You are currently viewing Παυλίνα Παμπούδη: Η γκαζιέρα

Παυλίνα Παμπούδη: Η γκαζιέρα

 Η ΓΚΑΖΙΕΡΑ

 

Η Κλεάνθη έριξε μια θυμωμένη ματιά στην κόρη της. «Τι ώρα είναι αυτή πού γυρνάς και του λόγου σου; Είναι τόσες δουλειές να γίνουν και μ’ αφήνετε όλοι μόνη μου να παλεύω. Έφεραν τα έπιπλα κι η κάμαρα δεν ήταν ακόμα αδειασμένη. Τ’ άφησαν μες στη μέση. Μα κανένας δεν σκέφτεται εδώ μέσα πως έχω μόνο δυο χέρια;»

«Είδα το γαλάζιο νυφικό, μαμά, δεν μπορείς να φανταστείς τι ωραίο που είναι! Σιελ και τα τούλια του πέπλου, σιελ και τα γοβάκια! Έχει μεγάλο ντεκολτέ, εφαρμοστό κορσάζ – αμπίρ – με φουσκωτά μανίκια. Κι η φούστα ίσια, κλοσάρει λίγο, θα πέφτει τέλεια!» είπε η Έλλη αναψοκοκινισμένη, βγάζοντας τα γάντια και λύνοντας το κασκόλ της.

Ήταν μια μικρόσωμη έφηβη, ασχημάτιστη ακόμα, με έντονα χαρακτηριστικά και μάλλον σημιτική κατατομή. Είχε πάρει απ’ τον Μωυσή – η μόνη απ’ την οικογένεια που δεν έμοιαζε καθόλου στους Βορεάδηδες.

Κρέμασε στο πορτ μαντώ το παλτό της, έβγαλε και το σκουφί. Τα μαύρα σγουρά μαλλιά της με τη χωρίστρα στη μέση τινάχτηκαν δεξιά – αριστερά σαν ελατήρια. Προσπάθησε να τα στρώσει με τη συνηθισμένη, μάταια κίνηση που έκανε κάθε τόσο. Έμειναν, σαν το κάλυμμα κεφαλής των φαραώ, να πλαισιώνουν ανήσυχα το τριγωνικό της πρόσωπο.

«Ξιπασιές», είπε η Κλεάνθη. «Εξεζητημένα πράγματα. Η Ηρώ μπορούσε κάλλιστα να φορέσει το δικό μου, λίγο της έπεφτε; Ήθελε μοντέρνο. Αυτές οι αδελφές της, της φουσκώνουν τα μυαλά. ΄Επρεπε, μαθές, να βρει το παριζιάνικο μοντελάκι του σπουδαίου οίκου. Ωτ Κουτύρ. Τόσα λεπτά πεταμένα!»

«Ανεβαίνω να δω τα έπιπλα», είπε η Έλλη. «Και να βγάλω τα παπούτσια μου, με πέθαναν. Μια ώρα ποδαρόδρομο και με τον βοριά από μπροστά να με βιτσίζει…»

Η Κλεάνθη πήγε στο παράθυρο, παραμέρισε τα στόρια και κοίταξε έξω. Ο δρόμος ήταν άδειος. Είχε αρχίσει να πέφτει χιονόνερο.

«Δεν είχες λόγο να πας πάλι εκεί, να μπερδεύεσαι στα πόδια τους. Στένεις αυτί όμως όντε σου μιλώ;»

«Η Ηρώ με ήθελε εκεί. Αφού δεν μ’ άφηνε να φύγω», φώναξε η Έλλη απ’ το πλατύσκαλο.

«Απ’ την άλλη βδομάδα θα σ’ έχει μέρα νύχτα δικιά της», είπε με ξινισμένο ύφος η Κλεάνθη. «Θα γυρίσει και στη σχολή του ο γαμπρός και τότε πια, θα παίζετε συνέχεια τις κουμπάρες οι δυο σας. Δεν περίμενε ο ευλογημένος να πάρει το πτυχίο του, ήθελε και γάμους. Μη χάσει.»

