Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Παναγιώτης Βλάχος: Πάνος Τσερόλας,  Όσα επιστρέφουν από τη θάλασσα, Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Ένα βιβλίο για τη γενιά των millennials;

 

Το «Όσα επιστρέφουν από τη θάλασσα», είναι η ιστορία του Μάρκου και της Άννας. Δύο νέων ανθρώπων που συναντήθηκαν το 2004 στην Πάτρα ως φοιτητές και ο αφηγηματικός της χρόνος τελειώνει το 2019 στην Αθήνα. Στο φόντο της δικής τους ιστορίας υπάρχει ταυτόχρονα η σύγχρονη ιστορία αυτής της χώρας. Ας πούμε από την περίοδο της φαινομενικής ευδαιμονίας και χαράς, μέχρι τις αρχές της πανδημίας. Ο συγγραφέας επιλέγει να καρφιτσώσει την πινέζα στον χάρτη του χρόνου σε συγκεκριμένες στιγμές. Το 2004 στο γκολ του Χαριστέα, το 2008 στη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, το 2012 στον Ιούνη των αγανακτισμένων, το 2015 στο δημοψήφισμα και τον επίλογο στις αρχές της πανδημίας. Το σκηνικό έχει στηθεί.

Υπάρχει ωστόσο ο πρόλογος. Η ζωή τους πριν τη συνάντηση.

Ο πατέρας του Μάρκου, τραπεζικός στο επάγγελμα, χειμερινός κολυμβητής, κάποιον Νοέμβρη μπαίνει στην θάλασσα να κολυμπήσει και από εκείνο το σημείο εξαφανίζεται. Η οικογένεια, το κάθε μέλος της, στέκεται με τον τρόπο του απέναντι στο τραύμα της απώλειας, συμβιβάζεται με την απουσία. Θεωρείται πεθαμένος. Θάβουν ένα άδειο φέρετρο. Ο Μάρκος είναι στην εφηβεία. Δεν αποδέχεται το γεγονός της απώλειας, την επίσημη εκδοχή. Τον θεωρεί αγνοούμενο, φτιάχνει θεωρίες. Ζει με την εικόνα. Σκηνοθετεί την εικόνα για τη στιγμή που ο πατέρας θα ανοίξει την πόρτα και θα μπει στο σπίτι. Ερωτευμένος με τον κινηματογράφο, αποφασίζει συνειδητά και ασυνείδητα να φτιάξει ένα ντοκιμαντέρ για τον πατέρα του. Θα είναι ένα ντοκιμαντέρ αναζήτησης. Για να ανασυστήσει τον δικό του πατέρα. Να του προσδώσει περιεχόμενο. Ζωή. Να πάψει ο πατέρας να αποτελεί αποκλειστικά ένα σύμβολο απουσίας. Κατασκευάζει την δική του Τηλεμάχεια. Και την δική του σχέση με τη θάλασσα. Ο Μάρκος λοιπόν αναμένει μία επιστροφή. Μια επιστροφή από τη θάλασσα. Αλλά όπως συλλογίζεται αργότερα στην πορεία της αναζήτησης του πατέρα, «από την θάλασσα επιστρέφουν μόνο οι ταξιδευτές των μύθων και τα μπουκάλια που ρίχνουμε», και επίσης, «κατά κάποιο τρόπο η θάλασσα κατάπιε την ιστορία που ήθελα να πω. Αλλά η θάλασσα ξέβρασε και τις ιστορίες που προέκυψαν». Η Άννα μεγάλωσε με τα στερεότυπα μιας νεαρής μεσοαστής: σχολείο, πιάνο, γαλλικά, μπαλέτο. Και με προσδοκίες. Και ήταν σε όλα καλή, «αλλά όταν είσαι καλή υπάρχει ο κίνδυνος να σε βάλουν να αριστεύσεις». Έρωτάς της είναι ο χορός. Ωστόσο δεν ευδοκιμεί. Το δικό της τραύμα φαινομενικά είναι ο ώμος. Σε μια υπερπροσπάθεια στο μπαλέτο τραυματίζεται, γεγονός που δεν της επιτρέπει πλέον να ασχοληθεί σοβαρά με αυτό που αγαπάει. Από τότε μισεί και το μπαλέτο και την αριστεία.

