Loading...
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρώτη Ύλη

Παυλίνα Παμπούδη: Το φύλο των αγγέλων

ΤΟ ΦΥΛΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

 

Ο συνειρμός ήταν αναπόφευκτος. Εξάλλου πάντα προτιμώ να καλύπτω τέτοιου είδους θέματα από τη μεταφυσική τους πλευρά, αφήνοντας προλαλήσαντες και επερχόμενους να τα καλύπτουν από τις υπόλοιπες (τη φιλολογική, την κοινωνιολογική, την ψυχολογική, τη στατιστική κ. λπ.).

Πιστεύω πάντα πως μόνο με το χιούμορ μπορείς να αντιμετωπίσεις, πρώτον, τα απολύτως ακατανόητα που σου συμβαίνουν, π.χ. τη ζωή, και, δεύτερον, τα τελείως αυτονόητα, π.χ. τα προβλήματα των θεωρητικών. Όλες οι ενδιάμεσες κατηγορίες είναι απλούστερες και μπορούν να αντιμετωπιστούν σοβαρά, με κλασσικές επιχειρηματολογίες.

 

Το φύλο της λογοτεχνίας είναι ένα τέτοιου είδους πρόβλημα και, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να παραμένει πρόβλημα για καιρό ακόμα – μέχρι τουλάχιστον τα επιτεύγματα της γενετικής να καταφέρουν να ανατρέψουν τις ήδη κλονισμένες πεποιθήσεις μας περί της χρησιμότητας του προσδιορισμού του φύλου σε όλα τα είδη γενικά – ενσώματα και ασώματα.      

Το φύλο των αγγέλων, αντιστοίχως, ήταν κι αυτό ένα εξίσου ενδιαφέρον και φλέγον θέμα που προκάλεσε κι αυτό επί αιώνες εξίσου θυελλώδεις συζητήσεις και εξίσου μεγάλους πονοκέφαλους. Το πρόβλημα όμως του φύλου των αγγέλων, κάποτε, λύθηκε. Αν θυμάμαι καλά, αυτό έγινε τον 7ο αι. όταν, στα περιθώρια κάποιας Οικουμενικής Συνόδου (της Ε΄ θαρρώ) οι Πατέρες της Εκκλησίας απεφάνθησαν τελεσίδικα ότι οι άγγελοι είναι αρσενικοί. Δεν υπήρχε περίπτωση να είναι θηλυκοί – εφόσον δεν ήταν ακόμα σίγουρο το αν οι γυναίκες είχαν καν ψυχή. Βεβαίως, θα μπορούσε να είναι αμφίφυλοι ή άφυλοι, κάτι τέτοιο όμως δεν θα ήταν πρέπον… Έτσι, δια της εις άτοπον, αποδείχθηκε ότι οι άγγελοι ανήκουν στο ισχυρό φύλο στο οποίο, όπως είχε αποφασιστεί λίγο νωρίτερα, ανήκε και ο Θεός.

 

Μάλιστα. Από τον Θεό είναι που αρχίζει ιεραρχικά αυτή η σειρά των μπλεξιμάτων περί του φύλου των διαφόρων υψηλών συλλήψεων ή εκφάνσεων της πνευματικότητας του ανθρώπου (εννοώ λ.χ. τη σύλληψη της ύπαρξης Θεού και  ουρανίων όντων, τις αναζητήσεις της Επιστήμης, τις εκφάνσεις της Τέχνης).

Οι ζαβολιές αρχίζουν από τη στιγμή που αρχίζει να γράφεται το μπεστ σέλερ όλων των εποχών, η Παλαιά Διαθήκη.

Ο Θεός, στο Α΄ κεφάλαιο της Γένεσης (Α,27) , κάπως απρόσεχτα και βιαστικά, κουρασμένος από τον φόρτο εργασίας, δηλώνει προς στιγμήν, αφηρημένος, αμφίφυλος. Και, φυσικά, κάνει και τον άνθρωπο αμφίφυλο: «…και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον· κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτόν.» 

Στο Β΄ όμως κεφάλαιο γίνεται εσπευσμένα η διόρθωση:

Επειδή ουκ ευρέθη τω Αδάμ βοηθός όμοιος αυτώ, ανάμεσα στα υπόλοιπα κτήνη και ερπετά, ο Θεός προχωρά στη γνωστή χειρουργική επέμβαση και αποσπά από τον κορμό του δημιουργήματός του τη μια πλευρά,  ακριβώς όπως ο θεωρητικός αποσπά από τον κύριο «ανδρικό» κορμό της λογοτεχνίας το εξάρτημα της γυναικείας πλευράς: « …και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν ήν έλαβε από τον Αδάμ εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ…». (Β΄, 22).

