ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρώτη Ύλη

Παυλίνα Παμπούδη: Οι πέντε αδελφές (από την Μυθιστορία Χάρτινη Ζωή – προδημοσίευση)

Η Ηρώ στεκόταν μισογυρισμένη μπροστά στον καθρέφτη της ντουλάπας προσπαθώντας να δει την πλάτη της.

Είχαν κλείσει τα σκούρα στη μπαλκονόπορτα και ήταν σχεδόν μισοσκόταδο μες στην κάμαρα. Έκανε αρκετή ζέστη. Άρχιζε να μυρίζει το κουνουπίδι που έβραζε στην κουζίνα.

«Δυο πένσες θέλει εδώ, να, κατά τ’ άλλα πέφτει πολύ ωραία!» είπε η Λιλή. «Έχει και αρκετό στρίφωμα, αν θες να μακρύνεις τη φούστα», είπε η Kαίτη.

«Δε θα τη μακρύνω, εντάξει είναι», είπε η Ηρώ.

«Να τη μακρύνεις. Σ’ αυτό το ύψος φαίνονται οι γάμπες σου σα μπουκάλες» είπε η Kαίτη.

Η Ηρώ την κοίταξε πληγωμένη. Τράβηξε το φόρεμα πάνω απ’ το κεφάλι της, το έβγαλε και το έδωσε στη Λιλή. Έμεινε με το άσπρο της κομπιναιζόν να κοιτάζεται στον καθρέφτη. Η κοιλιά της ήταν πλάκα.

Δεν έμοιαζαν με μπουκάλες οι γάμπες της. Επειδή δηλαδή η Kαίτη είχε τα πιο ωραία πόδια – όλοι το έλεγαν.

Πήρε απ’ την καρέκλα το παλιό της φόρεμα και το φόρεσε με νευρικές κινήσεις. Ήταν ένα φτηνό γαλάζιο τσίτι· είχε όμως δυο σειρές μπλε και κόκκινα σειρήτια στον γιακά και στις τσέπες, και ιδιότροπα κοκάλινα κουμπιά, μεγάλα και πολυγωνικά, που του δίναν άλλο αέρα.

«Ας το πάρει η Πόπη. Εγώ, ευχαριστώ, δεν το θέλω», είπε στη Λιλή καθώς έσφιγγε τη ζώνη της. Περίεργο, αντί ν’ ανοίξει η μέση της είχε αδυνατίσει κι άλλο.

Η Λιλή γέλασε. «Μην είσαι τόσο μυγιάγγιχτη. Επειδή είπε για τις γάμπες σου η Kαίτη… Το φουστάνι σου πάει πολύ. Σε ξανοίγει αυτό το ιβουάρ, έτσι που έχεις γίνει μαυροτσούκαλο…»

«Η Πόπη δεν το χρειάζεται· δεν έχει ανάγκη, ο άντρας της της παίρνει όσα φουστάνια θέλει», επενέβη η Kαίτη. «Είσαι ανόητη, παρ’ το. Δεν μπορείς να κυκλοφορείς μ’ αυτά τα κουρέλια.»

Η Πόπη που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε μιλήσει κι έκανε πως ήταν απορροφημένη στο περιοδικό που διάβαζε, σηκώθηκε απ’ το σκαμπώ της τουαλέττας, πλησίασε, έπιασε το ρούχο και το εξέτασε νωχελικά.

«Δεν το πιστεύω πως η Λούλα χαρίζει στην Ηρώ τέτοιο φουστάνι. Είναι σχεδόν καινούργιο.»

«Την πάχαινε» εξήγησε η Λιλή.

«Μου πάει;» ρώτησε η Πόπη κρατώντας το μπροστά της. «Το παίρνω. Της Ηρώς εξάλλου, της ράβει μοντελάκια η πεθερά της, έτσι δεν είναι;» Το ύφος της ήταν κοροϊδευτικό.

Η Ηρώ άνοιξε την πόρτα και βγήκε απ’ την κρεββατοκάμαρα έτοιμη να κλάψει.