Δεν είχε κανένα λόγο ο ανόητος να πάει να παντρευτεί και μάλιστα από τώρα. Πριν πήξει το μυαλό του, πριν τελειώσει τις σπουδές του, πριν βρει μια δουλειά. Εντάξει, υπήρχε κάποια περιουσία στην οικογένεια της νύφης, αλλά ήταν τόσο μπερδεμένη και τόσοι πολλοί την είχαν ήδη ροκανίσει και συνέχιζαν να την ροκανίζουν, επίτροποι, αδελφές, αδελφοί, γαμπροί. Η Ηρώ, εκτός από τ’ άλλα ήταν και αγαθιάρα, η Κλεάνθη δεν αμφέβαλλε πως στο τέλος θα της τα έτρωγαν όλα. Φοβερή οικογένεια. Ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε, με τι σόϊ θα συγγένευε.

Τουλάχιστον δεν υπήρχαν συμπεθέρα και συμπέθερος να τους έχει κι αυτούς στο κεφάλι της, είχαν πεθάνει κι οι δυο. Μόνο αυτό ήξερε.

Αφύσικο πράγμα, η Ηρώ, που γενικά ήταν φλύαρη, δεν μιλούσε ποτέ για τους γονείς της, άλλαζε κουβέντα – ούτε κι οι άλλοι μιλούσαν. Ποιος ξέρει τι θα ήταν οι Mάλλιοι. Δεν γνώριζε και κανένα Χαλκιδαίο να ρωτήσει. Πολύ μυστήριο σόι, πώς έμπλεξε έτσι ο Αντώνης. Σίγουρα θα το μετάνιωνε αργά ή γρήγορα.

 

Η Έλλη, στην κάμαρα των μελλόνυμφων, έβγαζε επιφωνήματα θαυμασμού.

Ήταν όλα απ’ τον Εγγλεζάκη. Παραγγελία. Rosewood σε επιδεικτικά λιτή γραμμή. Ξανθό, καλολουστραρισμένο ξύλο με ωραία, λίγο πιο σκοτεινά, νερά.

Ένα διπλό κρεβάτι, δυο κομοδίνα, μια τουαλέττα με απλό, παραλληλόγραμο καθρέφτη, μια τρίφυλλη ντουλάπα με καμπυλωτό ράφι στο πάνω της μέρος και ιδιότροπες μπρούτζινες λαβές στις πόρτες – σαν αστραφτερά Ήτα ήταν – ένα σκαμπώ και δυο καρέκλες με ασημιά και ρόδινη μεταξωτή ταπετσαρία. Η ίδια ταπετσαρία υπήρχε και στις επιφάνειες των κομοδίνων και του ντουλαπιού της τουαλέττας, προστατευμένη από κρύσταλλο, και οι ίδιες λαβές στόλιζαν τα πορτάκια τους.

Στη γωνιά ήταν το μεγάλο μπαούλο με τα ρούχα. Η Έλλη πολύ θα ήθελε να τα δει, δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι να ’ρθουν τα κορίτσια να στρώσουν το νυφικό κρεββάτι. Ήταν όμως κλειδωμένο.

Η κάμαρα είχε αλλάξει τελείως όψη, ήταν ένας ωραίος, ανοιχτόκαρδος χώρος τώρα, κι ας έλειπαν ακόμα οι κουρτίνες και τα μικροαντικείμενα.

Τα πράγματα του Αντώνη, που την έκαναν στενόχωρη και σκυθρωπή, κάτι μεταξύ κελιού και αποθήκης, είχαν μοιραστεί στις άλλες κάμαρες – μόνο το κρεββάτι του είχε ανεβάσει πάνω στη σοφίτα, στο εργαστήριο του Παύλου. Τον βόλευε τον Παύλο αυτό το δεύτερο κρεβάτι, γιατί συχνά δούλευε ως αργά τις νύχτες με τα πειράματα και τις εφευρέσεις του.

