Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Παυλίνα Παμπούδη: μισό σενάριο

       ΜΟΝΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

  

ΣΚΗΝΗ α΄

 

 

(Η σκηνή σε περίεργη καφετέρια – μπαρ: Υπάρχουν γύρω ράφια με βιβλία, ράφια με σι ντι και δίσκους βινυλίου, ράφια με είδη μπακαλικής, καθώς και πολλά λουλούδια – μπουκέτα και γλάστρες. Μουσική τζαζ μεσοπολέμου. Πίσω απ’ τον πάγκο, του μπαρ ο ΤΖΕΗΚ σκουπίζει ποτήρια. Ο ΑΡΗΣ στολίζει με λουλούδια ένα ανθοδοχείο. Στο χώρο βρίσκονται πέντε – έξι παράταιρα τραπεζάκια, με παράταιρες παλιές καρέκλες, σκαμπό, ακόμα και μπερζέρες, και παράταιρες λάμπες με αμπαζούρ.

Στο ένα κάθονται δυο κοπέλες, η ΧΡΥΣΗ και η ΦΡΟΣΩ και κουβεντιάζουν ζωηρά, στο άλλο ένας μοναχικός κύριος, ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ, που είναι βυθισμένος στην ανάγνωση ενός βιβλίου.

Στο τρίτο κάθεται ο ΚΙΜΩΝ, εμφανώς αναστατωμένος. Κοιτάζει ανυπόμονα προς την πόρτα. Μπαίνει η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Πετάγεται όρθιος.)

 

 

ΚΙΜΩΝ: Μαργαρίτα, Μαργαρίτα, πρέπει να σου πω κάτι…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: (Επιθετικά): Καλησπέρα και σε σένα, Κίμων μου…Μια χαρά, εσύ;…Ναι, έβαψα τα μαλλιά μου κόκκινα…(Κάθεται). Το ξέρω πως δεν σ’ αρέσουν…Τι παράξενο μαγαζί…Θα πιω ένα χυμό..

 

ΚΙΜΩΝ: (χαζά): Χυμό;

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: (χαμογελά ξινά): Με κάλεσες για ένα ποτό, νομίζω.

 

ΚΙΜΩΝ: Ναι, ναι! (Κάνει νεύμα πάνω απ’ το κεφάλι του). Θέλω –

 

(Έρχεται ο ΑΡΗΣ. Χαμογελαστός, προσφέρει μια γαρδένια στη Μαργαρίτα): Ένα λουλούδι για την κυρία…Έχουμε εξαιρετικά άνθη, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά μετά…Τι θα θέλατε;

 

ΚΙΜΩΝ: (στη Μαργαρίτα, αλλά κοιτάζοντας προς τον σερβιτόρο): Κάτι σκέφτηκα…

 

ΑΡΗΣ: Σας ακούω…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Εσύ να σκεφτείς; Αποκλείεται..

 

ΚΙΜΩΝ🙁στο σερβιτόρο): Ένα χυμό!

 

ΑΡΗΣ: Μάλιστα. Τι χυμό;

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Ακούω…

 

ΑΡΗΣ: Παπάγια, μάγκο; Ντομάτα, ίσως;

 

ΚΙΜΩΝ: Πορτοκάλι!

 

(Ο ΑΡΗΣ φεύγει.)

 

ΚΙΜΩΝ: (αρπάζοντάς της τα χέρια): Άκουσέ με!

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Θέλεις να μου πεις για το οικόπεδο;

 

ΚΙΜΩΝ: Όχι, όχι…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Αν είναι για τη μαμά μου, μην κάνεις τον κόπο. Τα’ χουμε πει αυτά.

 

ΚΙΜΩΝ🙁κομπιάζει): Κοίτα… Μαργαρίτα… Εγώ…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Όχι!

 

ΚΙΜΩΝ: Τι όχι;

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Όχι σε όλα!

 

ΚΙΜΩΝ: Μα δεν άκουσες τι θέλω να σου προτείνω!

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Όχι. Είμαι κάθετη!

