You are currently viewing Φάνης Κωστόπουλος:Η αρετή του Μπαμ

Φάνης Κωστόπουλος:Η αρετή του Μπαμ

            “ Δεν είσαι υποχρεωμένος ν’ αγαπάς τα ζώα είσαι όμως υποχρεωμένος να σέβεσαι τα δικαιώματά τους, αν θέλεις να λογίζεσαι πολιτισμένος ή το λιγότερο άνθρωπος.”  Φ.Κ.

                                                 

    Η δική μου ζωή εδώ στην εξοχή είναι όπως τη φαντάζεστε: ήσυχη, μοναχική, φιλάγραυλη. Η παράγκα μου, το περιβολάκι, η γύρω φύση, το πηγαδίσιο νερό που πίνω, όλα μαζί, κινητά κι ακίνητα, βλογημένα κι αβλόγητα, θυμίζουν κάτι απ’ τον Αι- Γιάννη τον Πρόδρομο, κάτι κι απ’ το Thoreau, κι ακόμα κάτι από αυτό το στίχο του William Wordsworth, που βρέχεται κι ανεμοδέρνεται πάνω στην πόρτα της παράγκας: Let nature be your teacher. Αποτραβηγμένος σ’ αυτή την άκρη του Θεού, βλέπω τον κόσμο σαν να ‘μαι έξω απ’ τον κόσμο. Και τον βλέπω κάπως παράξενα, κάπως διαφορετικά από τους ανθρώπους των πόλεων, γιατί μπερδεύω τα εδώ με τα εκεί, τα απλά δηλαδή της εξοχής με τα περίπλοκα της πόλης και βγάζω συμπεράσματα που ταράζουν κάπως τους αστούς και τους κάνουν ν’ αγανακτούν και να σαρκάζουν, ν’ αντιδρούν δηλαδή φυσιολογικά στην ταραχή τους ή να προσπαθούν να την καμουφλάρουν. Να λοιπόν για παράδειγμα τούτη η απλή κι ασήμαντη ιστορία, απλή κι ασήμαντη όσο και ένας σκύλος που τον πατάς με τ’ αυτοκίνητό σου και συνεχίζεις το ταξίδι σου ο ίδιος όπως και πριν – σαν να μη συνέβη τίποτα…

                                                                      

    Από τους δυο  φίλους που με συντροφεύουν σ’ αυτή στην ερημιά,  ο Μπαμ —  ένας τετράποδος αλητάκος που εδώ και κάμποσους μήνες ήρθε να μείνει στην παράγκα μου — είναι αρκετά προχωρημένος στην ηλικία. Πράγματι, μερικοί τσοπάνηδες που τον ξέρουν καλά λένε πως τον θυμούνται στην περιοχή για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Και τον θυμούνται πάντα χωρίς αφεντικό, χωρίς αλυσίδα, να τρέχει λεύτερα και ξέφρενα μέσα στ’ αμπέλια και τα λιόδεντρα, κυνηγώντας τα πουλιά που χαμοπετούσαν και κατατρομάζοντας τις χελωνίτσες που έμπαιναν στο καβούκι τους να γλιτώσουν από τον κίνδυνο, και σταματώντας ύστερα ξεγλωσσιασμένος και αποκαμωμένος σ’ ένα δέντρο ή σ’ ένα φράχτη, να σηκώνει το ‘να του πισινό ποδάρι για να πιτσιλήσει, θαρρείς, όχι το δέντρο ή το φράχτη, αλλά την ανθρώπινη υποκρισία, που παρά τα χάδια της και τα ζωόφιλα αισθήματά της, τον είχε αφήσει να τρέφεται από τα σκουπίδια. Ο ίδιος πάντως δεν φαίνεται να έχει απαιτήσεις σεβασμού για την ηλικία του. Ούτε έκανε ποτέ παράπονο για την αδιαφορία της Φιλοζωικής, που τον άφησε σε τέτοια ηλικία χωρίς πιάτο και κεραμίδι, χωρίς Ι.Κ.Α. και στοργή να θυροδέρνει. Στάθηκε όμως τυχερός. Τυχερός γιατί, όπως λέει και μια εγγλέζικη παροιμία, Every dog has his day.