Το τετράγωνο χωλ ήταν και τραπεζαρία αλλά και δωμάτιο του παιδιού. Πάνω στο χαμηλό ντιβανάκι κοιμόταν η κόρη της Λιλής αγκαλιά με την ξαδέλφη της, την κόρη της Πόπης.

Έκανε ζέστη, τα παιδιά είχαν πετάξει το σεντόνι στο μωσαϊκό. Η Ηρώ πήγε και το σήκωσε, το δίπλωσε μηχανικά και κάθησε σε μια καρέκλα κρατώντας το στην αγκαλιά της. Κοίταξε τα παιδιά.

Η Ηρώ ήταν για δεύτερη φορά έγκυος. Για κάποιο λόγο, δεν το είχε πάρει στα σοβαρά. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως κι αυτό το μωρό θα χανόταν, σαν το άλλο. Κουνήθηκε απ’ τη θέση της. Δεν έπρεπε να το γρουσουζεύει.

Ένιωθε κουρασμένη. Δεν ήθελε όμως να γυρίσει στο σπίτι της – ποιο σπίτι της; Το σπίτι της πεθεράς της. Ούτε νοικοκυριό δικό της είχε, ούτε και άντρα. Έλειπε συνέχεια ο χριστιανός. Ή την τραβολογούσε από χωριό σε χωριό μαζί του, πώς να μη γίνει μαυροτσούκαλο;

Δε θα ξαναπήγαινε, το’ χε πάρει απόφαση. Είχε μπουχτίσει πια τα άθλια δωμάτια, την τουαλέττα στην άκρη του περβολιού, τη σπιτονοικοκυρά πάνω απ’ το κεφάλι της. Να μαγειρεύει στο καμινέτο, να μη μπορεί να κάνει ένα μπάνιο σαν άνθρωπος ή να πλύνει τα ρούχα της.

Θυμόταν, μια φορά, είχε πάει να ξεπλύνει εσώρουχα στο ποτιστικό αυλάκι και ξαφνικά είδε να έρχεται με το νερό που κυλούσε, μια σκατούλα ναα πάνω στο σουτιέν της.

Η Πόπη τα είχε καταφέρει. Κι αυτηνής ο άντρας είχε περίπου τέτοιου είδους δουλειά, ήταν στα καπνά, στο Αγρίνιο. Αλλά του είχε κάνει εξήγηση απ’ την αρχή: Εγώ θα μένω στην Αθήνα. Θα μου νοικιάσεις σπίτι, κι όποτε ευκαιρείς θα ’ρχεσαι. Τα είχε καταφέρει. Ο Νίκος της πλήρωνε και δουλικό, να κρατάει το παιδί. Βέβαια η Πόπη είχε και παιδί. Έπαιζε με γερό χαρτί.

Η Ηρώ ήταν υποχρεωμένη να μένει με την πεθερά, τον κουνιάδο και την κουνιάδα της. Ήταν δικό τους το σπίτι, μεγάλο, δεν υπήρχε ανάγκη να νοικιάσουν άλλο για το ζευγάρι. Δεν υπήρχαν και λεφτά.

Ένιωθε παρείσακτη. Η πεθερά της ήταν καλή γυναίκα, αλλά ψηλομύτα. Έκανε τη διανοούμενη, και η Ηρώ, που δεν είχε πάρει το απολυτήριο του Γυμνασίου, της έπεφτε λίγη για τον γιο της. Μπα, δεν ήταν αυτό. Οποιαδήποτε γυναίκα θα ήταν λίγη για γιο δικό της. Αν δεν ήταν έτσι, τότε γιατί ο Παύλος, ο μεγάλος, δεν είχε τολμήσει ακόμα να παντρευτεί;

Κι ανάμεσα στις αδελφές της ένιωθε παρείσακτη. Ήταν διαφορετική, λίγο αφελής, το ήξερε. Μάλλον το έκανε επίτηδες – τις πιο πολλές φορές – να φαίνεται έτσι. Ήταν για άμυνα. Οι άλλες ήταν πονηρές. Αλλά κι αυτές, για άμυνα, είχαν καλλιεργήσει την γυναικεία τους εξυπνάδα – αυτό που λέγεται πονηριά. Μέχρι στιγμής πάντως, αυτές φαινόταν να έχουν δίκιο. Επιβιώναν πιο άνετα.