 

Οι συγγραφείς, δηλαδή, επαναλαμβάνουν τη σκηνή της Δημιουργίας, κατά πολύ βελτιωμένη, πιο ζωντανή και με περισσότερη δράση, με σκοπό να σωθεί πάσει θυσία ο ανδρισμός του Θεού, αλλά και του «Ανθρώπου» – ευελπιστώντας ότι δεν θα δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην αντιφατικότητα αυτής της παραγράφου ως προς την προηγούμενη, μέσα στις χιλιάδες των παραγράφων.

Το ότι ο Θεός φέρεται να αντιφάσκει, δεν πειράζει. Είναι συνηθισμένο, απολύτως φυσικό: Αντιφάσκω γιατί είμαι απέραντος – όπως δηλώνει και ο Ουίτμαν για τον εαυτό του, και όπως ισχύει πάντα για τον οποιοδήποτε μεγάλο ποιητή.

Είχαν δίκιο οι συγγραφείς. Κανείς ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία…

 

Ας αντιπαρέλθουμε λοιπόν κι εμείς αυτή την πρώτη ζαβολιά με τον Θεό, ας αντιπαρέλθουμε και τη δεύτερη με τους αγγέλους. Τώρα πρέπει να επικεντρώσουμε στην τελευταία, που αφορά τον δαίμονα της Λογοτεχνίας και την πραγματική του φύση – εφόσον, βασικά, αυτό είναι το θέμα μας… Ή μάλλον, το θέμα σας. Εγώ, θα το καταλάβατε, το βαριέμαι λίγο, γι’ αυτό – όπως ακριβώς στο σχολείο – μπαινοβγαίνω και είμαι κυρίως εκτός θέματος. 

 

Τέλος πάντων, ας τεθεί για μια ακόμα φορά το ρητορικό ερώτημα αν πράγματι υπάρχει λογοτεχνία ανδρική και γυναικεία. Και ας απαντήσω, προς στιγμήν σοβαρά:

 

Η Λογοτεχνία, σε πείσμα των Πατέρων της Λογοτεχνίας – δεν είναι ούτε αντρική ούτε γυναικεία ούτε παιδική ούτε γκέι. Είναι, απλώς, κατά περίπτωση, καλή, μέτρια ή κακή.

Ο συγγραφέας, ούτως ή άλλως, αναγκάζεται να είναι πότε άντρας, πότε γυναίκες, πότε, πότε γέρος άφυλος. Ποτέ δεν υποδύεται ένα μοναδικό, ατόφιο πρόσωπο γιατί είναι ταυτόχρονα και ο δημιουργός και ο πρωταγωνιστής και οι κομπάρσοι και ο παρατηρητής και ο σχολιαστής του κόσμου του. Αλλάζει αδιάκοπα περσόνες – μάσκες τραγωδίας, καρνάβαλου, εντάφιες, παιχνιδιού, ληστείας, περσόνες που συνοψίζουν ανθρώπινες ψυχολογικές καταστάσεις, και μετακινεί διαρκώς τα διεστώτα στοιχεία, τα συναρμόζει και τα οργανώνει σχηματίζοντας κάθε φορά κάποιο άλλο, λίγο ή πολύ αναγνωρίσιμο, παζλ.

Μίλησα προς στιγμήν σοβαρά. Αν θέλω, όμως, να είμαι συνεπής προς το πνεύμα μου, πρέπει να κλείσω στο πνεύμα που άρχισα, χρησιμοποιώντας και πάλι κώδικες φύλου:

η προσωπική μου εμπειρία με κάνει να μη μπορώ παρά να παραδέχομαι κι εγώ τελικά πως ο δαίμονας της Λογοτεχνίας διαθέτει, εκτός των άλλων, και ένα απίστευτο αριθμό νοητών αναπαραγωγικών οργάνων– προς γονιμοποίηση ή προς απλή ευχαρίστηση. (Ο εξοπλισμός του αυτός περιγράφεται ως Η κατάρα και η ευλογία του δώρου του Λόγου.)

Διορθώνω, λοιπόν:

Η Λογοτεχνία είναι πανηδονήστρια. Εκδίδεται δε και συνουσιάζεται αμερόληπτα, ανεξαρτήτως του φύλου των συγγραφέων και των αναγνωστών, κατά τις επιθυμίες και κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός.

 

 

Ομιλία στο ΠΑΠΟΚ, 1990
Η φωτό με όλες τις εισηγήτριες  στην εκδήλωση, είναι από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία – και μου την έστειλε η Ελένη Νανοπούλου.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.