Από τη στιγμή που συναντιούνται ως φοιτητές υπό βροχή στην Πάτρα, ο Μάρκος και η Άννα θα είναι εσαεί ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο. Κάνουν έρωτα, συνομιλούν για τον κόσμο, για τις ζωές τους, δυσκολεύονται ωστόσο να πουν «σ’ αγαπώ». Και όταν ο ένας το λέει, ο άλλος απομακρύνεται. Ο Μάρκος σκέφτεται για την Άννα και η Άννα για τον Μάρκο. Ο Μάρκος σκέφτεται για τον εαυτό του και η Άννα για τον δικό της. Κάποιες φορές στην πορεία του χρόνου συνομιλούν με ειλικρίνεια. Σε όλες τις εκδοχές ενός φινάλε φαίνεται να έχουν χάσει την ευκαιρία τους να είναι μαζί. Στο βιβλίο υπάρχουν τέσσερα δυνητικά σενάρια τέλους και ένα οριστικό αν και ανοιχτό. Ο Μάρκος και η Άννα θα είναι πάντα μαζί για λίγο. Θα καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, θα τον κατανοούν βαθιά, αλλά… Θα υπάρχει πάντα ένα αλλά. Τι είναι εκείνο που εν τέλει ακόμη και αν κατανοούν τόσο βαθιά ο ένας τον άλλον τους εμποδίζει να είναι μαζί; Ποιος δεν μπορεί να κάνει την υπέρβαση; Ή μήπως έχουν κατανοήσει πως μόνο χώρια μπορεί να ζήσει ο συγκεκριμένος έρωτας; Μήπως εν τέλει αυτό το φύγε και έλα της Άννας με τον Μάρκο αποτελεί το ασυνείδητο παιχνίδι της επιθυμίας της για να παραμένει ζωντανή;

Σκέφτομαι πως ο συγγραφέας δεν επιφύλαξε την καλή μοίρα για την Άννα. Ίσως ηθελημένα. Ίσως ήθελε να μας πει καλυμμένα, πως είναι δύσκολο να είσαι γυναίκα σε αυτό τον τόπο. Πώς εμφανίζεται η Άννα σε όλο το βιβλίο; Σπουδάζει και τελειώνει με καθυστέρηση τις σπουδές στην Πάτρα. Ασχολείται ενεργά με τους φοιτητικούς συλλόγους, εξελίσσεται σε ένα πολιτικό στέλεχος που δυνητικά θα μπορούσε να έχει και θεσμικό ρόλο. Ένας καριερίστας στο πολιτικό σκηνικό. Τι την χαρακτηρίζει; Ο ενθουσιώδης ορθολογισμός, «δεν επέτρεπε στον εαυτό της να αφήσει ένα σταυρόλεξο ασυμπλήρωτο ακόμη και αν έπρεπε να καταφύγει στο λυσάρι … όχι για να κλέψει, αλλά για να ανακτήσει τη σιγουριά ότι όλο αυτό λυνόταν … δεν ήταν μια παρτίδα χαμένη». Και η μη δυνατότητά της να διευθετήσει τα τερτίπια της επιθυμίας της. Οι σχέσεις της καταλήγουν να είναι βαρετές για την ίδια, να τις ερμηνεύει ως μία προσπάθεια να την οδηγούν διαρκώς στην αριστεία. Παίζει το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι με τον Μάρκο. Όταν βρίσκει εργασία σε μία εταιρεία για ΑΠΕ ακόμη και εκεί δηλώνει τη δυσφορία της. Την Άννα διαρκώς κάτι την μπλοκάρει. Για όλους ωστόσο έρχεται κάποια στιγμή να επανεξετάσουν την απάντηση που έχουν δώσει στην πιο θεμελιακή φαντασίωση. Στο τι θέλει ο άλλος από μένα και στο τι είμαι εγώ για τον άλλον. Να τοποθετηθεί με νέους τρόπους στη ζωή. Η στιγμή για την Άννα παρουσιάζεται στο κατώφλι των τριάντα με σημάδι μία κρίση πανικού. Και αποδομεί η ίδια ό,τι την συγκροτεί. Ψηλαφεί την εσωτερική μοναξιά της στο πλήθος των γνωριμιών της και των λίγων επιλογών της.

Περισσότερο κοινωνικά μοναχικός από την Άννα, ο Μάρκος διανύει το δικό του δρομολόγιο. Η απουσία του πατέρα, στη συνέχεια η δική του προσπάθεια για την εκ νέου κατασκευή του, κρατά πάντα ανοιχτό τον δρόμο στην επιθυμία του. Αν και με παλινωδίες, με αντιφάσεις και με εσωτερικές συγκρούσεις, θα κατανοήσει πως το να σκηνοθετεί είναι κάτι περισσότερο από το να φτιάξει ένα ντοκιμαντέρ για τον πατέρα που λείπει. Δεν αποτελεί μόνο το μέσο για την αυτογνωσία, αλλά κυρίως πως είναι το δικό του μέσο να υπάρχει και να συμμετέχει στον κόσμο. Συνειδητοποιεί σε τελευταία ανάλυση πως σε όλα τα σενάρια που έφτιαξε σε κανένα δεν έκανε κακό η θάλασσα. Στην πορεία του θέλει την Άννα μαζί και όταν εκείνη το αρνείται πληγώνεται, δυσφορεί, αλλά συνεχίζει. Και την κουβαλά πάντα μαζί του.  