 

ΚΙΜΩΝ🙁κάπως μελαγχολικά): Πάντα ήσουν… Και «ναι» έλεγες μόνο όταν ήσουν οριζόντια…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: (σηκώνεται θυμωμένη):Θέλεις να φύγω;

 

ΑΡΗΣ: Ο χυμός σας…

 

(Ξαφνικά, εισβάλλουν στο μαγαζί δυο τύποι με κράνη που τους κρύβουν το πρόσωπο. Ο ένας βγάζει όπλο.)

 

Α΄ ΛΗΣΤΗΣ: (με φωνή πνιγμένη πίσω από το κράνος): ΑΚΙΝΗΤΟΙ! ΛΗΣΤΕΙΑ!

 

(Όλοι παγώνουν. Οι ληστές με την απειλή του όπλου, αφαιρούν τις τσάντες από τις γυναίκες, χαρτοφύλακες, κοσμήματα και κινητά, τους σηκώνουν όλους και τους αναγκάζουν να υποχωρήσουν προς το πίσω μέρος του μαγαζιού. Ο ληστής που δεν κρατά όπλο αρπάζει και το χυμό από το δίσκο που κρατά ο ΑΡΗΣ, τοποθετεί το καλαμάκι στο άνοιγμα του κράνους και πίνει με απόλαυση.)

 

Α΄ΛΗΣΤΗΣ: Πού είναι η τουαλέτα;

 

ΤΖΕΗΚ: (τρέμοντας): Κάτω… Μια στιγμή να σας δώσω χαρτί υγείας…Έχει τελειώσει…

 

Α΄ΛΗΣΤΗΣ: (άγρια): Όλοι κάτω!

 

(Όλοι κατεβαίνουν κουτρουβαλιαστά τη σκάλα.

 

 

………………………………………………………………………..

 

 

ΣΚΗΝΗ β΄

 

 

(Επτά άνθρωποι στριμωγμένοι στο εσωτερικό μιας τουαλέτας. Το φως είναι αμυδρό.)

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Ααα!

 

ΟΛΟΙ: Σσστ!

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Με ξενυχιάσατε!

 

ΧΡΥΣΑ: Συγνώμη! Πήγα να πηδήξω!

 

ΤΖΕΗΚ: Φρόνιμα! Όχι πηδήματα εδώ!

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Τι Σσς; Έχουν φύγει πια. Δεν ακούγονται. Να φωνάξουμε όλοι μαζί –

 

ΑΡΗΣ: Δεν πρόκειται ν’ ακουστούμε. Είμαστε στο υπόγειο…

 

ΧΡΥΣΑ: Να πηδήξω; Θα μπορούσα να φτάσω τον φεγγίτη… Πού βλέπει αυτός ο φεγγίτης;

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Βλέπει στον ακάλυπτο;

 

ΑΡΗΣ: Όχι… Έχουμε κάνει κάτι μικροδιαρρυθμίσεις. Βλέπει στην κάβα.

 

ΦΡΟΣΩ: Και η κάβα;

 

ΤΖΕΗΚ: Πουθενά. Είναι τυφλή.

 

ΑΡΗΣ: Και κουφή. Έχει ηχομόνωση

 

ΚΙΜΩΝ: Ηχομόνωση;

 

ΤΖΕΗΚ: Ναι, με αυγοθήκες. Τη χρησιμοποιούμε και ως στούντιο.

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Δηλαδή, δεν υπάρχει εξαερισμός! Αυτό είναι παράνομο!

 

ΦΡΟΣΩ: Είσαστε μουσικοί; Τι συναρπαστικό!

 

ΧΡΥΣΑ: Κι αν αργήσουν να μας ελευθερώσουν, τι θα γίνει;

 

ΑΡΗΣ: Ησυχάστε…Υπάρχει εξαερισμός. Βλέπετε αυτή τη σχάρα στο ταβάνι; Εξάλλου, δεν θ’ αργήσουν. Κάποιος θα μας πάρει είδηση. Θα δουν ανοιχτό το μαγαζί και ψυχή μέσα…

 

ΤΖΕΗΚ: Και θα μπουν και θα μας ρημάξουν!

 

ΑΡΗΣ: Τώρα πια…Μας έχουν ήδη ρημάξει…Θα έρθει, βέβαια, και η Μζία…

 

ΤΖΕΗΚ: Της είπες πως δεν την χρειαζόμαστε, να μην έρθει.

