Ολίγα τινάΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Φάνης Κωστόπουλος:  GEORGES  SIMENON – Αλήθειες και ψέματα

   Το θέμα αυτού του κειμένου με γυρίζει πίσω στα γυμνασιακά μου χρόνια, όταν την ώρα του μαθήματος των θρησκευτικών κρυφοδιάβαζα, ο αθεόφοβος, το περιοδικό Μάσκα του Απόστολου Μαγγανάρη. Ναι, από τότε, από τα χρόνια της εφηβείας, τα αστυνομικά περιοδικά και βιβλία ήταν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η πνευματική μου τροφή. Ανάμεσα στους ήρωες των αστυνομικών βιβλίων ήταν και ο Επιθεωρητής Μαιγκρέ ( Comissaire de police Maigret ) του Ζορζ  Σιμενόν. Η αγάπη μου για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα έστρεψε, κάποια στιγμή, το ενδιαφέρον μου και σε σελίδες της προσωπικής του ζωής, που άρχισα, μάλιστα, να τις βρίσκω πιο ενδιαφέρουσες από εκείνες των βιβλίων του. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και με την Αγκάθα Κρίστι, όταν διάβασα το αυτοβιογραφικό της βιβλίο  Come, tell me how you live. Και αυτό γιατί η εκτίμηση προς τους συγγραφείς οφείλεται κυρίως στις ιδιομορφίες τους. Πράγματι, δεν υπάρχει καμία γοητεία, καμία γκλαμουριά στο ότι ένας συγγραφέας κουρεύει το γρασίδι στον κήπο του, αγαπάει τη γυναίκα του ή  πηγαίνει βόλτα τον σκύλο του. Ο Σιμενόν – που ξεκίνησε ως ρεπόρτερ σε βελγική εφημερίδα – καταλάβαινε τη σημασία της δημοσιότητας, ενώ τον ενθάρρυναν να γράφει ιστορίες με ήρωα τον εαυτό του. Πολλά λοιπόν από όσα γράφτηκαν για τη ζωή του Ζορζ Σιμενόν δεν είναι παρά ένας μύθος. Ένας όμως ευχάριστος μύθος, για να είμαστε δίκαιοι. Οι εκδότες του – που τον παρακινούσαν να επινοεί ιστορίες για τη ζωή του – ήξεραν καλά ότι οι σκαμπρόζικες ειδήσεις στις σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών είναι που κάνουν έναν συγγραφέα διάσημο και εκτοξεύουν τις πωλήσεις στα ύψη, και όχι οι στεγνές των βιβλίων του λογοτεχνικές κριτικές.

   Μεσήλικας ήταν πια ο Ζορζ Σιμενόν και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα. Οποιοσδήποτε μπορούσε τότε να πει ό,τι ήθελε γι’ αυτόν, χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίδραση. Ξεχάστε λοιπόν την ιστορία που θέλει τον Σιμενόν να διαβάζει στα δεκαέξι του χρόνια τα Απομνημονεύματα του Καζανόβα με σκοπό να τον ξεπεράσει κατακτώντας 10.000 γυναίκες, προτού η ηλικία του τον κατατάξει  στην κατηγορία του σεξουαλικά άμαχου πληθυσμού. Ξεχάστε και την ιστορία που τον θέλει να γράφει ένα μυθιστόρημα μέσα σε μια βδομάδα  σε ένα γυάλινο κλουβί, ενώ τον παρακολουθούσαν πλήθη ενθουσιασμένων θαυμαστών του. Τέτοια απίθανα πράγματα γράφτηκαν γι’ αυτό τον συγγραφέα.

