Μονόλογοι - Διάλογοι - ΒιβλίαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Συνέντευξη του Πάνου Νιαβή στην Λένη Ζάχαρη

Λ. Ζ. : Αγαπητέ Πάνο Νιαβή, καλώς ήρθατε στο Περί ου μας! Μιλήστε μας λίγο για σας…

Π. Ν. : Γεννήθηκα το 1956 «στις αιματοβαμμένες πτυχώσεις της ιστορίας» λίγα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου. Ο Γενέθλιος τόπος, ο Μάραθος Αγράφων Ευρυτανίας, ποτίστηκε με αίμα, πόνο, μίσος και λύπες αγιάτρευτες από τη σφοδρότητα μιας αχρείαστης σύγκρουσης.

Οι κουβέντες νικητών και ηττημένων, αλλά κυρίως «οι άηχες φωνές» των σκοτωμένων που αχνοδιάβαιναν μες στους θολούς καθρέφτες των ενήλικων αφηγήσεων, έδιναν έναν μυθιστορηματικό αέρα στις αδικοχαμένες τους ζωές και τις διαφύλαξα ως νοσταλγικά ενθυμήματα κι άλλοτε ως εξομολογήσεις του πεπρωμένου τους.

Εκείνα τα χρόνια νύχτωνε νωρίς και οι νύχτες ήταν μακριές σαν τυφλή προσμονή που κοίταζε μέσα στο σκοτάδι το χαμένο δίκιο τους, που ας ελπίσουμε να το βρουν κάποτε οι ιστορικοί του μέλλοντος…

Παραμένω έκτοτε εσωτερικός εξόριστος, τρωτός και ανέστιος, ζώντας πια στην Αθήνα. Γράφω πολύ, αλλά λίγα από αυτά θα δουν το φως της δημοσιότητας. Γράφω κυρίως ποίηση και έχω εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. «Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι», Εκδόσεις Samizdat, και «Η Τριγωνομετρία των Παθών», Εκδόσεις Μελάνι. Πρόσφατα κυκλοφόρησαν, από τις Εκδόσεις Παρουσία, τριάντα ποιήματα της μεγάλης Αργεντινής ποιήτριας Αλφονσίνα Στόρνι με τον τίτλο: «No me olviden» σε δική μου απόδοση στα ελληνικά.

 Λ.Ζ. : Μιλήστε μας λίγο για το πρόσφατο βιβλίο σας, ΔΕΚΑ ΠΟΝΤΟΥΣ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ, το βιβλίο που έτυχε θερμής υποδοχής και από την κριτική και από το αναγνωστικό κοινό…

Κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημά  σας είναι η Δασιά. Γεννημένη με προδιαγραμμένη πορεία, όπως όλες οι γυναίκες της υπαίθρου εκείνη την εποχή: γάμος, τεκνοποιία, αγροτικές εργασίες.  Ο εμφύλιος της ανατρέπει καθοριστικά τη ζωή. Αν δεν ζούσε τις μέρες και τα γεγονότα του εμφυλίου, θα είχε μια άλλη πορεία στη ζωή της; Θα μπορούσε να είναι η ηρωίδα σε ένα άλλο μυθιστόρημα ή οι ιστορικές συνθήκες της καθόρισαν την ζωή και εσείς της δώσατε στο βιβλίο σας αυτά τα χαρακτηριστικά, για να τονίσετε την επιρροή του πολέμου και ειδικά του εμφυλίου στις ζωές των ανθρώπων; 

Π. Ν. : Είναι  γνωστό πως οι γυναίκες της Ελληνικής υπαίθρου για άγνωστο ιστορικό βάθος χρόνου από τα παιδικά  τους χρόνια, την εφηβεία, τον γρήγορο γάμο, συνήθως πριν τα είκοσι χρόνια  τους, ήταν τα  οικογενειακά «πολυεργαλεία»! Να απαριθμήσω τι όφειλε να κάνει ένα κορίτσι στο πατρικό σπίτι από τα μικράτα του: Βοήθεια  στην διαχείριση των κοπαδιών και των οικόσιτων ζώων και πτηνών, αξημέρωτα το πρωί και αργά έως που έπεφτε  η νύχτα. Νερό με τη βαρέλα  από την πλησιέστερη πηγή όσες φορές μέσα στη μέρα ήταν αναγκαίο. Εποχικές εργασίες στα χωράφια και στα περιβόλια. Η επιστροφή από εκεί γινόταν με  μια ζαλίγκα ξύλα, για να μη γυρνάνε άδειες! Και  φυσικά αργά τη νύχτα μέχρι να πέσουν για ύπνο, γνέσιμο, πλέξιμο, αργαλειός, ή κέντημα. Η απραξία  μιας κοπέλας εθεωρείτο  βαρύ αμάρτημα και την θεωρούσαν ανεπρόκοπη!