 

ΑΡΗΣ: Δεν έχεις παρατηρήσει πως έρχεται μόνο όταν δεν την χρειαζόμαστε;

 

ΤΖΕΗΚ: Τώρα όμως, τη χρειαζόμαστε…

 

ΑΡΗΣ (θριαμβευτικά): Ναι, αλλά εκείνη δεν το ξέρει! Θα έρθει, οπωσδήποτε.

 

ΚΙΜΩΝ (με περιέργεια): Τι είναι η Μζία; Γάτα;

 

ΤΖΕΗΚ: Γεωργιανή. Αεροναυπηγός. Πολύ άξια γυναίκα. Στην ουσία, αυτή κρατάει το μαγαζί…

 

ΦΡΟΣΩ: Πολύ ωραίο το μαγαζί σας. Πρώτη φορά έρχομαι, ξέρετε…Και η τουαλέτα, πεντακάθαρη. Ευτυχώς… Σας έχουν ξαναληστέψει;

 

ΤΖΕΗΚ: Είναι η τρίτη φορά.

 

ΧΡΥΣΑ: Και πάντα σας κλειδώνουν στην τουαλέτα μαζί με τους πελάτες;

 

ΑΡΗΣ: Όχι, πρώτη φορά έχουμε πελάτες. Είναι κάπως συντηρητική η γειτονιά…Βλέπουν κάτι καινούργιο κι ώσπου να το συνηθίσουν…

 

ΧΡΥΣΑ: Ναι, πράγματι, είναι πολύ πρωτότυπο μαγαζί…Πώς σας ήρθε η ιδέα;

 

ΤΖΕΗΚ:: Είναι ωραίο να έχεις ένα στέκι να μπορείς να πιεις ένα καφέ, να πάρεις ένα καλό βιβλίο, να διαλέξεις καλή μουσική, ν’ αγοράσεις λουλούδια, μετσοβόνε, παστουρμά από γκαμήλα… Λείπουν τέτοιοι Πολυχώροι. Γι αυτό το ονομάσαμε και ΑΝΚΑΒΙΣίΝΤΕ, από τα αρχικά: Ανθοπωλείο, Καφέ, Βιβλιοπωλείο, Σιντάδικο, Ντελικατέσεν.

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (με σφιγμένα δόντια): Τράβα τον αγκώνα σου από το στήθος μου!

 

ΚΙΜΩΝ (ντροπιασμένος): Τη μύτη μου έξυσα…

 

ΑΡΗΣ: Εγώ είμαι ανθοκόμος και ντράμερ, Άρης Καρυπίδης λέγομαι. Και ο φίλος μου ο Τζέηκ, είναι συγγραφέας και γευσιγνώστης.

 

ΤΖΕΗΚ: Τζέηκ Παπαδάτος.

 

ΧΡΥΣΑ: Χαίρω πολύ…Χρύσα Κορωναίου. Εγώ είμαι φυσιοθεραπεύτρια… Κάνω και βελονισμό και σιάτσου. Και η φίλη μου από εδώ, η Φρόσω, είναι αισθητικός και κομμώτρια.

 

ΦΡΟΣΩ: Φρόσω Μπιρμπίλη…Δεν μπορώ να σας δώσω το χέρι γιατί θα γαργαλήσω τον κύριο…

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ (ευγενικά): Παρακαλώ, παρακαλώ…

 

ΤΖΕΗΚ: Ενδιαφέρον…Άρη, τι θα ’λεγες; Θα μπορούσαμε να προσφέρουμε κι ένα μυοχαλαρωτικό μασάζ στο σβέρκο στον πελάτη που θα κάθεται ν’ απολαμβάνει το ποτό και τη μουσική του…Κι ένα κούρεμα, γιατί όχι; Ο σημερινός άνθρωπος δεν έχει χρόνο για τον εαυτό του…Οι συνδυασμοί επιβάλλονται…(στη ΦΡΟΣΩ): Κάνετε και μανικιούρ;

 

ΦΡΟΣΩ: Βεβαίως. Και πεντικιούρ, και χαλάουα… Ξέρω και από Ταρώ.

 

ΤΖΕΗΚ: Καταπληκτικό! Έχω μια ιδέα!