Η δυναμική της πορείας του Μάρκου και της Άννας πλαισιώνεται από τη δυναμική των άλλων χαρακτήρων στο βιβλίο. Των φίλων και της οικογένειας. Που είναι διακριτοί. 

Προσπάθησα να κατανοήσω μέσα από την οπτική του συγγραφέα αυτή τη γενιά. Τη γενιά που γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Τους millennials. Σήμερα θα κινούνται γύρω από τα σαράντα. Το 2004 θα ήταν κοντά στα είκοσι. Και φοιτητές. Αν κοιτάς τον κόσμο από την οπτική μιας Αριστεράς έχεις να αντιμετωπίσεις σχόλια όπως για «γενιές που δεν ξέρουν τι θέλουν και βαριεστημένα νιάτα που αντιδρούν για να αντιδρούν» ή όπως «η γενιά της μεταπολίτευσης έχει παραδώσει τη σκυτάλη στη γενιά της τηλεόρασης και του καναπέ». Δίνεις δεν δίνεις σημασία προσπαθείς να φανταστείς ή να φαντασιωθείς τον ρόλο της δικής σου γενιάς. Σαν κάτι το ξεχωριστό, σαν συνεχιστής. Αν δεν το κοιτάς από την οπτική της Αριστεράς ακολουθείς το τέμπο της εποχής έχοντας τη βαθιά πίστη πως όλα ρυθμίζονται με κάποιον τρόπο και χωρίς πολλές – πολλές σκοτούρες. Ζουν, όπως στο σύνολό της η ελληνική κοινωνία, τη μεγάλη ρωγμή του Δεκέμβρη του 2008. Είναι στα είκοσι τέσσερα. Από το 2010 και μετά ζουν τον πυκνό χρόνο των μνημονίων, γεγονότων, επιλογών, διαψεύσεων, ακυρώσεων, πανδημίας. Ζουν διαρκώς σε καθεστώς εξαίρεσης. Και η πραγματικότητα της πραγματικότητας δεν αφορά την οπτική με την οποία προτιμάς να κοιτάζεις τον κόσμο. Τους αφορά όλους. Κάποιοι βέβαια ξεφεύγουν από την εξαίρεση. Κάποιοι άλλοι στο ενδιάμεσο πιθανόν να έχουν φωνάξει «διψάω για μέλλον, για μέλλον, για νέα οράματα». Έχουν φτάσει ήδη στα σαράντα. Το ενδιαφέρον σε αυτή την πορεία του χρόνου γι’ αυτή τη γενιά δεν είναι τόσο οι ψαλιδισμένες ή μη προσδοκίες ζωής. Υπάρχουν πάντα περίοδοι στην ιστορία που ένας κυρίαρχος Λόγος είτε σε κρίση, είτε σε άνθιση, θα οδηγεί τους ανθρώπους σε αδιέξοδα. Είναι η συγκρότηση μιας υποκειμενικότητας σε μια περίοδο που συνυπάρχουν η ευρεία διάδοση και εφαρμογή της τεχνολογίας, η καταναλωτική επιταγή της απόλαυσης (είναι καθήκον σου να απολαύσεις), η αποδόμηση του πολιτικού λόγου ως κοινωνικού δεσμού, ο νεοσυντηρητισμός, η βιομηχανία του έρωτα, το καθεστώς εξαίρεσης. Η καταγωγή του καθενός, δηλαδή αναγνώσεις, απόψεις, συναντήσεις, φαντασιώσεις, προσδοκίες, πώς λειτουργούν στην πορεία αυτής της γενιάς για τη συγκρότηση μιας κάποιας υποκειμενικότητας; Υποκειμενικότητας και όχι ατομικισμού. Ή οδηγούν στον ατομικισμό; Είναι ένα ενδιαφέρον ψηφιδωτό. Στο βιβλίο υπάρχουν διάσπαρτες ψηφίδες. 

Το «Όσα επιστρέφουν από τη θάλασσα», είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο που επιδιώκει να ισορροπήσει ανάμεσα στα εσωτερικά τοπία των χαρακτήρων και στα γεγονότα μιας περιόδου. Φλερτάρει με τη μελαγχολία, αλλά δεν την ερωτεύεται. Οι δύσκολοι έρωτες είναι γενναιόδωροι με τη ζωή. Απαιτούν τη χαρά της ζωής για να ευδοκιμήσουν. Και στο βιβλίο υπάρχει μπόλικη. Είναι γεμάτο από νεότητα. Όχι μόνο αυτής της γενιάς. Όλων μας.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.