                                                                 

   Ήταν μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα τότε που η Τζακούλα , η σκύλα μου, τον έφερε για γάλα και μου τον σύστησε ως φίλο της, boy friend, όπως θα έλεγε στη θέση της μια πιο εξελιγμένη bitch. Από κείνη λοιπόν την ανοιξιάτικη μέρα, ο Μπαμ – γιατί πώς αλλιώς να πεις, πώς αλλιώς να φωνάξεις ένα πλάσμα που το στέλνουν οι ουρανοί, η τύχη και οι δρόμοι, και κάνει μπαμ από μακριά πως είναι πράγματι ένας Bum; – o Μπαμ λοιπόν έγινε του σπιτιού και σαν τρίτος της παρέας έδωσε σαν ίσος προς ίσους τον όρκο των τριών σωματοφυλάκων: « Ένας για όλους και όλοι για έναν». Έτσι πήρε αμέσως  τα δικαιώματά του: τρία γεύματα την ημέρα, ένα με γάλα και δύο με ό,τι βρεθεί. Πρέπει ακόμα να πω, να παραδεχτώ μάλλον, πως πρόκειται ουσιαστικά για έναν συνηθισμένο σκύλο που αγαπάει  τα κόκαλα, τα χάδια και τα παιχνίδια. Ωστόσο, έχει και  κάτι που μερικές φορές , μόνο μερικές φορές, τον ξεχωρίζει και τον κάνει σχεδόν μοναδικό: μια σπάνια περηφάνια, σπάνια τουλάχιστον για σκύλο, που την απόκτησε ζώντας ελεύθερα και χωρίς τη φροντίδα κανενός. Χωρίς αμφιβολία αυτόν θα διάλεγε ο Δουμάς από τους τρεις μας να είναι ο Άθως, ο κόμης της Φέρας. Και δε θα’χε άδικο, γιατί ένα πρωί που τον θύμωσα δεν έφαγε τίποτα και σωστός κόμης της Φέρας απαξίωσε να μου ρίξει έστω και ένα βλέμμα. Και αυτό κράτησε ως την άλλη μέρα που τέλειωσε, όπως φαίνεται, η τιμωρία μου.

                                                                          

    Για να πάρετε όμως μια ιδέα από τη ράτσα του και την κοψιά του, δεν έχετε παρά να φέρετε στη μνήμη σας το θρυλικό σκυλί τη Λάσι, αν και ο Μπαμ είναι πιο μικρός στο ανάστημα, πιο ντελικάτος και με τρίχωμα που το ποικίλλουν αρμονικά ωραίοι χρωματισμοί του μαύρου, του άσπρου και του μπεζ. Είναι σκυλί, θα έλεγα, του σαλονιού και τα υπέροχα μάτια του – δυο λίμνες ειδυλλιακές, όπου σκύβει και καθρεφτίζεται η ανθρώπινη σκυλολατρία – είναι, θαρρείς, φιλοτεχνημένα από τον Μουρίλλο, τον ζωγράφο που μας χάρισε η τέχνη του τα πιο όμορφα μάτια της ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Και όταν πάλι τρέχει με την πλούσια χαίτη του και την όρθια φουντωτή ουρά του να κυματίζει στον άνεμο σαν παντιέρα, νομίζει κανείς πως δεν τρέχει σκύλος, αλλά πως καλπάζει άλογο – τόσο περήφανη κίνηση και κορμοστασιά έχει.

                                                                       

     Κάθε πρωί τον χαίρομαι στα τρελά του παιχνίδια με τη Τζακούλα. Και κάθε νύχτα — αν και άθεος σχεδόν — προσεύχομαι για τα δυο ζωντανά μου, λες και με σφράγισε η ζωόφιλη καλοσύνη του Coleridge:

                               Ηe prayeth well , who loveth well

                               Both man and bird and beast.

