Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Ρούλα Καλανδράνη – Παλαπουγιουκ: ένα διήγημα

Ο  Νικόλας

 

Φορούσε πάντα το ίδιο μπλε σακάκι, χειμώνα καλοκαίρι. Είχε συνέχεια τα χέρια στις τσέπες, περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι, λες και έψαχνε κάτι στο δρόμο. Μάλλον τη σκιά του έψαχνε, ήταν τόσο αδύνατος που και αυτή είχε εξαφανιστεί, ακόμα κι όταν ο ήλιος έπεφτε πάνω του κατακαλόκαιρο. Στο στόμα είχε πάντα μία γόπα που ή έκανε τράκα πλησιάζοντας κάποιον  που κάπνιζε, παρακαλώντας να του δώσει τσιγάρο και αυτός, αντί να βγάλει απ το πακέτο του να του δώσει, έβγαζε από το στόμα του το αποτσίγαρο και του το έδινε ή μάζευε απ το δρόμο τις μισοσβησμένες γόπες και τις κάπνιζε σαν δικό του αποτσίγαρο. Πολλές φορές τον έπαιρνε ο κυρ Βασίλης στο καΐκι του για μεροκάματο. Τι να το κάνεις όμως, ότι έβγαζε τα ξόδευε για  να πάρει δόση του.  Χρήματα στο σπίτι δεν πήγαινε και η μάνα του απ’ τη λιγοστή σύνταξη του μακαρίτη του πατέρα του, προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα. Έμεναν σε ένα μοναχικό σπίτι κοντά στη θάλασσα. Πολλοί έλεγαν πως ήταν στοιχειωμένο, ίσως γιατί έβλεπαν τον Νικόλα χρόνια τώρα να τριγυρίζει στις γαλαρίες που βρισκόντουσαν τριγύρω, Κάθε τόσο,  η κυρά Μάρω τον έβλεπε να εξαφανίζεται στο δρομάκι που ήταν κάτω από το σπίτι τους.  Έμπαινε  πάντα μέσα στην ίδια γαλαρία και χανόταν με τις ώρες, πολλές φορές για μέρες. Κάποτε μπήκε  η ίδια κι έψαξε να δει αν έκρυβε κάτι. Η γαλαρία ήταν πολύ βαθιά και όσο κι αν ήθελε δεν μπορούσε να φτάσει στο βάθος γιατί φοβόταν , ακόμα κι από τότε που ήταν κορίτσι κι έπαιζε με τις αδελφές της κρυφτό. Αργά εκείνη  την ημέρα τον είδε να κατηφορίζει και να χάνεται πάλι μέσα στην γαλαρία. 

Ο Νικόλας ήταν άφαντος  για μέρες, λες και τον είχε καταπιεί το λαγούμι.  Τη μάνα του την είχαν ζώσει τα φίδια. Κάθε τόσο κατέβαινε στο χωράφι και στεκόταν στο άνοιγμα της γαλαρίας φωνάζοντας το όνομά του. Απάντηση όμως δεν έπαιρνε. Ένα μεσημέρι, τον βρήκε αναίσθητο στην είσοδό της. Άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Όμως κανείς δεν την άκουγε. Τον κουβάλησε στην πλάτη μέχρι το σπίτι και τον έβαλε στον καναπέ του σαλονιού, του έβγαλε το σακάκι και τα παπούτσια που ήταν μες τις λάσπες. Το πρόσωπό του ήταν μαύρο από καπνό και τα χέρια του κατάμαυρά, ακόμα και τα νύχια του ήταν γεμάτα μαυρίλα ,λες και με αυτά είχε σκαλίσει κάρβουνα. Τον έπλυνε όπως όπως και κάθισε στην πολυθρόνα παρακολουθώντας τον. Η ανάσα του, μόλις που ακουγόταν και στο παραμιλητό του, έλεγε διάφορα που δεν μπορούσε να καταλάβει. Κρατούσε το σακάκι του, ψάχνοντας τις τσέπες του, της ήρθε στα ρουθούνια μια μυρωδιά καμένου.

