Loading...
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρώτη Ύλη

Παυλίνα Παμπούδη: Από το Η ΧΑΡΤΙΝΗ ΖΩΗ (προδημοσίευση)

Η Κλεάνθη καθόταν άπραγη στη μεγάλη της πολυθρόνα με το γατί Γατί στα γόνατα. Το Γατί, που ήταν στην ίδια ακριβώς γκρίζα απόχρωση της ρόμπας της, είχε  πάντα την ίδια ακριβώς γκρίζα διάθεση με την κυρά της.

Κανονικό όνομα δεν είχε. Καμιά φορά η Κλεάνθη το αποκαλούσε «Κακορίζικο»…

Έτσι και τώρα. «Έλα, Κακορίζικο, κατέβα μπλιο από πάνω μου, πιάστηκα…» του είπε. Το Κακορίζικο δεν σάλεψε.   

Η Κλεάνθη αναστέναξε. Συνέχισε να σκέφτεται την κόρη της, την Έλλη.

Είχε περάσει μια στιγμή το πρωί, φουρ φουρ, ούτε δυο κουβέντες δεν αντάλλαξε με τη μάνα της, κι αυτές, μες στα νεύρα. Σφουγγάρισε στα γρήγορα την κουζίνα, πήρε τα άπλυτα κι έφυγε βροντώντας την πόρτα. Ήθελε να προλάβει να βάλει άλλο ένα πλυντήριο και να σιδερώσει.  Αλλά της είχε φέρει και σκαλτσούνια με ανθότυρο επιθυμήσει. Είχε φτιάξει και πουτίγκα για τον Αντώνη και για τη μικρή.

Η κακορίζικη η Έλλη, ακόμα και τις Κυριακές που δεν είχε γραφείο πρωί –απόγευμα, κι έλειπε και ο άντρας της στη Χαλκίδα-, δε στεκόταν λεπτό, πώς να μην είναι πάντα μες στα νεύρα; Έπρεπε να κάνει τις δουλειές που είχαν μαζευτεί όλη τη βδομάδα και στο δικό της σπίτι, αλλά και στο δικό τους. Μια ζωή ταλαιπωρία, κούραση και τρεχάλα. Ευτυχώς που έμεναν κοντά.

Η Κλεάνθη δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράματα πια. Δηλαδή, από νέα, ποτέ δεν μπορούσε, δεν ήξερε, δεν ήθελε: έφταιγε που ήταν μεγαλωμένη με τις δούλες. Αλλά  κι η εγγονή της, το ίδιο, κι ας μην είχε μεγαλώσει με δούλες.  Είχε πάρει από τη γιαγιά της κι όχι από τη μάνα της – η Ηρώ, μπορεί να είχε όλα τα ελαττώματα του κόσμου, ήταν όμως πολύ νοικοκυρά. Η μικρή καθόλου. Όλη μέρα με τα μαθήματα κι όλο το βράδυ με τις παρέες… Κι αυτή για ένα ύπνο μόνο ερχόταν στο σπίτι, όπως κι ο πατέρας της. Οι τρεις τους ήταν μια παράξενη οικογένεια. Αν δεν υπήρχε κι η Έλλη να τους κρατά σε κάποιο λογαριασμό…

Η Κλεάνθη θυμήθηκε μ’ ένα αχνό χαμόγελο την προηγούμενη Κυριακή, τη μέρα της Απογραφής.

«Ποιοι ζουν εδώ;» είχε ρωτήσει ο υπάλληλος, που βρήκε σ’ ένα μεγάλο, στοιχειωμένο σπίτι μια γριούλα μόνη.

«Εγώ, ο γιος μου και η εγγονή μου. Οικογενειακή κατάσταση; Άγαμοι και οι τρεις» του είχε απαντήσει, κι ο άνθρωπος έμεινε άφωνος.

Μάλλον θα πίστεψε πως η αξιοσέβαστη κυρία τα έχει λίγο χαμένα.

Καθόλου δεν τα είχε χαμένα: έτσι ήταν, και οι τρεις τους ζούσαν σαν εργένηδες…

Δεν ήταν βέβαια ακριβώς «άγαμοι». Αλλά, η Κλεάνθη είχε πάρει το 1925 διαζύγιο από τον Μωυσή – κάτι πολύ τολμηρό για την εποχή της-, και ο γιος της, ο Αντώνης,  βρισκόταν από το 1960 σε διάσταση με την Ηρώ. Όσο για την μοναχοκόρη τους, αυτή είχε δηλώσει από πολύ μικρή πως δεν θα παντρευόταν ποτέ. Και καλά θα έκανε. 

