You are currently viewing Δημήτρης Μπαλτάς: Γιάννης Ξέστερνος, Ποδήλατο με αερόσακο, εκδόσεις Ιωλκός, 2025, σελ. 48, ISBN: 978-960-640-288-3.

Δημήτρης Μπαλτάς: Γιάννης Ξέστερνος, Ποδήλατο με αερόσακο, εκδόσεις Ιωλκός, 2025, σελ. 48, ISBN: 978-960-640-288-3.

Μια ποιητική διαδρομή απ’ την εφηβεία στην ενηλικίωση

 

Με στέρεα βήματα συνεχίζει την ποιητική του πορεία ο Γιάννης Ξέστερνος παρουσιάζοντάς μας, δύο χρόνια μετά την πρώτη του ποιητική συλλογή (Άρρηκτες φρυκτωρίες, Ιωλκός, 2023), τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τον φιλοπαίγμονα τίτλο Ποδήλατο με αερόσακο (Ιωλκός, 2025). Διαβάζοντας τα ποιητικά κείμενα αυτού του νέου ποιητικού έργου του Ξέστερνου επιβεβαιώνουμε, για ακόμα μια φορά, την ιδιαίτερα φροντισμένη και ενδελεχώς ταξινομημένη γλωσσική ύλη. Ο ποιητής χωρίς εξάρσεις, χωρίς βερμπαλισμούς πλάθει με λέξεις απλές και ευθύβολες τα ποιήματά του προκαλώντας την επιθυμητή συγκίνηση, τον απαραίτητο προβληματισμό, την εύθυμη και πικρή συνάμα λεπτή ειρωνεία. Μιλά για τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων, έτσι όπως εκείνα έρχονται στο φως με φόντο την καθημερινή ρουτίνα και την καλλιέργεια του συναισθήματος σε χέρσα εδάφη. Με την αυταπάρνηση να αντιστέκεται σθεναρά στον ορυμαγδό της εποχής. Μιλά για τη μοναξιά και τους τρόπους με τους οποίους ο καθένας προσπαθεί – προσποιητά – να τη βολέψει, να την καθησυχάσει. Μιλά για τη βραδύτητα του χρόνου, το βαρυφορτωμένο με εμπειρίες, παθήματα και μαθήματα, παρελθόν και το άγραφο μέλλον. Μιλά για την προσμονή που δεν εκπληρώνεται, για τη λαχτάρα που δεν την ξεδιψά η πραγματικότητα αφήνοντας τα καρφιά της να τρυπούν σε κάθε ματαίωση όλο και πιο βαθιά την ψυχή.

 

Η ποίηση του Ξέστερνου είναι μια ποίηση βίαιης ενηλικίωσης. Από τις ξέγνοιαστες και ανέφελες ποδηλατάδες των παιδικών χρόνων στις συλλογικές καταλήψεις της εφηβείας – μικρές νίκες στο αίμα των νέων που βράζει, μικρές νίκες που ανήκουν, εντούτοις, στο παρελθόν. Ποίηση διαδρομή από το όνειρο για την επανάσταση στη διάψευση των ιδεών. Σε μια ματαίωση προκαλούμενη από το καπιταλιστικό σύστημα τού άλλοτε και από τις παγίδες που το ίδιο κυοφορεί για το μέλλον – μεταμορφωμένες αλλά πάντοτε επικίνδυνες για τον άνθρωπο που ζητά το δίκιο του. Ο Ξέστερνος πιάνει το νήμα απ’ την αθωότητα της παιδικής ηλικίας και την ηφαιστειακή λάβα της εφηβείας μέχρι το σήμερα της ενηλικίωσης και την ανησυχία που οξύνεται στη μέση ηλικία. Ανησυχία, καθώς το παρελθόν αυξάνει και το μέλλον λιγοστεύει. Λιγοστεύουν και οι ελπίδες για την επανάσταση, για την αλλαγή, για τη σύγκρουση, για την εκπλήρωση των ονείρων. Έτσι με μια διακριτική ειρωνεία αλλά και πίκρα διατυπώνει εξ αντιθέτου τις προϋποθέσεις μιας ζωής «ακίνδυνης» στο «Βιογραφικό» (σ. 24). Μιας ζωής χωρίς πάθος, χωρίς ρίσκο, χωρίς αγώνα για ένα αλλιώτικο αύριο, χωρίς συγχρωτισμό με τα γρανάζια της ζωής. Ένα βιογραφικό ιδανικό αλλά άνοστο με light ένσημα/ για τον εργοδότη Άγιο Πέτρο. Η  σύγκρουση με τον ίδιο τον εαυτό και τα θέλω του οπλίζει την πένα του ποιητή: Μόλις ξύπνησα/ στα σαράντα/ διαμελισμένος/ δεν μπορούν να με τιμωρήσουν/ στη γωνία με το ένα πόδι ψηλά/ έμεινα στο μαξιλάρι της σκέψης/ στη σέχτα του εφιάλτη. («Αρτιμέλεια», σ. 27).

 

Στα ποιητικά κείμενα του βιβλίου κυριαρχεί η ζύμωση ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας και των όρων που διέπουν τις σχέσεις τους. Για παράδειγμα, στο «Συνοικέσιο» (σ. 25) διαβάζουμε για ένα σπιτικό απ’ το οποίο απουσιάζει προκλητικά η χαρά. Ο πατέρας είναι απών και η μητέρα μάταια προσπαθεί να σπάσει τη γκίνια. Αλλά κανείς δε δικαιολογείται να διαμαρτυρηθεί, αφού ο γάμος έγινε με προξενιό. Στο αμέσως επόμενο ποίημα με τον διττό τίτλο «Ζευγίτες ηλεκτρόνια» (σ. 26) βλέπουμε τη μοίρα των λαϊκών στρωμάτων να ξεδιπλώνεται μέσα στην οικογένεια. Οι βιοπαλαιστές γονείς δεν έχουν τον χρόνο και την οικονομική άνεση να είναι ουσιαστικά κοντά στο παιδί τους. Οι σχέσεις τους αποξενωμένες. Στο οικογενειακό πλαίσιο εντάσσονται και τα επόμενα δύο ποιήματα «Οικογένεια ταμαριδοειδών» (σ. 28) και «Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης» (σ. 29), όπου στο πρώτο τα ασθενικά αρμυρίκια συνθέτουν ένα κάδρο ερημοποίησης απέναντι στον χειμώνα που καταφτάνει απειλητικά, ενώ στο δεύτερο είναι έκδηλη η απουσία του πατέρα από τη ζωή του παιδιού (η οποία εντοπίζεται και στο ποίημα «Αυτόφωτος» σ. 33, όπου τη σχέση τους καλύπτει ένα σύννεφο ηθελημένης απομάκρυνσης και αποστασιοποίησης του πατέρα από το παιδί του). Το ποίημα «Στενά εμβατήρια» (σ. 30) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο ποιητής πάλι στο οικογενειακό πλαίσιο αλλά με διαφορετικούς όρους αυτή τη φορά παρουσιάζει την ιστορική πραγματικότητα με αφετηρία το περίφημο περιστατικό με το παπούτσι στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. στις 12 Οκτωβρίου 1960, όταν ο Νικίτα Χρουστσόφ χτύπησε τον παπούτσι στο έδρανο σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις δηλώσεις του Φιλιππινέζου εκπροσώπου με τον Ιρλανδό εκπρόσωπο να διακόπτει απότομα τη συνεδρίαση. Ο Χρουστσόφ, αν και πρωτεργάτης της αποσταλινοποίησης της Σοβιετικής Ένωσης, εκείνη τη στιγμή έκανε περήφανο τον «Πατερούλη» (ενν.: τον Ιωσήφ Στάλιν), αν και η Μητέρα (ενν.: η Μητέρα Ρωσία) ποτέ δε συγχωρεί τον κανακάρη της/ όταν ανταλλάσσει φιλιά/ μήνα Απρίλη/ στη δροσιά του ποταμού Έλβα/ με άπιστες ερωμένες.

 

Η ειρωνική χροιά της ποιητικής του Ξέστερνου εντοπίζεται κυρίως στα ποιήματα «Η διασταύρωση των ειδών» (σ. 32) και «Η έκπτωτη» (σ. 35). Στο πρώτο ο βαφτιστικός σταυρός που φόρεσε στον γιο της η μάνα του δεν καταφέρνει να τον προστατέψει από τις συνέπειες της άσωτης ζωής του, η οποία τέλειωσε πρόωρα, ενώ στο δεύτερο ποίημα μια κοπέλα της μπουρζουαζίας, ενώ φέρει από τη γέννησή της όλες τις προδιαγραφές για μια καλή ζωή, στα σαράντα τρία της χρόνια καταλαβαίνει το υπαρξιακό της αδιέξοδο και τότε αποφασίζει να αλλάξει τη μέχρι πρότινος ζωή της και να απελευθερωθεί από τους κοινωνικούς καθωσπρεπισμούς που της επέβαλλε η τάξη της. Ο Ξέστερνος αποδομεί με αυτή τη γλωσσική και λεκτική επιλογή, της ήπιας ειρωνείας και του συνεσταλμένου σαρκασμού,  συμβάσεις, τυπικότητες, προληπτικές συνήθειες και υποκριτικές συμπεριφορές κενές περιεχομένου. Χωρίς να το λέει ξεκάθαρα, αφήνει να υπαινιχθεί το πού βρίσκεται η αλήθεια, η οποία, συχνά, καταφτάνει στη ζωή των ανθρώπων ως απρόσκλητος επισκέπτης.

 

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση αναρωτιόμαστε: Χρειαζόμαστε, πράγματι, αερόσακο για να καβαλήσουμε αυτό το ποδήλατο; Το ποδήλατο που μας φέρνει κοντά στην ποίηση του Γιάννη Ξέστερνου; Το ποδήλατο της ίδιας της Ποίησης; Και στην περίπτωση του Ξέστερνου μιας ποίησης που μάς προ(σ)καλεί να προβληματιστούμε με στωικότητα και οξύνοια; Άραγε η ποίηση χρειάζεται αερόσακους, για να τη διασχίσουμε; Ή ούτως ή άλλως η ασφάλεια υπονομεύεται εν τω γίγνεσθαι της διαδρομής;

 

Και habemus ποδήλατο

Ας καβαλήσουμε το habemus

όχι το ποδήλατο

σαν ιλιγγιώδη παιδιά

με κατάφωρη φαντασία. (σ. 12)

 

 

 

*Ο Δημήτρης Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδ. Μετρονόμος, 2025).

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.