Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΙδέεςΠρωτοσέλιδο

 Φάνης Κωστόπουλος: Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο

               

   Από τα αρχαία κείμενα που διδάχτηκαν στο Γυμνάσιο αμέσως μετά τον Πόλεμο και την Κατοχή το πιο εύπεπτο και αγαπητό στους μαθητές ήταν η Κύρου Ανάβασις. Δεν ήταν ανάγκη να είσαι καλός μαθητής στ’ αρχαία Ελληνικά, για να θυμάσαι αργότερα ως ακαδημαϊκός πολίτης την πρώτη φράση αυτού του σχολικού βιβλίου. Αυτό που πρέπει εδώ να προσθέσουμε είναι ότι αυτό το συγγραφικό έργο του Ξενοφώντος χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο, όπου ο Ξενοφών αφηγείται, με γλαφυρή γλώσσα, την εκστρατεία του Κύρου ενάντια στον αδερφό του Βασιλέα Αρταξέρξη για τη διεκδίκηση της βασιλείας και το δεύτερο, όπου γίνεται λόγος για την κάθοδο των Μυρίων, την επιστροφή δηλαδή των Ελλήνων μισθοφόρων, που είχε προσλάβει ο Κύρος για τη διεκδίκηση της βασιλείας, στην πατρίδα τους μέσα από το αχανές, εχθρικό και άγνωστο στους Έλληνες περσικό κράτος. Σήμερα, πέρα από τη στρατιωτική ιδιοφυία του Ξενοφώντος, το βιβλίο αυτό μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι το απέραντο περσικό κράτος δεν ήταν τόσο ισχυρό όσο φάνταζε τότε και ότι αν οι Έλληνες, που εκείνη την εποχή ήταν οι καλύτεροι πολεμιστές του αρχαίου κόσμου, είχαν ενωθεί  σε μια πολιτική και στρατιωτική δύναμη, η κατάκτηση και διάλυση της Περσικής αυτοκρατορίας από τον Αλέξανδρο θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί εκατό περίπου χρόνια νωρίτερα.

   Το θέμα μας όμως σε αυτό το κείμενο δεν είναι το δεύτερο μέρος αυτού του βιβλίου, αλλά το πρώτο, που διδαχτήκαμε κάποτε εμείς οι παλαιοί των ημερών  στο πρωτότυπο ως μαθητές στο Γυμνάσιο, και ιδιαίτερα η προσωπικότητα του Κύρου. Από τις πρώτες γραμμές του βιβλίου μαθαίνουμε ότι

                  Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο,

                  πρεσβύτερος μεν Αρταξέρξης, νεώτερος δε Κύρος.

 Ο Δαρείος, που το 405 π.Χ. ήταν στα τελευταία του, ήθελε και οι δυο γιοι του να είναι παρόντες. Ο Αρταξέρξης, ως διάδοχος του θρόνου, ήταν κοντά στον ετοιμοθάνατο πατέρα του. Τον Κύρο – που ο πατέρας του τον είχε διορίσει σατράπη της Λυδίας, της Φρυγίας και της Καππαδοκίας – έστειλε αγγελιαφόρο να τον καλέσει. Ο Κύρος, «λαβών Τισσαφέρνην ως φίλον», έσπευσε να προλάβει τον πατέρα του στις τελευταίες του στιγμές. Ο  Τισσαφέρνης ήταν κι αυτός σατράπης στη Μικρά Ασία, διορισμένος από τον Δαρείο και μετά τον θάνατο του Δαρείου από τον διάδοχό του Αρταξέρξη, που είχε μνήμη ελέφαντα και έμεινε στην ιστορία ως Αρταξέρξης ο Μνήμων. Είχε  στη δικαιοδοσία του ο σατράπης αυτός τις παράλιες ελληνικές πόλεις της Ιωνίας και το γεγονός ότι η σατραπεία του ήταν γειτονική με εκείνη του Κύρου είχε σαν αποτέλεσμα ν’ αναπτυχθεί μεταξύ τους φιλία. Παρά τη φιλία τους όμως, ο Τισσαφέρνης εποφθαλμιούσε τη σατραπεία του Κύρου και για το σκοπό αυτό, μόλις πέθανε ο Δαρείος, συκοφάντησε τον Κύρο στον αδελφό του, λέγοντας ότι τάχα τον επιβουλεύεται. Ο Βασιλιάς, εύπιστος σαν τον Οθέλλο, συλλαμβάνει και κλείνει στη φυλακή τον αδελφό του με σκοπό μια μέρα να τον σκοτώσει. Η μητέρα του όμως, η Παρύσατις, που είχε μεγάλη αδυναμία στον  Κύρο για τα σωματικά και ψυχικά του χαρίσματα, κατάφερε, παρακαλώντας τον βασιλέα γιο της, να ελευθερώσει τον Κύρο και να τον στείλει πίσω στις Σάρδεις, που ήταν η πρωτεύουσα της σατραπείας του.

    Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο Κύρος κατάλαβε ότι τόσο ο φίλος του όσο και ο αδελφός του ήθελαν να τον εξοντώσουν, σκέπτεται πώς, από δω και πέρα, να μην είναι ποτέ κάτω απ’ την εξουσία κανενός και,  αν είναι δυνατόν, να βασιλεύσει αντί του αδελφού του. Επιπλέον είχε και το επιχείρημα ότι αυτός, αντίθετα από τον αδελφό του Αρταξέρξη, είχε γεννηθεί όταν ο πατέρας του ήταν ήδη βασιλιάς. Το επιχείρημα αυτό στηριζόταν σε προηγούμενη περίπτωση διαδοχής. Πράγματι, ο Δαρείος ο Υστάσπους, που οργάνωσε διοικητικά το απέραντο περσικό κράτος, αν και είχε μεγαλύτερο αδελφό, ανήλθε στον βασιλικό θρόνο της Περσίας, επειδή, όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του ήταν βασιλιάς.  Για το σκοπό αυτό ο Κύρος άρχισε  να συντηρεί κρυφά μισθοφορικά στρατεύματα.    Ο Πρόξενος – που ήταν από τη Βοιωτία και ένας από τους στρατηγούς στο μισθοφορικό στράτευμα των Ελλήνων – είχε διατελέσει , πριν πάει στις Σάρδεις κοντά στον Κύρο, μαθητής του Γοργία και είχε , για τα κοινά πνευματικά  ενδιαφέροντα με τον  Ξενοφώντα, στενή φιλία μαζί του.  Για να πείσει, λοιπόν, τον φίλο του να έλθει στις Σάρδεις, ο Πρόξενος του έστειλε επιστολή και « υπισχνείτο δε αυτώ, ει έλθοι, φίλον τω Κύρω ποιήσειν». Η φράση αυτή όπως και εκείνη η άλλη, ότι ο Κύρος ήταν γι’ αυτόν πιο ωφέλιμος  από την πατρίδα ( ον αυτός έφη κρείττω εαυτώ νομίζειν της πατρίδος) δείχνουν ξεκάθαρα ότι ο δευτερότοκος γιος του Δαρείου και της Παρυσάτιδος ήταν στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. η δημοφιλέστερη και γοητευτικότερη μορφή ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους. Και αυτό δεν το υποθέτω το λέει ο ίδιος ο Ξενοφών στο βιβλίο του : « Εγώ μεν γε εξ ων ακούω ουδένα κρίνω υπό πλειόνων  πεφιλήσθαι ούτε Ελλήνων ούτε βαρβάρων». Δεν πρέπει, επομένως ,να μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι πολλοί από τους Έλληνες πήγαιναν στις Σάρδεις όχι τόσο για το χρήμα, όσο για να γνωρίσουν τον Κύρο και να δημιουργήσουν φιλία μαζί του. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ξενοφών ο Αθηναίος.