Πήγε απέναντι, στο δικό της δωμάτιο, ν’ αλλάξει παπούτσια. Όπως το περίμενε, της είχαν βάλει εκεί την μικρή βιβλιοθήκη με τα τζάμια. Δεν ήταν άσχημη χωρίς όλα αυτά τα ντοσιέ και τη σαβούρα του Αντώνη. Τώρα είχε μέσα μόνο τα έξι γυάλινα κουτιά με τα καρφιτσωμένα έντομα που είχε φτιάξει ο αδελφός της στο πρώτο έτος της Γεωπονικής. Θα τα κρεμούσε στον τοίχο – όχι αυτά με τις αράχνες και τις σαρανταποδαρούσες, μόνο αυτά με τις πεταλούδες. Τη βιβλιοθήκη θα μπορούσε κιόλας να τη βάψει – μια κίτρινη λάκα, να ταιριάζει με το κάλυμμα του ντιβανιού της.

 

Η Κλεάνθη κάτω, είχε πάρει ένα μάλλινο κουρέλι – ό,τι είχε μείνει απ’ το μπλε ρουά φουστάνι που είχε φορέσει στη βάφτιση του Αντώνη, τι πετυχημένο σχέδιο και τι αθάνατο ύφασμα! – κι έτριβε ανόρεχτα το σύμπλεγμα του φιδιού με τον πελαργό στο δεύτερο απ’τα δυο σαμντάνια. Η καημένη η Βηθλεέμ χρησιμοποιούσε μισή κομμένη πατάτα και τα ’κανε να γυαλίζουν σαν ασημένια. Τώρα πια είχαν παραμαυρίσει.

Πάντως είχε αγοράσει και οχτώ καινούργια κεριά να τους βάλει, άσπρα. Θα ’ταν όμορφα.

Έκανε μια αδέξια κίνηση και το βαρύ αντικείμενο παρά λίγο να πέσει στο πόδι της να την κουτσάνει. Το πρόλαβε και το ’σπρωξε λίγο πιο πίσω στα δεξιά του μαύρου μαρμάρινου ρολογιού που δέσποζε στο κέντρο του μπουφέ. Διόρθωσε λίγο και την απόσταση του άλλου στ’ αριστερά, κι έκρυψε το κουρελάκι στην τσέπη της ρόμπας της. Έβγαλε ένα άλλο, καθαρό – αυτό ήταν από την λινομέταξη μπλούζα που είχε ράψει στον πρώτο γάμο του Λύσανδρου. Μετά, έστρωσε μια πετσέτα στο τραπέζι, αράδιασε πάνω τα μαχαιροπίρουνα που πήρε από το συρτάρι, κάθισε, κι άρχισε να τα γυαλίζει κι αυτά ένα ένα.

Τα μαχαιροπίρουνα, όπως και τα σαμντάνια και το ρολόι, ήταν απ’ το πατρικό της στο Ηράκλειο. Δεν είχε σώσει και πολλά άλλα πράγματα από κει. Μόνο ένα μέρος της βιβλιοθήκης του πατέρα της και τέσσερις πίνακες δικούς της. Τη λίμνη, το κοράκι και τις δυο νεκρές φύσεις με τα φρούτα. Και βέβαια την εικόνα του Ευαγγελισμού της γιαγιάς της. Όλα αυτά τα είχε μεταφέρει στην Πόλη, μετά πάλι πίσω στο Ηράκλειο και τέλος στην Αθήνα.

Θυμήθηκε το σκοτεινό σπίτι στην Πόλη, το μπαΐρι, έτσι το έλεγε. Ήταν πάνω από το ρεστοράν «Ο μαύρος γάτος».

Μια εικόνα της ήρθε στο μυαλό: Κάτι τσογλάνια να σέρνουν με φωνές και γέλια ένα βαρύ δαμασκηνό χρυσαφένιο μπερντέ στο καλντερίμι. Εκείνη στεκόταν στο καγκελόφραχτο παραθύρι και κοίταζε. Ο φοβερός όχλος είχε λεηλατήσει το παλάτι του Σουλτάνου κι έβγαζαν μέρες ολόκληρες στον δρόμο τα πράγματα, βαρβαρικά πελώρια έπιπλα, πολυποίκιλτα.

Το ρεστοράν «Ο μαύρος γάτος» ήταν η προτελευταία από τις αποτυχημένες επιχειρήσεις του Μωυσή. Η τελευταία ήταν με τις αποθήκες στο λιμάνι, απ’ όπου του είχαν κλέψει υφάσματα αξίας χιλιάδων γροσιών.