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Λένε πως οι καλύτερες ιδέες έρχονται στην τουαλέτα. Εγώ, πάντως, – να συστηθώ: Κίμων Χριστοφόγλου  -, είμαι ψυχαναλυτής. (με ελαφρά ειρωνικό ύφος): Τη δική μου ειδικότητα, μπορείτε να την αξιοποιήσετε εδώ;

 

ΤΖΕΗΚ: Ψυχαναλυτής! Καταπληκτικό! Βεβαίως…Άρη –

 

ΑΡΗΣ: Τζέηκ, άσε πρώτα να βγούμε από εδώ, να δούμε και τι μας έχει απομείνει, και μετά συζητάμε για επέκταση της επιχείρησης…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: (σε κατάσταση υστερίας): Πρέπει να βγούμε από εδώ!

 

ΚΙΜΩΝ: Μα να μας πάρουν κι όλα τα κινητά…

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Τουλάχιστον έχουμε νερό… Και τουαλέτα. Εσείς, δεν συστηθήκατε…

 

ΚΙΜΩΝ: Κίμων Παπαδάκης…Και η σύζυγός μου Μαργαρίτα Πρωτοπαπαδάκη…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: (απότομα): Πρώην!

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Ω! Και τι επαγγέλεσθε, αν επιτρέπετε;

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Αδιόριστη. (στον ΚΙΜΩΝ): Κίμων, θέλω να πάω στην τουαλέτα…

 

ΚΙΜΩΝ: Στην τουαλέτα είσαι Μαργαρίτα μου..

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Με τόσο κόσμο; Δεν μπορώ…(απελπισμένη): Θεέ μου! Τι ιδέα, να σε συναντήσω σήμερα! Αφού το ξέρω ότι είσαι πάντα σκέτη καταστροφή… Κίμων! Κάνε κάτι!

 

ΚΙΜΩΝ: Τι να κάνω; Υπομονή…(Στον ΕΥΓΕΝΙΟ): Εγώ είμαι ιδιωτικός υπάλληλος…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Άχρηστε!

 

ΚΙΜΩΝ: Μη μιλάμε πολύ γιατί θα μας σωθεί ο αέρας.

 

 

…………………………………………………………………….

 

 

(Μετά από ώρα. Προφανώς, έχει καεί ο λαμπτήρας. Τα πρόσωπα των εγκλωβισμένων φωτίζονται μόνο από το φως ασφαλείας.)

 

 

ΑΡΗΣ: Κάντε κουράγιο, παιδιά! Άλλη μια προσπάθεια!

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Αχ, όχι! Δεν αντέχω άλλο! Μ’ έχεις γεμίσει μώλωπες!

 

ΑΡΗΣ: Προσπαθώ να μη χτυπάω μόνο εσένα… Μα πρέπει να πάρω κάποια φόρα!

 

ΤΖΕΗΚ: Σταμάτα! Αυτή η πόρτα δεν σπάει με τίποτα. Και να σκεφτείς πως όλες οι υπόλοιπες είναι σπασμένες από μόνες τους…

 

ΧΡΥΣΗ: Μαργαρίτα, σήκω τώρα από τα πόδια του Κίμων, να καθίσει στη λεκάνη ο Ευγένιος, να κάτσω κι εγώ λίγο πάνω του…Είπαμε κάθε δέκα λεπτά ν’ αλλάζουμε.

 

ΚΙΜΩΝ: Μα δεν πέρασαν δέκα λεπτά ακόμη…Η Φρόσω με τον Τζέηκ κάθισαν πιο πολύ…

 

ΦΡΟΣΩ: Ψέματα!  Αφού κανείς μας δεν έχει ρολόι πια.

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Ενδιαφέρον…Πολύ ενδιαφέρον…

 

ΑΡΗΣ: Τι πράγμα πάλι;

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ (με επαγγελματικό ύφος): Κανείς δεν έπαθε ακόμη κρίση κλειστοφοβίας. Μόνο η Μαργαρίτα εκδήλωσε κάποια υστερία, αλλά αυτή οφείλεται σε άλλα αίτια…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Δεν σου επιτρέπω να αναφέρεσαι στα οικογενειακά μου.