 

Ακούστηκαν βήματα να πλησιάζουν κι η Κλεάνθη έστρεψε τα μισότυφλα μάτια της προς το άνοιγμα της πόρτας.

«Εσύ είσαι Αντώνη;» ρώτησε.

«Εγώ είμαι, γιαγιά» είπε η εγγονή της πλησιάζοντας. «Κοίτα να δεις τι βρήκα σήμερα στο Μοναστηράκι…». Της έβαλε στα χέρια ένα βιβλίο, ενοχλώντας το γατί Γατί που επιτέλους αναγκάστηκε να μετατοπιστεί κάπως.

 «Τι είναι;» ρώτησε η Κλεάνθη.

«Το «Κρήτη Παλαίουσα». Υπό Αντωνίου Βορεάδου. Έκδοση 1912…»

Η Κλεάνθη έδειξε να ζωηρεύει λίγο.

«Α, του μπαμπά μου» έκανε. Χάιδεψε το παλιό βιβλίο και, μετά, πασπάτεψε λίγο το ενοχλημένο γατί Γατί.

Στο δωμάτιό της είχε κρεμασμένο ένα μεγάλο κάδρο με τη σκοτεινή  φωτογραφία του πατέρα της. Σαν εικόνισμα.

«Ήταν λοιπόν και συγγραφέας ο προπάππους μου… Από αυτόν το κληρονόμησα, ε;» είπε παιχνιδιάρικα η μικρή.

Είχε ήδη εκδώσει κι εκείνη δυο βιβλία. Ένα πρωτόλειο – με ψευδώνυμο το επίθετο της γιαγιάς της και ένα κανονικό, με το δικό της όνομα.

«Πες μου γι αυτόν, πες μου για την Κρήτη, ποτέ δεν μου λες τίποτα…» συνέχισε σκαρφαλώνοντας στο μπράτσο της πολυθρόνας.

Το γατί Γατί εκνευρίστηκε ακόμα περισσότερο και έκανε χχχχ.

«Μεγάλος άνθρωπος ήταν…» είπε άτονα η Κλεάνθη. «Έχει πουτίγκα στο ψυγείο. Σου τηλεφώνησε η μαμά σου, να μην πας λέει σπίτι της την Τετάρτη που είπατε, θα  πάει Χαλκίδα, την ξέρεις την Ηρώ, λέει και ξελέει…».

Τα είπε όλα μαζεμένα  – και δεν ξαναμίλησε.

 

Η γιαγιά ήταν πάντα έτσι:  άτονη, απόμακρη, κλεισμένη στις σκέψεις της, στο όστρακο της.  

 

………………………………………………………………………………..

 

Πολλά χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατό της,  η εγγονή άνοιξε το χαρτόκουτο με την ένδειξη ΠΡΟΣΟΧΗ! που η Κλεάνθη μετακόμιζε από σπίτι σε σπίτι και το ασφάλιζε στην εκάστοτε ντουλάπα της. Ήταν γεμάτο έγγραφα.

Είχε ήδη ανοίξει και το σιδερένιο κουτί με τον διπλό πάτο του πατέρα.

Μετά,  τελευταίο, άνοιξε και το κρυφό συρτάρι στην τουαλέτα της μητέρας.

Και οι δυο είχαν φυλάξει όλη την αλληλογραφία τους.  

 

Τώρα, στο τέλος του αιώνα, εκείνη, η τελευταία αποδέκτης, είχε στα χέρια της την  χάρτινη ζωή των προγόνων της, γνωστών και άγνωστων: ντοκουμέντα, επιστολές,   στοιχεία.

Ο ένας πρόπαππος ήταν λόγιος και πολιτικός, ο άλλος, τοκογλύφος. Ο ένας παππούς, τυχοδιώκτης, ο άλλος, δολοφόνος. Ο πατέρας, ιδεολόγος.  Και οι γυναίκες και των δυο οικογενειών, όλες, βασανισμένες. 

Οι μικρές τους ιστορίες, οι παρασυρμένες στον ρου των μεγάλων γεγονότων, θα μπορούσαν να συντεθούν σε μια μικρογραφία της Ιστορίας του τόπου, σε ένα ιδιωτικό χρονικό του αιώνα, σκέφτηκε.

 

Θα προσπαθούσε να ανασυστήσει  το παζλ, κι ας έλειπαν τεράστια κομμάτια. Θα έβαζε μέσα ως συνδετική ύλη μερικές αφηγήσεις από αυτόπτες μάρτυρες που είχε σώσει και, εμβόλιμα, ιστορίες δικές της, που θα την βοηθούσαν να τις συνθέσει τα κηδεμονικά φαντάσματα αυτών των προγόνων.

Δεν ήξερε ακριβώς γιατί, έπρεπε όμως να το κάνει.

One comment
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.