Ένα τυπικό κορίτσι εκείνης της εποχής, η Δασιά μου, επιχειρεί να επαναστατήσει επιχειρώντας το αδιανόητο! Να παντρευτεί τον εκλεκτό της καρδιάς της. Υφίσταται τη διπλή ήττα και από τον αγαπημένο  της που προφασίζεται πως πρέπει να πάρει την άδεια της μάνας  του, αλλά  και την οικογενειακή επιβολή με τη διαχείριση  της μάνας της αλλά και  δια πατρικής  βίας, με ξυλοδαρμό από  τον πατέρα της  το βράδυ  που  έρχεται  η προξενήτρα με την οικογένεια  του γαμπρού να την ζητήσει και  να κανονιστούν  τα της προίκας, αφού χωρίς προίκα γάμος δεν γίνονταν! 

Στους πρώτους μήνες της έγγαμης ζωής της, κοριτσάκι 16 στα 17 της χρόνια ξεσπάει ο εμφύλιος. Ο νεαρός σύζυγος επιστρατεύεται χωρίς πολλά-πολλά από τον ΔΣΕ και οι ανατροπές στη ζωή  της είναι καθοριστικές. Με αποκορύφωμα τον εκτοπισμό της μαζί με όλη την νέα της πια, οικογένεια στην Καρδίτσα. Επικεντρώθηκα στις συνέπειες αυτής της εξέλιξης  και δόμησα μια περσόνα που ζει το δράμα του πολιτικού μετανάστη και μάλιστα γυναίκας, εκτεθειμένης από παντού στο φάσμα της πείνας, της ερωτικής εκμετάλλευσης, της  κοινωνικής περιφρόνησης. Αλλά και το αίσθημα της ξένης μέσα σε μια πατριαρχική οικογένεια, αφού ο άντρας λείπει  και όλοι την βλέπουν με μισό μάτι σαν παρείσακτη. 

Η Δασιά δεν θα ήταν ηρωίδα σε άλλο μυθιστόρημα, η περσόνα της δομήθηκε με  το συγκεκριμένο τρόπο  για  να τονιστούν οι επιπτώσεις του πολέμου  και μάλιστα του εμφυλίου στη ζωή της.

 

Λ. Ζ. : Από όλες τις άλλες γυναίκες του μυθιστορήματος που τις βαρύνουν κρίματα και αμαρτήματα μόνο η Δασιά απολογείται στο Θεό. Φαντάζομαι πως είναι  μια λογοτεχνική επιλογή σας, βάζοντας τον άνθρωπο και  την θνητότητά του να αναμετρηθεί με το μεγάλο φόβο του θανάτου και να προσφύγει στην θεϊκή αγκαλιά, ως ύστερο ανθρώπινο καταφύγιο μπροστά στο αναπόφευκτο της φθοράς και τα αναπάντητα οντολογικά ερωτήματα.

Π. Ν. : Μέσα στην  έπαρση της γνώσης ο άνθρωπος  είναι αναγκασμένος  να ζει την  οδύνη  της επίγνωσης του θανάτου και της θνητότητας. Ο αόρατος Θεός με μια ανθρωπομορφική κατασκευή σεβάσμιου  και δίκαιου Πατέρα είναι η μοναδική καταφυγή για την πλειοψηφία των ανθρώπων ακόμη  και σήμερα που ο ρόλος της ψυχολογίας έρχεται ορμητικά να δώσει παρηγορίες εκεί που εκκλησία για αιώνες είχε την αποκλειστικότητα της εξομολόγησης και της απολογίας στο Θεό. Τα αναπόφευκτα βήματα της μοίρας προς το απόλυτο σκοτάδι  της ανυπαρξίας τα απαλύνει  η σιωπηλή συγκατάνευση του Θεού που μας «ακούει»… Και δημιουργούμε την πλάνη ή την  πεποίθηση της άλλης μας ζωής!

 

Λ. Ζ. : Υπάρχουν στο μυθιστόρημα σας επιρροές από άλλους Έλληνες ή ξένους συγγραφείς;

Π.Ν.:  Θα απαντήσω με την κεντρική ιδέα του ποιήματος «Ένα όνειρο» του Μπόρχες. Το ποίημα λέει πως σε έναν ερημικό τόπο στον Ιράν, υπάρχει ένας όχι πολύ ψηλός πέτρινος πύργος. Ο πύργος δεν έχει ούτε πόρτα ούτε παράθυρα. Στο μοναδικό του  κυκλικό δωμάτιο με χωμάτινο πάτωμα υπάρχει ένα τραπέζι κι ένας πάγκος. Σε αυτό το κυκλικό κελί κάθεται ένας άνθρωπος που μοιάζει σε μένα, και γράφει με ακατανόητα σύμβολα ένα  μεγάλο ποίημα για έναν άνθρωπο που είναι σε ένα άλλο κυκλικό κελί και γράφει ένα ποίημα για έναν άλλο άνθρωπο  σε ένα άλλο κυκλικό κελί…

Η σειρά των γραφιάδων είναι ατέλειωτη και κανένας δεν ξέρει τι γράφουν οι κρατούμενοι!