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Γενικώς ομιλώ… Ήθελα να πω πως σε ανάλογες συνθήκες… μετά από βίαια παρέμβαση, ο υποχρεωτικός περιορισμός μιας τυχαίας ομάδας αγνώστων μεταξύ τους ατόμων, μετά από παρέλευση δυο ωρών…

 

ΑΡΗΣ: Ε, τι;

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: …μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες καταστάσεις!

 

ΤΖΕΗΚ: Ακόμα πιο ακραίες;

 

ΚΙΜΩΝ: Προφανώς, εδώ μας σώζει ότι δεν έχουμε ρολόγια.

 

ΦΡΟΣΩ: Μπα…Έχουμε ασκηθεί όλοι σε ανάλογες συνθήκες: Π. χ. σε μποτιλιαρίσματα στην Κηφισού, στη Βουλιαγμένης…Σε ουρές στις Εφορίες…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Πώς εκδηλώνεται η κρίση κλειστοφοβίας;

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Με εφίδρωση, δύσπνοια, άγχος, επιθετικότητα…

 

ΚΙΜΩΝ: Ε, όλα αυτά τα χουμε!

 

ΧΡΥΣΗ: Ναι, κι όχι μόνο τώρα. Θα έλεγα ότι τα έχουμε συνέχεια. Μέρα νύχτα. Δεν δίνουμε πια σημασία.

 

ΦΡΟΣΩ: Αχ, έχει γίνει πια αφόρητη η ζωή στην πόλη. Μόλις βγεις απ’ το σπίτι σου, πέφτεις σε μια κόλαση.

 

ΑΡΗΣ (φιλοσοφώντας): Σε μια λακκούβα. Σε μια πορεία. Σε μια ληστεία.

 

ΚΙΜΩΝ (αναστενάζει): Είμαστε εκ γενετής παγιδευμένοι.

 

ΑΡΗΣ: Σ’ ένα θρανίο. Σ’ ένα γραφείο. Σε μια πολυθρόνα…

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ:… επίσης, η κρίση κλειστοφοβίας συνοδεύεται από υπαρξιακή κρίση…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (έξαλλη): Σταματήστε! Είναι που είναι τέτοιος ο χώρος εδώ… Είναι που είναι θεοσκότεινα… Θα ουρλιάξω!

 

ΤΖΕΗΚ (ζωντανεύοντας ξαφνικά): Έρχεται η Μζία!

 

ΧΡΥΣΗ: Πού την άκουσες; Αφού λες πως δεν ακούγεται τίποτα εδώ κάτω!

 

ΤΖΕΗΚ: Η Μζία ακούγεται οπουδήποτε!

 

 

………………………………………………………………………………….

 

 

ΣΚΗΝΗ γ΄

 

 

(Πάλι επάνω, στο χώρο του καφέ. Κάθονται όλοι εξουθενωμένοι στις καρέκλες. Η ΜΖΙΑ, πηγαινοέρχεται και τους φροντίζει: Φέρνει ασπιρίνες φαγώσιμα, νερά, μια εφημερίδα.)

 

ΜΖΙΑ (στον ΚΙΜΩΝ): Ασσπιρίνη, φάε ρέγκα πρώτα, κακό σστομάχι άδειο. Εντό. Κάνει αέρα κυρία άσσσπρη, πολύ άσσσππρη. (δίνει την εφημερίδα στη ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ.) Κάτσσε κάτω εσσύ, πού πάει κύριο γυαλιά;

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Στην τουαλέτα.

 

ΜΖΙΑ: Πάλι;

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ (απότομα): Μόνος μου.

 

ΜΖΙΑ: Εσσύ, βγκάλε παπούτσι. Στενά, πόντι πρησσμένα (γονατίζει και τραβά τα γοβάκια της έκπληκτης ΧΡΥΣΗΣ). Εσσύ, πίσσω κεφάλι, βαθιά ανάσσα. (Δίνει μια στη Φρόσω και της γέρνει με το ζόρι το κεφάλι στη μπερζέρα.)

 

ΑΡΗΣ: Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους, αφού κρέμασαν και την ταμπέλα ΚΛΕΙΣΤΟΝ. Έτσι, τόσες ώρες, κανείς δεν πήρε είδηση στη γειτονιά. Επαγγελματίες…

 

ΤΖΕΗΚ: Λες να ήταν οι ίδιοι;

 

ΑΡΗΣ: Μμμ… Μάλλον όχι. Ήταν πιο χοντροί τώρα.

 

ΤΖΕΗΚ: Κι εσύ είσαι πιο χοντρός τώρα, αλλά είσαι ο ίδιος.

 

ΑΡΗΣ (ενοχλημένος): Δεν είμαι. Τα ρούχα φταίνε. Μζία, σε παρακαλώ, δες τι λείπει…Τι ζημιές έχουμε…

 

(Η ΜΖΙΑ πάει πίσω από τον πάγκο): 34 ευρώ, 85 λεπτά πάει, Μπουκάλα ουίσσκι, κονιάκ βότκα, όλα πάει. Καφέ, μηχανή, πάει. Σσέικερ, μιξξερ, σσκούπα Γκραβιέρα όλο, μετσοβόνε όχι εντό. Σσκυλί εντό.

 

ΑΡΗΣ: Τι άλλο λείπει;

 

ΜΖΙΑ: Ανεμισστήρι, λουκάνικο, σσαλάμι, φιλέτι γκαλοπούλι, τσσάι γκιασσεμί, πασστουρμά όλο. Ποντιά μου εντό. Σσσιντιά πάει… Ρέγκα μία. Βιβλίο, λουλούντι όλο εντό.

 

ΑΡΗΣ: (μελαγχολικά): Τα λουλούδια και τα βιβλία δεν τα κλέβει κανείς, ποτέ.

 

ΤΖΕΗΚ: Τουλάχιστον δεν έκαναν ζημιές αυτή τη φορά…

 

ΚΙΜΩΝ: Δεν έχουμε πια ούτε κινητά, ούτε πορτοφόλια, ούτε πιστωτικές, ούτε χαρτιά…

 

ΜΖΙΑ: Εγκό ντεν είχα ποτέ. (Θριαμβευτικά): Να, να ! Βιβλίο ένα πάει!

Κλέψψει βιβλίο ένα!

 

ΤΖΕΗΚ: (μ’ ενδιαφέρον: Ποιο;

 

ΜΖΙΑ (με περηφάνεια): Ντοσστογιέφσσκι!

 

ΚΙΜΩΝ (σαν χαμένος): Χωρίς χαρτιά, αισθάνομαι άλλος άνθρωπος…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Ακόμα πιο άχρηστος;

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ (επιστρέφοντας από την τουαλέτα): Ειδοποίησε κανείς την αστυνομία;

 

ΑΡΗΣ (σηκώνοντας τους ώμους): Και τις άλλες φορές που ειδοποιήσαμε, τι έγινε;

 

ΜΖΙΑ: Έγκινε! Πολύ βρόμα έγκινε! Μαύρη σσκόνη παντού, πλένει, πλένει εγκό μια βντομάντα! Λησστές καθαροί, ασστυνομία βρόμικη!

 

ΤΖΕΗΚ (εξηγεί): Ρίχνουν παντού σκόνη για αποτυπώματα. Για ποιο λόγο; Αφού φοράνε γάντια και δεν αφήνουν αποτυπώματα…

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Πάντως, πρέπει να την ειδοποιήσουμε. Δεν μπορούμε να φύγουμε αν δεν δώσουμε καταθέσεις.

 

 

………………………………………………………………………….

 

 

ΣΚΗΝΗ δ΄

 

(Στον ίδιο χώρο. Έχουν ενώσει τα τραπέζια και κάθονται όλοι μαζί γύρω από μερικά μπουκάλια κρασί.(Ευτυχώς την κάβα- στούντιο δεν την ανακάλυψαν οι ληστές.) Το τζάκι είναι αναμμένο, καθώς και δυο – τρία κεριά, και υπάρχει μια ατμόσφαιρα θαλπωρής. Ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ, λίγο αποστασιοποιημένος, διευθύνει τη συζήτηση χαλαρά μεν, αλλά με ύφος επαγγελματία.)