Ένα μεγάλο μέρος της ημέρας του αρέσει να ξαπλώνει κάτω από τα δέντρα και να στοχάζεται… Σπάνια συνήθεια βέβαια για σκύλο, αλλά στις μέρες μας ακόμα πιο σπάνια για άνθρωπο. Ωστόσο, βλέποντάς τον σου φεύγει η φράση απ’ το στόμα μόνη της: Να επιτέλους και ένας γνήσιος κυνικός φιλόσοφος! Και όταν πάλι θέλει – και θέλει συχνά – να γεμίσει τις μπαταρίες τού στοχασμού του, κάνει μοναχικούς περιπάτους σαν τον Χριστό.  Κάποτε όμως  και ταξίδια σαν τον Μάρκο Πόλο. Και τότε τον χάνουμε για δυο ή τρεις μέρες. Να όμως και κάτι που δείχνει καλύτερα το ήθος του ζώου. Ένα όμορφο πρωινό πήρα τον Μπαμ και τ’  Απομνημονεύματα του Καίσαρα, και τράβηξα να διαβάσω στο βουνό. Η Τζακούλα, όπως πάντα, έμεινε να φυλάει την παράγκα. Ήταν φθινόπωρο, ευλογημένη ώρα του τρύγου, και κάμποσες αγρότισσες είχαν μπει στ’ αμπέλια να τρυγήσουν. Μια απ’ αυτές, η πιο νέα ίσως, είχε αφήσει το μωρό της κάτω από ‘να δέντρο. Μόλις το είδε ο Μπαμ, έτσι μικρό, λαχταριστό και τριανταφυλλένιο, έτρεξε γρήγορα καταπάνω του. Αν και ήξερα καλά τον Μπαμ,  η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Η μάνα του μωρού απασχολημένη με τη δουλειά, δεν πήρε είδηση τίποτα. Το μωρό που δεν καταλάβαινε τον κίνδυνο σήκωσε τα χεράκια του λες κι ήθελε να τον χαϊδέψει. Ο Μπαμ το μύρισε και το’γλειψε στο πόδι, στο χέρι και στο μάγουλο, σχεδόν το φίλησε και το προσκύνησε. Εκείνο γέλασε και γουργούρισε χαρούμενα. Κι η μάνα του ακούγοντας το γέλιο του και το χαρούμενο γουργουρητό του, έμεινε ακόμα πιο ξένοιαστη. Ο Μπαμ γύρισε τότε και με κοίταξε που είχα γίνει άσπρος σαν το πανί. Είχε ένα βλέμμα γεμάτο ήλιο και καλοσύνη, ένα βλέμμα που σού ‘λεγε με την πιο μεγάλη ευγλωττία: « Ησύχασε!… δεν έκανα τίποτα κακό εμείς οι σκύλοι έχουμε τη φήμη πως δαγκώνουμε, τη χάρη όμως την έχουν οι άθρωποι». Τέτοιος είναι από τη φύση του ο Μπαμ. Τέτοιο θα τον μαστόρευε κι η αληθινή τέχνη, ήρεμο, απλό κι ασήμαντο σαν τόσους σκύλους – αλλά κι ανεπανάληπτο. Γιατί κι ο πιο μηδαμινός ανάμεσά μας έχει και κρύβει μέσα του το άπειρο… Ή πιο απλά, το ζωώδες ή το ανθρώπινο μαζί με το θείο το αξεπέραστο…

                                                                         

   Ξαπλωμένος κοντά στη σόμπα και βυθισμένος στους στοχασμούς του, μου δίνει ο Μπαμ  την ευκαιρία να τον προσέξω καλύτερα.  Αν και γέρικο σκυλί, λέω μέσα μου, δεν υπάρχει επάνω του τίποτα που να προδίνει τα γερατειά του. Το τρίχωμά του είναι γυαλιστερό και απαλό σαν πούπουλο, τα δόντια του άσπρα κι αστραφτερά σαν τις χιονοκορφές και τα μάτια του, τα όμορφα εκείνα μάτια του, δεν έχουν χάσει τίποτα  από τη λάμψη της πρώτης του νιότης. Γιατί λοιπόν να μην είναι και οι άνθρωποι στα γερατειά τους έτσι όπως ο Μπαμ; Γιατί να γεμίζουν ρυτίδες, να πέφτουν τα δόντια τους και να χάσκει το στόμα τους σκοτεινό σαν τάφος; Γιατί να νερουλιάζει  η σάρκα τους σαν πλεμόνι και να σακουλιάζουν τα μάτια τους χάνοντας τη λάμψη και την ομορφάδα της νιότης; Τι είναι λοιπόν εκείνο που κάνει πιο όμορφα και πιο αξιόπρεπα τα γερατειά του Μπαμ από τα δικά μας; Να ‘ναι άραγε η πιστότητα , η ειλικρίνεια και η αφοσίωση που  χαρακτηρίζουν αυτό το ζώο και που λείπουν από μας; Και είναι επομένως τα ψέματα και η υποκρισία που σαπίζουν τη σάρκα μας και όχι ο χρόνος; Τα ψέματα που λέμε ο ένας στον άλλο και μουχλιάζουν μέσα μας;  Ίσως, κι ας μην μπορώ να το πιστέψω. Άλλωστε, δε γνωρίζω άλλον από τον ποιητή των Ανθέων του κακού που να κοίταξε μέσα του και να ένιωσε όπως εκείνος:

      Αh! Seigneur! Donez- moi la force et le courage

      De contempler mon cœur et mon corps sans dégoût !

      (Κύριε! Δώσε μου τη δύναμη και το κουράγιο

      Να θαυμάσω την καρδιά μου  και το κορμί μου χωρίς  αηδία!)  Φ.Κ.

 

                                  

                                           

 

                                      

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.