Καθεμιά και καθένας μας  που διαβάζει  λογοτεχνία είναι το κελί των συγγραφέων και των όσων διαβάζει στην διαδρομή  του. Έτσι στην προσωπική μας  ενδοχώρα  φυτρώνουν εικόνες, λέξεις και σπαράγματα ξένων ζωών  που βρήκαν απάγκιο στα ενδότερα  της μνήμης μας, είτε ως συναπαντήματα του βίου μας, είτε ως μυθιστορίες συγγραφέων που διαβάσαμε.  

 

Λ.Ζ. : Είχατε στο μυαλό σας μια φωνή, μια συγκεκριμένη περσόνα όταν γράφατε την απολογία της Δασιάς στο Θεό;

Π. Ν. : Ναι, τη θεία Βασιλική. Η φωνή της είχε  τη θλίψη και το χρώμα ώριμων  δαμάσκηνων που μας έφερνε στο πατρικό μου. Αυτή η γυναίκα με λάτρευε, με έλεγε «Πασιά μ’» και έλειωναν τα ηχοχρώματα των λέξεων στα χείλη της. Ο κόρφος της μύριζε  βασιλικό. Έτσι όταν έγραφα, έγραφα με τη βεβαιότητα της φωνής της  μες την ασάφεια μιας νοσταλγίας  που είχε βαρύνει επικίνδυνα την μνήμη μου.

Αυτή η πυρκαγιά στο κεφάλι μου έσβηνε μες την ευφρόσυνη άφεση  της κούρασης και με την επιστροφή μου  στην πραγματικότητα.

 

Λ.Ζ. : Οι άντρες του μυθιστορήματος συμπεριφέρονται σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Εμφανίζεται να θέλει να χαλάσει, να αποσυνθέσει, να παραβιάσει κανόνες, ήθη και να υπηρετήσει αρχέγονους ρόλους. Ήταν συνειδητή σας επιλογή για να δικαιώσετε εν μέρει τις ανήθικες και έκνομες επιλογές της ηρωίδας σας;  

Π. Ν. : Η μοίρα των ανθρώπων, η μοίρα της όρισε να πληρώσει βαρύ αντίτιμο ακόμη και για την ανάσα που έπαιρνε στην  διάρκεια του βίου της. Λες και σε κάποιους ανθρώπους η ζωή να μην τους οφείλει ούτε έναν κόκκο ευτυχίας.

Η συγκεκριμένη ερώτηση μου φέρνει στο νου  το ποίημα της Αλφονσίνα Στόρνι, «Προγονικό άγχος» είναι ένα σύντομο ποίημα και  θα μου επιτρέψετε να το παραθέσω αυτούσιο και θα έχετε την απάντηση στο ερώτημά σας.   

 

                      Προγονικό άχθος

 

 

Θυμάσαι που μου είπες: «ο πατέρας μου δεν έκλαιγε ποτέ»

και συνέχισες, «μήτε τον παππού θυμάμαι να δακρύζει.

Οι άνδρες της φαμίλιας μου ήταν αδάκρυτοι

λες κι ήταν καμωμένοι  από ατσάλι».

 

Καθώς μου μιλούσες ένα δάκρυ σου

κύλησε κι έπεσε στο στόμα μου. . .τόσο πικρό φαρμάκι

από τόσο μικρό ποτήρι.

δεν είχα πιει ποτέ ξανά

 

Αδύναμη γυναίκα, καημένη γυναίκα που γεύτηκες

τόσων αιώνων πόνο πίνοντας όλο το φαρμάκι:

«αχ ψυχούλα μου δε μπορεί να υπομένεις  

 όλο αυτό το φορτίο!».

Έτσι και στους ΔΕΚΑ ΠΟΝΤΟΥΣ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ  η μυθιστορία μιμούμενη  τη ζωή δόμησε  μια ηρωίδα που  πλήρωσε τις ανδροκρατούμενες κοινωνικές και τις πολιτικές επιλογές  όλων των άλλων για επιτευχθεί η συλλογική εξιλέωση.

 

Λ. Ζ. : Μπαίνω στον πειρασμό να σας ρωτήσω αν αντί για μυθιστόρημα, θα μπορούσατε όλο τούτο το υλικό να το κάνετε ένα θεατρικό έργο μονολόγου της Δασιάς;

Π.Ν. : Νομίζω πως η Δασιά έχει τα  «θέλγητρα» μιας θεατρικής ηρωίδας, αλλά λέω  να την αφήσω  να τραβήξει το μυθιστορηματικό της δρόμο, με την πεποίθηση πως οι αναγνώστες θα της συμπεριφερθούν αλλιώτικα απ’ ό,τι στην πραγματική ζωή, με ανθρωπιά και κατανόηση…  

 

 

 

 

  

 

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.