  Αυτό όμως που είναι, αναμφισβήτητα, αληθινό είναι η παραγωγικότητά του. Λέγεται ότι έχει γράψει 382 μυθιστορήματα από τα οποία τα μισά περίπου φέρουν την υπογραφή του, καθώς και πολλά άρθρα. Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση ο μύθος έχει παίξει τον ρόλο του. Όσο παραγωγικός κι αν ήταν, αυτός ο αριθμός των μυθιστορημάτων είναι υπερβολικός.  Ακόμη και για τον Μπαλζάκ, που  έγραφε επίσης  εύκολα και ήθελε να γεμίσει μια σειρά με μυθιστορήματα και νουβέλες, την περίφημη Ανθρώπινη Κωμωδία, θέλω να πω, ο αριθμός αυτός θα ήταν, αν ζούσε βέβαια τα χρόνια που έζησε  ο Σιμενόν, πάλι υπερβολικός. Είχαν όμως ο συγγραφέας και οι εκδότες του τόσο καλά κυκλοφορήσει και εμπεδώσει τη φήμη ότι ο Σιμενόν γράφει πολύ γρήγορα τα βιβλία του, ώστε αυτή η πνευματική του ικανότητα έγινε κάποια στιγμή και ανέκδοτο.  Υποτίθεται – σύμφωνα με αυτό το ανέκδοτο – ότι ο γνωστός σκηνοθέτης Άλφρεντ Χίτσκοκ τον πήρε ένα πρωί τηλέφωνο στο σπίτι του.

Λυπάμαι, απάντησε κάποιος από το προσωπικό του Σιμενόν, γιατί μόλις άρχισε ένα καινούργιο μυθιστόρημα.

– Δεν υπάρχει πρόβλημα, είπε ο Χίτσκοκ, που είχε ακούσει για το γρήγορο γράψιμο του Σιμενόν,  θα περιμένω.

                                                       

  Ο Σιμενόν, λοιπόν, έγραφε πράγματι γρήγορα, όχι όμως μέχρις αυτού του σημείου που  θέλει η φήμη του. Πάντως, για να είμαστε δίκαιοι, θα έλεγα ότι  το να γράψεις ένα μυθιστόρημα, μέσα σε έναν μήνα, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά δύσκολο, όχι όμως ακατόρθωτο. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας ότι πολλά από τα μυθιστορήματά του είναι σχετικά μικρά και μοιάζουν περισσότερο με νουβέλες. Και αυτό χωρίς ν’ασχολείται πολύ με την επεξεργασία του κειμένου. Ο Έντγκαρ Ουάλας  – του οποίου αρκετά μυθιστορήματα είχαν γίνει ταινίες –  χρησιμοποιούσε το ίδιο κόλπο, γιατί όπως ο Σιμενόν είχε κι αυτός ανάγκη από χρήματα για να διατηρήσει έναν πολυτελή τρόπο ζωής. Θα έλεγα ακόμη ότι παρ’ όλο που ο αριθμός των πωλήσεων  των βιβλίων του Σιμενόν ήταν μεγάλος, ελάχιστα από τα βιβλία του ήταν εμπορικές επιτυχίες, ακόμη και αυτές οι ιστορίες με τον Επιθεωρητή Μαιγκρέ. Επομένως, αυτό που τον έκανε πλούσιο είναι ο μεγάλος αριθμός των τίτλων του. Ωστόσο, ο Pierre Assouline , από του οποίου το βιβλίο  SIΜΕΝΟΝ  ( édition Knopf ) προέρχονται όλες αυτές οι πληροφορίες, που μας αποκαλύπτουν έναν διαφορετικό Σιμενόν από αυτόν που ξέραμε, τον αντιμετωπίζει στο βιβλίο του σε μεγάλο ποσοστό με στοργικότητα.  Φτάνει, μάλιστα, και στο σημείο να τον θεωρεί αντάξιο του André  Gide και του Albert Camus, ενώ συμπάσχει μαζί του για το γεγονός ότι δεν πήρε το νόμπελ όπως εκείνοι.  Όσο για τη φήμη του γυναικοκατακτητή, την οφείλει, θα έλεγε κανείς, στο γεγονός ότι ο συγγραφέας του επιθεωρητή Μαιγκρέ ήταν  γυναικάς όπως τόσοι και τόσοι άλλοι άντρες.

                                  

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.