Ο Νικόλας συνήλθε την άλλη μέρα το πρωί. Πήγε προς την κουζίνα με μάτια κατακόκκινα και παραπατώντας. Ο θείος του, ο Μανώλης καθόταν με την μάνα του. Χωρίς να τους χαιρετίσει κάθισε στο τραπέζι και με σκυμμένο το κεφάλι είπε στην μάνα του.

– Τι μου τον κουβάλησες εδώ;

– Θα φας το κεφάλι σου. Τι ουσίες πήρες πάλι; Τον ρώτησε ο θείος του.

– Δεν βαριέσαι, μετρημένοι είμαστε; Του απάντησε χωρίς να τον κοιτάξει.

– Θα πεθάνεις, δεν σκέφτεσαι την μάνα σου;

–  Δεν πεθαίνω εγώ. Μπαινοβγαίνω από  τον Άδη όποτε θέλω.

– Και πώς πας δηλαδή, τον ρώτησε, παίρνοντας ναρκωτικά;

– Καλά δεν το καταλάβατε; Είπε κοιτώντας και τους δύο. Δεν παίρνω ναρκωτικά. Στον Άδη πάω, κάθε μέρα, όταν μπαίνω στην γαλαρία. Δεν βλέπω το άνοιγμα. Όλα είναι σκοτεινά, κρατώντας τα τοιχώματα προχωράω. Όταν μπω στο τρίτο λαγούμι, κάθομαι εκεί. Εκεί  που ξέρω ότι δεν με βλέπει κανείς.

Σταμάτησε για λίγο σήκωσε το κεφάλι και είδε την μάνα του, μετά έστριψε το βλέμμα του προς τον θείο του και συνέχισε ψιθυριστά, σαν να μην ήθελε να τον ακούσουν.

– Νομίζετε όλοι ότι παίρνω ναρκωτικά; Αυτή φταίει, την ψάχνω χρόνια τώρα. Ζει εκεί μέσα, το ξέρω γιατί την ακούω. Κάθε βράδυ την ψάχνω. Ζει μέσα στην γαλαρία. Όταν πάω στο τέρμα, βλέπω ένα φως από ένα άνοιγμα. μπαίνω εκεί μέσα και χάνομαι, πετώ. 

Όταν φτάσω στον Άδη, δεν υπάρχει τίποτε, μόνο αυτή, την ακούω  να τραγουδά, κι έχει μια φωνή αδερφάκι μου! Κατεβαίνω  πιο κάτω, τριγυρίζω εδώ κι εκεί, την ψάχνω, αλλά όσες φορές και να την έψαξα δεν την βρήκα. Με μαγεύει με τη φωνή της. Αρχίζω κι εγώ να τραγουδώ να φωνάζω να χορεύω.  Τη φωνάζω μπας και βγει, να την δω,  αλλά ποτέ δεν έρχεται. Κάθε μέρα περιμένω ώρες, μέρες.

Αυτή τη φορά όμως που πήγα, δεν την φώναξα, δεν χόρεψα μόνο κάθισα και την άκουγα. Μαγεύτηκα με το τραγούδι της. Κάποια στιγμή είδα πάλι ένα φως, σε μια άλλη στοά που δεν την ήξερα, δεν υπήρχε πριν,  πήγα προς τα εκεί. Με είδε, ήρθε σαν σκιά. Ήταν εκείνη, σου λέω, με χάιδεψε με αγκάλιασε.  Μετά σκοτάδι τίποτε, χάθηκε. Χάθηκε και το φως. 

Σηκώθηκε, πήγε προς το παράθυρο που έβλεπε κάτω την θάλασσα και με έναν αναστεναγμό συνέχισε.

– Μάλλον αυτή με έφερε σπίτι γιατί όταν ξύπνησα, ξύπνησα στο ντιβάνι.

 

Βιογραφικό
Η Ζαφειρούλα Καλανδράνη- Παλαπουγιούκ γεννήθηκε στη Λέρο το 1960. Είναι αυτοδίδακτη ζωγράφος, έχει  πραγματοποιήσει δύο ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής στη Λέρο και συμμετείχε σε έξι ομαδικές στην Λέρο και στην Αθήνα. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής και λογοτεχνικής γραφής στην ΧΑΝΘ Θεσσαλονίκης. Τα τελευταία χρόνια γράφει παραμύθια για παιδιά, ποίηση και μικρά διηγήματα. 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.