Loading...
ΑφιερώματαΛαμπριάτικο αφιέρωμαΠρωτοσέλιδο

Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ, ΓΛΥΚΥΤΑΤΟΝ ΜΟΥ ΤΕΚΝΟΝ, ΠΟΥ ΕΔΥ ΣΟΥ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ; Ένα απάνθισμα των υπέροχων, υψηλής ποιητικής τέχνης, εγκωμίων της Μ. Παρασκευής. Μετάφραση: Γεωργία Παπαδάκη

 ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

                                                                           Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ κατετέθης, Χριστέ,

                                                                  καὶ ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο,

                                                                  συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.                                           

 

Ὁ ὡραῖος κάλλει…

Ο ωραίος σε κάλλος πάνω απ’ όλους τους θνητούς φαίνεται τώρα ως νεκρός που ’χει χαθεί η (λαμπερή) μορφή του, Αυτός που κόσμησε του καθενός τη φύση μ’ ωραιότητα.

 

Ἰησοῦ, γλυκύ μοι…

Ιησού, φως μου σωτήριο και γλυκό, πώς μες σε τάφο σκοτεινό έχεις βρεθεί

ολότελα κρυμμένος;! Ω της άφατης, της άρρητης ανεκτικότητάς σου σε εμάς!

 

Νοερῶν συντρέχει…

Των νοερών (αγγελικών) στρατιών το πλήθος τον Ιωσήφ1 και τον Νικόδημο συντρέχει, Εσένα τον αχώρητο μες σε μικρό να σε χωρέσουν μνήμα.

 

Συγκλονεῖται φόβῳ…

Συγκλονίζεται από φόβο ολόκληρη, Λόγε, η γη, και ο Φωσφόρος (ήλιος) έκρυψε τις ακτίνες του, αφού το μεγαλύτερο δικό σου φως κρύφτηκε κάτω από τη γη.

 

Δακρυρρόους θρήνους…

Με θρήνους και ροές δακρύων ραντίζοντάς σε μητρικά η Αγνή, εκραύγαζε: Πώς να σε κηδέψω, Γιε μου;!

 

Ὥσπερ σίτου κόκκος…

Καταπώς κόκκος σιταριού κάτω στης γης τους κόλπους εισχωρώντας, απέδωσες το στάχυ το πολύκαρπο, καθώς ανέστησες τους προερχόμενους απ’ τον Αδάμ θνητούς.

 

Οἴμοι, φῶς τοῦ κόσμου!…

Αλίμονό μου, φως του κόσμου! Αλίμονό μου, φως δικό μου! Ιησού μου, πάνω απ’ όλους ποθεινέ, έκραζε η Παρθένος θρηνολογώντας γοερά.

 

 

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

                                                            Αἱ γενεαὶ πᾶσαι ὕμνον τῇ ταφῇ σου

                                                            προσφέρουσι, Χριστέ μου.

 

Μόνη γυναικῶν…

Μόνη εγώ απ’ τις γυναίκες, Τέκνο, σε έφερα στον κόσμο δίχως πόνο, μα τώρα πόνους νιώθω μέσα μου από το πάθος σου αφόρητους, έλεγε η Σεμνή.

 

Ρήγνυται ναοῦ καταπέτασμα…

Σχίζεται του ναού το καταπέτασμα2 με τη δική σου σταύρωση, και οι αστέρες που φωτίζουνε (στον ουρανό) κρύβουν το φως τους, Λόγε, σαν κρύφτηκες, ΄Ηλιε εσύ, κάτω από τη γη.

 

Ἥλοις σε Σταυρῷ…

Τρυπημένο με καρφιά επάνω στο Σταυρό όταν σε είδε, Λόγε, η Μητέρα σου και  να σε βάζουνε σε λάκκο, βέλος πικρό χτύπησε την καρδιά της.

 

Ὄμμα τὸ γλυκὺ…

Πώς τα γλυκά τα μάτια και τα χείλη σου να κλείσω, Λόγε; Και πώς νεκροπρεπώς να σε κηδέψω;! Με φρίκη φώναζε ο Ιωσήφ.

 

Λίθος λαξευτὸς…

Λίθος (από ανθρώπου χέρι) λαξευτός τον ακρογωνιαίο (της εκκλησίας) σκεπάζει λίθο· και άνθρωπος θνητός  ωσάν θνητό κρύβει τώρα στον τάφο τον Θεό· ρίγησε από φρίκη γη!

 

Ἴδε μαθητήν…

Ρίξε το βλέμμα σου στον μαθητή που αγάπησες και στη Μητέρα σου, γλυκύτατό μου Τέκνο, και δώσ’ μας τη φωνή σου να ακούσουμε, έκραζε χύνοντας δάκρυα η Αγνή.

 

Ἔδυς τῇ σαρκί…

΄Εδυσες σαρκικά στη γη ο φωτοφόρος ο αστέρας που ποτέ σκοτάδι δεν γνωρίζει· και μην αντέχοντας αυτό να βλέπει ο ήλιος, σκοτείνιασε μες στο καταμεσήμερο.

 

Ὥσπερ πελεκάν…

Όπως ο πελεκάνος, πληγωμένος στην πλευρά σου, Λόγε, ζωή έδωσες στα παιδιά σου τα νεκρά στάζοντας πάνω τους κρουνούς ζωοποιούς.

 

 

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

                                                                  Ἔρραναν τὸν τάφον αἱ μυροφόροι

                                                                   μύρα, λίαν πρωῒ ἐλθοῦσαι.

 

Οὓς ἔθρεψε τὸ μάννα…

Εκείνοι που τους έθρεψε το μάννα φέρουνε στον Σωτήρα χολή μαζί με ξύδι.

 

Γύναια σὺν μύροις…

Γυναίκες ήλθανε με μύρα, για να μυρώσουν τον Χριστό που ’ναι το θείο μύρο.

 

Ἡ Δάμαλις τὸν Μόσχον…

Η Δαμάλα τον Μόσχο βλέποντας στο ξύλο κρεμασμένο σπαρακτικά θρηνούσε.

 

Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη…

Εκραύγαζε η Κόρη, χύνοντας δάκρυα καυτά και νιώθοντας τα σπλάγχνα της να σφάζουν.

 

Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου…

Ω φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατό μου Τέκνο, πώς μες σε τάφο θαμμένο είσαι τώρα;!

 

                                                            

 

 

 1) Ο λόγος για τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, τον κρυφό μαθητή του Ιησού, ο οποίος ζήτησε και έλαβε από τον Πιλάτο την άδεια να θάψει το νεκρό σώμα τού Κυρίου σε δικό του λαξευτό τάφο. Βοηθούμενος από τον Νικόδημο αποκαθήλωσε το ιερό σώμα από τον Σταυρό και το τοποθέτησε στον τάφο. 
2)Ο ναός της Ιερουσαλήμ που κτίστηκε από τον βασιλιά Σολομώντα (962-955 π. Χ.) απαρτιζόταν από τρεις χώρους: τον πρόναο, τα άγια και τα άγια των αγίων. Στον τελευταίο χώρο φυλασσόταν η κιβωτός της διαθήκης κάτω από δύο χρυσά χερουβίμ, και σε αυτόν έμπαινε μόνο μία φορά τον χρόνο ο αρχιερέας· τον χώριζε δε από τα άγια, τον μεσαίο χώρο, το καταπέτασμα, ένα παραπέτασμα από πολύτιμο και χρυσοστόλιστο ύφασμα.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.