   Είναι αλήθεια ότι όσοι μελέτησαν  το βιβλίο αυτό του Ξενοφώντος περισσότερο ασχολήθηκαν με την στρατιωτική περιπέτεια του συγγραφέα και των Μυρίων, παρά με την ηγετική προσωπικότητα του Κύρου. Στο παρόν κείμενο, όπως δείχνει και ο τίτλος του, το θέμα μου είναι ο Κύρος και όχι ο Ξενοφών. Από τον τρόπο πάντως που ο Ξενοφών μιλάει στο βιβλίο του για τον Κύρο, καταλαβαίνουμε πόσο γοητευτική προσωπικότητα πρέπει να ήταν ο προικισμένος με πολλά ψυχικά και σωματικά χαρίσματα γιος της Παρυσάτιδος, της οποίας η μητρική αγάπη, λατρεία, θα έλεγα πιο σωστά, όχι μόνο τον είχε ξεχωρίσει από τον άλλο της γιο, αλλά και τον  βοηθούσε κρυφά  στα σχέδια που κατέστρωνε ενάντια στον αδελφό του. Έτσι, όταν ο Κύρος έστειλε αγγελιοφόρους στον βασιλέα και αξίωνε, ως αδελφός του, να δοθούν σε αυτόν οι παράλιες, ελληνικές πόλεις, που είχαν δοθεί  στον Τισσαφένη, «  η μήτηρ συνέπραττεν αυτώ ταύτα».

   Ο Κύρος, ως άνθρωπος, ως χαρακτήρας, θέλω να πω, είχε πολλές αρετές. Ήταν γενναίος , πιστός στις υποσχέσεις του και γενναιόδωρος στους φίλους και στους ανθρώπους που τον υπηρετούσαν. Ακόμη κι αν δεν θέλουμε να πιστέψουμε στους χαρακτηρισμούς του Ξενοφώντος, μας βεβαιώνουν για τις αρετές του οι πράξεις του. Η γενναιοφροσύνη του, για παράδειγμα, αποδεικνύεται σε δυο περιπτώσεις: σε εκείνη με τον προδότη Ορόντα και στην άλλη με τους δυο λιποτάκτες Έλληνες. Ο Ορόντας ήταν Πέρσης και συγγενής του Κύρου και του Μεγάλου Βασιλέα. Σε πόλεμο με τον Κύρο αιχμαλωτίσθηκε και ο Κύρος, επειδή ήταν γενναίος πολεμιστής, αντί να τον θανατώσει, του χάρισε τη ζωή και τη φιλία του. Όταν όμως επιστολή του Ορόντα προς τον Βασιλέα της Περσίας έπεσε στα χέρια του Κύρου, ο αγαπημένος γιος της Παρυσάτιδος, αφού  κάλεσε στη σκηνή του εφτά από τους επιφανέστερους Πέρσες της ακολουθίας του και τον Κλέαρχο, τον αρχηγό των Ελλήνων μισθοφόρων,  δίκασε  τον Ορόντα, όπως θα δικαζόταν σε δικαστήριο πολιτισμένης χώρας. Παρ’όλα αυτά ο Κύρος τού δίνει ακόμη μια φορά την ευκαιρία να γλιτώσει τη ζωή του και του λέει: « Θα μπορούσες ακόμη μια φορά να γίνεις εχθρός του αδελφού μου και σε μένα φίλος και πιστός;» Ο Ορόντας, που δεν περίμενε μια τέτοια την ερώτηση από τον Κύρο, του λέει: «Ακόμη κι αν ήθελα να γίνω, Κύρε, εσύ βέβαια δεν θα μπορούσες ποτέ να το πιστέψεις πλέον». Ο Κύρος τότε γύρισε προς τους παρευρισκομένους και είπε: « Αυτού του ανθρώπου τέτοιες είναι οι πράξεις του και τέτοια τα λόγια του.  Από εσάς εσύ πρώτος, Κλέαρχε, πες τη γνώμη που έχεις για όσα άκουσες».  Ο Κλέαρχος τον θεώρησε επικίνδυνο και είπε ν’ απαλλαγούν το συντομότερο από αυτόν τον άνθρωπο. Την ίδια γνώμη είχαν και οι εφτά Πέρσες. Νομίζω ότι μέσα από αυτό το περιστατικό μπορεί κανείς να καταλάβει τον χαρακτήρα του Κύρου, αν μάλιστα λάβει  υπόψη  του και τη σύλληψή του από τον αδελφό του, ύστερα από τη συκοφαντία του Τισσαφέρνη, και την χωρίς δίκη φυλάκισή του με σκοπό να τον θανατώσει. Έρχομαι τώρα στη δεύτερη περίπτωση με τους δυο  Έλληνες μισθοφόρους.

   Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες μισθοφόροι δεν γνώριζαν τον  πραγματικό σκοπό του Κύρου, που ήταν η εκστρατεία εναντίον του βασιλέα αδελφού του. Αυτό έγινε αντιληπτό όταν ο Κύρος με το στράτευμά του έφτασε  στη Μυρίανδο  ( παραλιακή και εμπορική πόλη της Συρίας που την κατοικούσαν Φοίνικες),  διανύοντας «σταθμούς τρεις, παρασάγγας δώδεκα». Εκεί δύο από τους στρατηγούς, ο Ξενίας ο Αρκάς και ο Πασίων ο Μεγαρεύς, βρήκαν κρυφά καράβι και έφυγαν με σκοπό να γυρίσουν στην πατρίδα τους, μολονότι ήξεραν ότι ο Κύρος κρατούσε τις οικογένειές τους στις Τράλλεις, πλουσιότατη τότε πόλη της Λυδίας που ήταν σατραπεία του Κύρου. Στο απρόβλεπτο αυτό γεγονός, ο Πέρσης πρίγκιπας δεν έδειξε μόνο τη γενναιοφροσύνη που τον χαρακτήριζε, αλλά και τη διπλωματικότητα με την οποία ήταν προικισμένος. Με ήρεμο ύφος, που έδειχνε άνθρωπο που ξέρει να χειρίζεται τις δύσκολες καταστάσεις, είπε απευθυνόμενος προς το μισθοφορικό στράτευμα των Ελλήνων: «Ας πάνε λοιπόν στο καλό, και ας έχουν υπόψη τους ότι η συμπεριφορά τους προς εμάς είναι κακή και όχι η δική μας προς αυτούς.  Αν και έχω βέβαια τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους υπό φρούρηση στις Τράλλεις, δεν θα στερηθούν τις οικογένειές τους για χάρη της  καλής υπηρεσίας που πρόσφεραν ως τώρα σε μένα». Αυτά είπε ο Κύρος και οι Έλληνες, ακόμη και όσοι απ’ αυτούς δεν ήταν πολύ πρόθυμοι γι’ αυτή την εκστρατεία, «ακούοντες  την Κύρου αρετήν και προθυμότερον συνεπορεύοντο». Δεν πρέπει λοιπόν να αμφιβάλλουμε ότι τα γεγονότα δείχνουν όχι μόνο τον άνθρωπο, αλλά και τον ηγέτη.

   Η φήμη των Ελλήνων ως γενναίων πολεμιστών δεν ήταν κάτι που αγνοούσε ο Κύρος. Οι μάχες στον Μαραθώνα και στις Πλαταιές και κυρίως η ναυμαχία στη Σαλαμίνα είχαν κάνει  πασίγνωστη την πολεμική αρετή των Ελλήνων στο αχανές περσικό κράτος. Γι’ αυτό λίγο πριν από τη μάχη στα Κούναξα (χωριό  κοντά στη Βαβυλώνα και ανάμεσα στους δυο μεγάλους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη, όπου ο Κύρος βρήκε ηρωικό θάνατο, πολεμώντας εναντίον του  αδελφού του το 401 π.Χ.), ο ακριβογιός της Παρυσάτιδος κάλεσε τους στρατηγούς των Ελλήνων μισθοφόρων και είπε μεταξύ άλλων τα εξής, που δείχνουν πόσο καλά ήξερε ο Κύρος τους Έλληνες και πόσο εκτιμούσε τις αξίες που πίστευε αυτός ο λαός: «Άνδρες Έλληνες, όχι γιατί έχω έλλειψη ανθρώπων βαρβάρων σας οδηγώ μαζί μου ως συμμάχους μου αλλά επειδή έχω τη γνώμη ότι εσείς είσαστε πιο ανδρείοι και ανώτεροι από πολλούς βαρβάρους, γι’ αυτό σας πήρα μαζί μου. Κοιτάξτε λοιπόν να φανείτε άνδρες άξιοι της ελευθερίας την οποία έχετε κτήμα σας και για την οποία εγώ σας καλοτυχίζω. Και αυτό γιατί σας διαβεβαιώνω ότι την ελευθερία θα  προτιμούσα και εγώ απέναντι σε όλα τα αγαθά που έχω και ακόμη περισσότερα».  Και τα είπε αυτά ένας Πέρσης στου οποίου τη χώρα, πλην του Βασιλιά, όλοι οι άλλοι, ακόμα και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας θεωρούνται δούλοι. Και αξίζει τον θαυμασμό μας ακόμη περισσότερο, γιατί, ενώ θα μπορούσε να μείνει στην άκρη και να αφήσει το ελληνο-βαρβαρικό του στράτευμα να κερδίσει τη νίκη που θα τον οδηγούσε στον βασιλικό θρόνο της Περσίας, αρνήθηκε λέγοντας στον Κλέαρχο, τον αρχηγό των Μυρίων: «ουκ αμαχεί ταυτ’ εγώ λήψομαι».