Τέλος πάντων.

Τουλάχιστον εδώ, με τις αδελφές της, ήταν καλύτερα. Ό,τι και να της έλεγαν, αίμα της ήταν.

Σηκώθηκε, άφησε το σεντόνι στη ράχη της καρέκλας και γύρισε στην κρεβατοκάμαρα απ’ όπου όλη αυτή την ώρα. ακούγονταν πνιχτές οι φωνές των άλλων. Τώρα θα κουτσομπόλευαν τη Λούλα, τη μεγάλη τους. Πάντα κουτσομπόλευαν οι παρούσες την απούσα. Μόνο για την Ηρώ, ό,τι είχαν να πουν το έλεγαν μπροστά της. Δεν την υπολόγιζαν. Κατσούφιαζε λίγο, κι αμέσως μετά της περνούσε.

«Κλείσε γρήγορα την πόρτα!» της φώναξε η Λιλή καθώς την είδε. Το δουλικό, η Τασία, δεν εννοούσε να μάθει πως πρέπει να βάζεις στον τέντζερη, μαζί, ένα κομμάτι ωμή πατάτα. Η μυρωδιά του κουνουπιδιού είχε πια πλημμυρίσει το σπίτι.

«Δεν σου είπα…» έκανε η Kαίτη μόλις είδε πάλι την Ηρώ. «Συνάντησα χθες στον δρόμο τον Κακαρά. Με ρώτησε τι κάνεις.»

«Α», είπε η Ηρώ αδιάφορα κι έπιασε να ξεφυλλίζει το περιοδικό που είχε αφήσει η Πόπη.

«Είδες; Εκτός από τον Θεοχάρη ρωτάνε ακόμα κι άλλοι για σένα!» συνέχισε με περιπαιχτικό ύφος η Kαίτη.

«Τι τα θέλουν; Η Ηρώ είναι πια παντρεμένη κι αφοσιωμένη στον αντρούλη της. Διάλεξε τον καλύτερο! Τέρμα!» είπε η Πόπη γελώντας.

«Αλήθεια, πότε θα έρθει στην Αθήνα ο Αντώνης, σου ’γραψε;» ρώτησε η Λιλή.

«Τον άλλο μήνα. Μπορεί.» Είπε η Ηρώ.

«Καλή δουλειά αυτή. Έρχεται, σε γκαστρώνει και φεύγει. Κι αν αποβάλλεις, ξανάρχεται σ’ ένα μήνα και σε ξαναγκαστρώνει. Έχει μια λογική το πράγμα», είπε η Kαίτη.

«Χτύπα ξύλο!» έκανε η Λιλή. «Μια χαρά θα τα πάει αυτή τη φορά η Ηρώ.»

Ένα απ’ τα παιδιά ξύπνησε κι άρχισε να κλαίει. Η Ηρώ για να ξεφύγει απ’ την αμηχανία της έτρεξε στο χολ. Ήταν η Μιράντα. Έσκυψε και τη σήκωσε στην αγκαλιά της. «Σώπα, σώπα… Είδες κακό όνειρο;»

«Αίματα, αίματα κι η Mάνια με τσιμπούσε…» έκανε μες στ’ αναφυλλητά της η μικρή.

Η Μάνια είχε ξυπνήσει κι αυτή και κοίταζε με μάτια άδεια.

«Έλα να σε πάω στη μαμά…»

Στο δεύτερο βήμα που έκανε η Ηρώ με το παιδί στην αγκαλιά, ένιωσε ένα σφάχτη στην κοιλιά και αίμα ζεστό να κυλά στα πόδια της.

Τα γόνατά της λύγισαν αργά. Η Μιράντα πάτησε στο μωσαικό κι έτρεξε αμέσως στη μαμά της.

«Ούτε κι αυτό θέλει να γεννηθεί, το ήξερα. Καλύτερα…» σκέφτηκε αόριστα η Ηρώ την ώρα που γονάτιζε.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.