 

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Αυτές τις ώρες, όλοι βρεθήκαμε πραγματικά πολύ κοντά. Έπαιξε ρόλο και ο χώρος…

 

ΜΖΙΑ: Το Βε Σσσε;

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Ναι. Και η λεκάνη…Το αντικείμενο αυτό, έχει τη σημειολογία του… Το ξέρατε ότι, παλιά, όταν εξέλεγαν νέο Πάπα, τον ένθρόνιζαν δημοσίως πάνω σε θρόνο με τρύπα για καθίκι; Για να μη ξεχνά την ανθρώπινη φύση του και τη ματαιότητα των εγκοσμίων…

 

ΑΡΗΣ: Όχι, δεν το ξέραμε, αλλά μην μας το χαλάς τώρα…

 

ΚΙΜΩΝ: Καταλαβαίνω τι εννοεί ο Ευγένιος. Ο σημερινός άνθρωπος είναι δυστυχής γιατί ξεχνά την ανθρώπινη φύση του. Γιατί βάζει πάντα άλλες προτεραιότητες…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Εγώ δεν είπα ότι είμαι δυστυχής.

 

ΦΡΟΣΩ: Ούτε εγώ.

 

ΧΡΥΣΗ: Εγώ είμαι λίγο, αλλά μόνο τα απογεύματα…

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Όλοι είμαστε. Και πιο πολύ αυτοί που δεν το ξέρουν… Και νομίζουν πως έχουν οτιδήποτε άλλο, π. χ. κολίτιδα, διαζύγιο, χρέη…

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Μπα; Δεν το’ χα σκεφτεί. Εσύ, ας πούμε, τι νομίζεις πως έχεις;

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Χμ. Μια διαστροφή να αναλύω τις καταστάσεις… (Μελαγχολικά): Τίποτα δεν μπορώ να δω απλά! Είμαι δυστυχής!

 

ΑΡΗΣ: Και τι είναι η ευτυχία; Πες μας την επιστημονική σου άποψη…

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Μια ντοματοσαλάτα…

 

ΤΖΕΗΚ: Α, αυτό είναι πολύ απλό! Με μπόλικο λαδάκι και ρίγανη, ε;  Δεν έχουμε…

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Καταλαβαίνεις τι εννοώ;

 

ΧΡΥΣΗ: Εμένα δεν μου πολυαρέσει η ντοματοσαλάτα.

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Τι σ’ αρέσει; Η μαρουλοσαλάτα; Θα ήσουν ευτυχής αν είχες μια μαρουλοσαλάτα τώρα;

 

ΧΡΥΣΗ: Ε, όχι ακριβώς. (διστακτικά): Βασικά, εγώ, θα προτιμούσα να έχω τον Λευτέρη…

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Εγώ, όμως, δεν θα προτιμούσα αυτόν τον Λευτέρη. Αυτό ακριβώς θέλω να πω. Συμπέρασμα πρώτον: Άρα, δεν υπάρχει αντικειμενικά η ευτυχία. Συμπέρασμα δεύτερον: Άρα, δεν υπάρχει αντικειμενικά και το αντίθετό της, η δυστυχία.

 

ΦΡΟΣΩ: Και ο Λευτέρης, τι σχέση έχει;

 

ΧΡΥΣΗ: Καμιά…

 

ΚΙΜΩΝ: Και τι μας νοιάζει αν είμαστε υποκειμενικά ή αντικειμενικά δυστυχείς; Το θέμα είναι πως είμαστε.

 

ΜΖΙΑ (πίσω από τον πάγκο): Ντομάτοςς εντό! Ντεν πήρε. Σαςς κάνω σσαλάτα! Και ψψωμί, να.

 

(Όλοι, πανευτυχείς): Ζήτω!

 

(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ένας βρεμένος νεαρός με μια σακούλα από σούπερ μάρκετ. Τους κοιτά να πανηγυρίζουν παραξενεμένος.)

 

ΜΖΙΑ : Είμασστε κλεισστά!

 

ΑΡΗΣ : Λόγω ληστείας! (χαχανίζει. Ξεσπάνε όλοι σε γέλια, τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους.)

 

ΤΖΕΗΚ: Δεν πειράζει! Κόπιασε! Έλα να πιεις κι εσύ ένα ποτήρι! Βρέχει έξω ε; Είναι μούσκεμα το παιδί…

 

ΑΡΗΣ (Λοξοκοιτάζοντας τον ΤΖΕΗΚ): Είναι και ωραίο παιδί…

 

ΤΖΕΗΚ: Έλα καλέ, κάτσε (κάνει χώρο δίπλα του). Μην έχεις αυτό το ύφος. Η δυστυχία δεν είναι αντικειμενική! (Γελάνε όλοι)

 

(Ο νεαρός πλησιάζει αμήχανα και κάθεται. Του γεμίζουν ένα ποτήρι.)