Είχε ρώσους μαγείρους και σερβιτόρους το ρεστοράν, οι Λευκορώσοι έρχονταν κοπάδια εκείνα τα χρόνια στην Πόλη. Δυο φορές την ημέρα κάποιος απ’ αυτούς, έφερνε πάνω στο σπίτι φαγητά μέσα σε σκεπαστές πιατέλες. Στον Παύλο και στον Αντώνη άρεσαν τα πιροσκί – και το μπορστ γιατί ήταν πολύχρωμο. Και ο πουρές με τα δυο αυγά μάτια που τον στόλιζαν. Όλοι αυτοί δε οι Ρώσοι, ήταν τουλάχιστον δούκες και κόμητες.

Μια τέτοια κόμησσα τύλιξε και τον αδελφό της Κλεάνθης, τον Λύσανδρο και την παντρεύτηκε. Η Αναστασία. Τι της είχε βρει; Σαν στέκα ήταν, κάτωχρη με ξεπλυμένα χαρακτηριστικά, αρρωστιάρα. Ένα χρόνο έζησε. Ο Λύσανδρος έφυγε μετά για τη Θεσσαλονίκη, διορίστηκε στην Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή, ξαναπαντρεύτηκε, κι αυτή τη φορά πήρε μια γερή χωριάτισσα, αλόγα. Πάντως παιδί δεν μπόρεσε να κάνει ούτε μ’ αυτή – υιοθέτησαν ένα ορφανό, χρόνια αργότερα.

Όταν η κατάσταση στην Πόλη άρχισε να γίνεται πολύ επικίνδυνη, η Κλεάνθη πήρε τα δυο της αγόρια και γύρισε στο Ηράκλειο. Είχε και να συμμαζέψει εκεί τ’ ασυμμάζευτα. Ο Μωυσής πηγαινοερχόταν: ερχόταν για να πουλήσει κτήματα να βρει λεφτά και ξαναρχόταν όταν του τα είχαν φάει όλα. Γινόταν όλο και πιο άπληστος όλο και πιο βίαιος.

Η Κλεάνθη βρήκε το θάρρος και ζήτησε διαζύγιο. Πήγε στους θείους της τους δικηγόρους και προσπάθησε να τους εξηγήσει. Ήταν τρομερό για την ανατροφή της, για την εποχή, για τη μικρή κοινωνία. Όταν το έμαθε ο Μωυσής τη χτύπησε άγρια και την έριξε στο κρεββάτι για εκδίκηση, μέρα μεσημέρι, με κόσμο στο σπίτι, να μη τολμά να φωνάξει. Απ’ αυτό, τον τελευταίο βιασμό, συνέλαβε το κορίτσι της, την Έλλη. Πάντα την ήθελε αυτή τη θυγατέρα, καμμιά φορά όμως, όταν την κοίταζε, δεν μπορούσε να τ’ αποφύγει κι έβλεπε πάλι τη σκηνή ολοζώντανη· και την έπιανε ντροπή κι αποστροφή.   

Μετά το φαλίρισμα όλων του των επιχειρήσεων στην Πόλη και την εξαφάνιση των συνεταίρων του, είχε φύγει κι ο Μωυσής για πάντα, για το Μπουένος Άϊρες.

Το διαζύγιο βγήκε μια βδομάδα μετά τον θάνατό του εκεί. Είχε κάποιο ατύχημα, το πιθανότερο ήταν πως τον είχαν πυροβολήσει. Του έβαλαν μια ασημένια λάμα στο ισχίο, η πληγή όμως κακοφόρμισε και πέθανε. Η Κλεάνθη το έμαθε από γράμμα του δικηγόρου της αγαπητικιάς του στο Τζερμιάδω. Ο Μωυσής είχε γιο μαζί της και του κληροδοτούσε τα τελευταία κτήματα του Βορεάδη, αυτά που η Κλεάνθη του είχε μεταβιβάσει για να της δώσει επιτέλους το διαζύγιο.

 

Η γιαγιά Καλλιόπη εμφανίστηκε αθόρυβα στην πόρτα που οδηγούσε απ’ την τραπεζαρία στο χωλ. «Χάλασε η γκαζιέρα» δήλωσε.

