You are currently viewing Γεωργία Παπαδάκη:  ΧΟΡΟΠΗΔΑΕΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΒΟ

