιτήρια; Τι στο καλό! Τα εισιτήρια ήταν αυτά που τους είχε στείλει ο πατέρας για να φύγουν από τη Σμύρνη, όταν κατέρρεε το μέτωπο. Έψαξε βιαστικά στην τσέπη του παντελονιού του. Μάταια. Θυμόταν πολύ καλά. Όταν ανέβηκε στο πλοίο, τον έλεγξαν και το σχισμένο εισιτήριο το κράτησε. Μα πάλι;

Από το σαλόνι ακουγόταν χωρίς διακοπή το πένθιμο εμβατήριο του Μπετόβεν.
*”Ολάκερη νύχτα με τα σφιγμένα δόντια του στραμμένα κατά την πανσέληνο”, του ‘ρθε συγκεχυμένα ένας στίχος. “Πλάι σ’ έναν σφαγιασμένο σύντροφο…”. Άγγιξε ασυναίσθητα τον λαιμό του. Έπειτα κοίταξε τη ματωμένη φανέλα του Γιώργη. Όλα ήταν ξεκάθαρα πια. Δεν είχαν πάρει ποτέ εκείνο το βαπόρι.

 

* Στίχοι από το ποίημα του Giuseppe Ungaretti “αγρύπνια”

 

 

 

Βιογραφικό σημείωμα
Η Νίκη Μουντράκη γεννήθηκε στις Στάβιες Ηρακλείου Κρήτης. Απόφοιτη της φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και της σχολής Ξεναγών Κρήτης. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και στον ηλεκτρονικό τύπο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.