Η Κλεάνθη τινάχτηκε τρομαγμένη. «Πώς έρχεσαι έτσι χριστιανή μου και μου σπας τη χολή; Σου ’χω πει πως τα νεύρα μου-»

«Επίτηδες το κάνω; Βάλε μου κουδούνια!»

Η Καλλιόπη είχε πάντα ένα δικό της τρόπο να περπατά, βασιλικό: Σε αργή κίνηση, σαν να υπνοβατούσε. Τώρα όμως που τα γέρικα κόκαλά της είχαν αλαφρύνει, κυκλοφορούσε πραγματικά σαν φάντασμα.

«Τι έπαθε η γκαζιέρα;»

«Ξέρω γω; Βούλωσε.»

«Καλά, άμα έρθει ο Αντώνης, θα τη δει», είπε η Γαλάτεια.

Ο Παύλος θ’ αργούσε. Είχε πάει στις Κουκουβάουνες, θα έβλεπε έναν πιθανό χρηματοδότη. Ήθελε να στήσει μια επιχείρηση παραγωγής καλλυντικών. Το χημείο του το είχε έτοιμο, χρειαζόταν όμως κεφάλαια.

«Μμμ. Μη σβολωθεί το παιδί. Θαρρώ πως αυτή θέλει πέταμα πλιο. Εγώ πήγα να την ανάψω, δεν άναβε, και στην τρίτη πέταξε φλόγα που πήγε να με κάψει.»

Γύρισε στη κουζίνα μουρμουρίζοντας πως τώρα που είχε καθαρίσει τα κρεμμύδια και τα είχε κόψει…

Η Κλεάνθη έβαλε στη θέση τους τα γυαλισμένα μαχαιροπήρουνα, πήγε προς τη σκάλα κι άρχισε ν’ ανεβαίνει κουρασμένα. Είχε βαρύνει πολύ τελευταία. Φούσκωνε, πρήζονταν και τα πόδια της, θα ’πρεπε να το κοιτάξει. Καλά, οι αφούρες και τα νεύρα ήταν απ’ την περίοδό της, που ένα χρόνο την παίδευε και δεν έλεγε να σταματήσει. Να σταματήσει πλιο αυτό το βάσανο.

Η κουπαστή της σκάλας ήθελε επίσης γυάλισμα.

«Έλλη, άμε να πάρεις λίγες ελιές πριν κλείσει το μπακάλικο. Θα μείνουμε χωρίς φαΐ απόψε. Κάνε και καμιάς πεντάρας δουλειά σήμερο», φώναξε από το τελευταίο σκαλί.

Η Έλλη βρισκόταν πάλι στην καινούργια κάμαρα και χάζευε ανοιχτή τη ντουλάπα. Είχε πολλά βολικά ράφια και συρτάρια στο ένα της φύλλο.

«Έλα να σου δώσω λεπτά.»

 

Ο Αντώνης γύρισε σχετικά νωρίς. Μετά τη Σχολή είχε περάσει απ’ την Ηρώ, δεν είχε καταφέρει να τη δει ούτε μια στιγμή μόνη. Ήταν όλες οι αδελφές της εκεί – οι δυο τσακώνονταν ακατάπαυστα με τις άλλες δυο, ήταν και το μωρό της Kαίτης που τσίριζε, ήταν κι η θεία Αθηνά με τη φίλη της τη Μαρίκα, και τους τριγύριζαν συνέχεια. Ακόμα και στη σκάλα που πήγε να τη φιλήσει φεύγοντας, η Πόπη η ζηλιάρα τους είχε ακολουθήσει χαχανίζοντας κι έμεινε να τους χρονομετρά το φιλί αναιδέστατα.