   Είναι αλήθεια ότι δεν θα έγραφα αυτό το σημείωμα, αν εκείνοι που ασχολήθηκαν, όπως είπα και πιο πάνω,  με το βιβλίο Κύρου Ανάβασις δεν  αναφέρονταν  κυρίως στην  προσωπικότητα του συγγραφέα και στο στρατιωτικό του κατόρθωμα. Ο Κύρος -θες γιατί ήταν Πέρσης και όχι Έλληνας, θες γιατί σκοτώθηκε και δεν πέτυχε τον σκοπό του – δεν προσέχτηκε από τους μελετητές του βιβλίου όσο θα έπρεπε.  Και το λέω αυτό, γιατί αν ο Κύρος δεν σκοτωνόταν στη μάχη εναντίον του αδελφού του και ανερχόταν στον βασιλικό θρόνο της Περσίας, οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Περσών θα ήταν πολύ διαφορετικές και η εκστρατεία του Αλεξάνδρου ίσως δυσκολότερη, γιατί ο Κύρος, που είχε σκοπό να κρατήσει κοντά του πολλούς από τους Μυρίους, θα οργάνωνε τον περσικό στρατό έχοντας ως  πρότυπο τους Έλληνες μισθοφόρους του.  Επίσης διαφορετική θα ήταν και η αρχαία ελληνική ιστορία στον 4ο π. Χ. αιώνα. Μετά τον θάνατο του Κύρου, ο Αρταξέρξης ανέθεσε στον Τισσαφέρνη τη διοίκηση της Καρίας, της Καππαδοκίας, της Φρυγίας και των ελληνικών πόλεων στα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι Έλληνες, που όσο ήταν ο Κύρος δεν κινδύνευαν από το μίσος και τη σκληρότητα του Τισσαφέρνη, ζήτησαν, για να τον αντιμετωπίσουν, τη βοήθεια της Σπάρτης, που πρόθυμα έστειλε τον Θίβρωνα με πέντε χιλιάδες στρατό και στη συνέχεια νέες δυνάμεις με τον Δερκυλίδα και αργότερα  άλλες με  τον Αγησίλαο.  Εάν όμως ο Κύρος είχε πετύχει τον σκοπό του και γινόταν βασιλιάς της Περσίας, αφ’ ενός θα είχε αποκεφαλίσει τον Τισσαφέρνη πολύ πιο γρήγορα από τον αδελφό του, που προέβη σε αυτή την ενέργεια, όταν οι δυνάμεις του Τισσαφέρνη ηττήθηκαν το 395 π.Χ. στον Πακτωλό ποταμό από τους στρατιώτες του Αγησίλαου,  και αφετέρου οι Έλληνες της Μικράς Ασίας  δεν θα ήταν αναγκασμένοι να ζητήσουν βοήθεια από τη Σπάρτη. Επομένως, τα ιστορικά γεγονότα στον 4ο αιώνα π.Χ. θα εξελίσσονταν πολύ διαφορετικά.    

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.