 

ΑΡΗΣ: Θαρρώ πως σ’ έχω ξαναδεί κάπου…

 

(Ο νεαρός, με πολύ στενοχωρημένο ύφος, αδειάζει το περιεχόμενο της σακούλας που κρατά πάνω στο τραπέζι.)

 

ΚΙΜΩΝ: Το κινητό μου! Η τσάντα σου! Το πορτοφόλι μου!

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Η βέρα μου!

 

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Το ρολόι μου! Τα χάπια μου! Το τσαντάκι μου! (κ.λπ.)

 

ΝΕΑΡΟΣ: Ζητώ συγνώμη… Δεν το’ χω ξανακάνει…Δεν θα το ξανακάνω…Λείπει ένα ογδόντα από κάποιον. Κι ένα προφυλακτικό σε σχήμα κροκόδειλου. Πήρα ένα χάμπουργκερ…

 

ΦΡΟΣΩ: ΄Πού έχουν χάμπουργκερ με ένα ογδόντα;

 

ΜΖΙΑ ρχεται με μια μεγάλη γαβάθα ντοματοσαλάτα): Μη τρωςς σκουπίντια. Φάε σσαλάτα…Υγκεία…Βιταμίνεςς, ορμόνεςςς, φυτοφάρμακα…Ψψωμί, να!

 

ΝΕΑΡΟΣ: Ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ.

ΕΥΓΕΝΙΟΣ: Πώς σε λένε;

 

ΝΕΑΡΟΣ: Μάριο Τσιμπίδα.

 

ΦΡΟΣΩ: Άνεργος; (Απαντά μόνη της): Ναι.

 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ:

 

………………………………………………………………………..

 

ΑΡΗΣ (κοιτάζοντας τρυφερά τον ΤΖΕΗΚ): Τρία χρόνια στο Λονδίνο και δύο εδώ. Θα πηγαίναμε να ζήσουμε στο χωριό, αλλά, καταλαβαίνετε…Οι άνθρωποι…

 

ΧΡΥΣΗ: Όμως, η πόλη είναι απάνθρωπη…Καλύτερα οι άνθρωποι.

 

ΦΡΟΣΩ: Η πόλη σε αποξενώνει. Να, εγώ με τη Χρυσή είχαμε να ιδωθούμε από το σχολείο. Κι ας μένουμε στην ίδια περιοχή.

 

ΧΡΥΣΗ: Και βρήκαμε τη μέρα να συναντηθούμε!

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Μεγάλο πράγμα η ανθρώπινη επαφή. Το έχουμε ξεχάσει αυτό το συναίσθημα… Τι να σας πω…Σήμερα ένιωσα πραγματικά πως βρίσκομαι ανάμεσα σε φίλους.

 

ΚΙΜΩΝ: Είχα ζητήσει σήμερα από τη Μαργαρίτα να συναντηθούμε γιατί συνειδητοποίησα επιτέλους τι έφταιγε. Έφταιγε η πόλη. Η δουλειά μου. Η δουλεία μου. Η δουλειά μου και η μη δουλειά της. Η τηλεόραση. Οι εφημερίδες. Οι πιστωτικές κάρτες. Οι ΔΕΚΟ. Αυτός ο φοβερός ρυθμός έφταιγε, που μας απομάκραινε ολοένα τον έναν απ’ τον άλλο. Εμείς ήμασταν αθώοι…Θύματα.

 

ΜΖΙΑ (με πλατύ μητρικό χαμόγελο): Καλά δεν είμασστε εντώ;

 

ΤΖΕΗΚ: Έχω μια ιδέα! Και γιατί να μη φέρουμε το χωριό εδώ;

 

ΑΡΗΣ: Ξέρω τι σκέφτηκε ο Τζέηκ! Τι θα λέγατε να τα παρατήσετε όλα και να φτιάξουμε έναν τρόπο ζωής εδώ; Να σας εξηγήσω τι σκέφτηκε ο Τζέηκ…

…………………………………………………………………………………………..

 

One comment
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.