Η Ηρώ ξέφυγε απ’ την αγκαλιά του. Έβγαλε απ’ το λαιμό της το ανοιχτοπράσινο φουλάρι που φορούσε και το πέρασε στον δικό του, σα χάδι. Του το ταχτοποίησε μέσα απ’ το γιακά του παλτού του. Εκείνος έφυγε ξαναμμένος με τη μυρωδιά της πάνω του. Ποτε επιτέλους θα έπαιρνε την Ηρώ απ’ αυτή τη λυκοφωλιά, να την έχει ολοδική του;

Πραγματική λυκοφωλιά. Τα ορφανά λυκόπουλα σε συνεχή ανταγωνισμό δάγκωναν το ένα τ’ άλλο, λες και μόνο απ’ τον πόνο μπορούσαν να νιώσουν στο μεδούλι τους τον δεσμό τους. Οικογένεια διαρκώς άνω κάτω. Είχαν όμως μεγαλώσει χωρίς γονείς, χωρίς κάποιον να τους διδάξει αρχές και πειθαρχία, τι να σου κάνουν κι αυτοί, δεν έφταιγαν που ήταν πάντα το σπίτι τους σαν τη χάβρα των Εβραίων.

Η Ηρώ ήταν ήμερη, δεν έμοιαζε με τους άλλους. Είχε βέβαια κι αυτή τα κουσούρια της, τα νάζια ας πούμε και την ξεροκεφαλιά. Θα της τα έκοβε. Αγάπη και υπομονή χρειαζόταν. Απομάκρυνση από τις κακές επιρροές και μια αίσθηση σταθερότητας και ασφάλειας. Εκείνος θα τα πρόσφερε αυτά στη γλυκιά του γυναικούλα.

 

«Ο Παύλος δεν ήρθε ακόμα;» ρώτησε μπαίνοντας στο σπίτι.

Δεν είχε έρθει.

Μόλις έβγαλε το καπέλο και το παλτό του η Κλεάνθη του έφερε σκυθρωπή τη γκαζιέρα.

«Βούλωσε. Δες αν μπορείς να κάνεις τίποτα γιατί αλλιώς θα φάμε ντάκο κι ελιές. Τι είναι πάλι αυτό το μασκαραδίστικο που φοράς;» Κοίταζε το φουλάρι. Δεν της απάντησε και πήρε απ’ τα χέρια της τη γκαζιέρα.

«Πρόσεχε!» είπε η γιαγιά του.

Την πήγε στην κουζίνα και την έλυσε προσεχτικά. Της καθάρισε ένα ένα τα εξαρτήματα μέσα στο πράσινο οινόπνευμα και τη συναρμολόγησε πάλι. Τα πήγαινε καλά με τις μηχανές, τα χέρια του «έπιαναν».

«Εντάξει», είπε. Οι δυο γυναίκες τον κοιτούσαν επιφυλακτικά, από κάποια απόσταση. Άνοιξε τη στρόφιγγα, άναψε το τσακμάκι του και το πλησίασε στη γκαζιέρα.

Η γκαζιέρα έσκασε. Το πετρέλαιο πήρε φωτιά κι οι φλόγες τινάχτηκαν στο πρόσωπό του. Σήκωσε τα χέρια να φυλάξει τα μάτια του, πισωπάτησε, σκόνταψε κι έπεσε. Το φουλάρι της Ηρώς γύρω στο λαιμό του είχε λαμπαδιάσει. Η Κλεάνθη έσκουξε κι όρμησε προς το μέρος του. Σήκωσε τις φούστες της και τον σκέπασε γονατίζοντας. Ένιωσε τα μπούτια της να καψαλίζονται.

 

Στον γάμο, ο γαμπρός φορούσε ένα λευκό μεταξωτό φουλάρι πάνω απ’ τις γάζες και κρατούσε το κεφάλι του χαμηλωμένο. Πονούσε, το δέρμα στον λαιμό και στους καρπούς του είχε καεί άσχημα, θα του έμεναν για πάντα τα σημάδια.

 

 

 

(Προδημοσίευση από την ακόμα υπό έκδοση μυθιστορία “Χάρτινη ζωή”)

 

Παυλίνα Παμπούδη

Η Παυλίνα Παμπούδη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου (Ιστορία – Αρχαιολογία) και παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στη Φυσικομαθηματική Σχολή και ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και στο κολέγιο Byahm Show School of Arts του Λονδίνου. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής 15 ποιητικές συλλογές, 3 βιβλία πεζογραφίας, περισσότερα από 40 βιβλία δήθεν για παιδιά και 31 μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων. Επίσης, έχει κάνει 3 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, και έχει γράψει σενάρια για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, καθώς και πολλά τραγούδια.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.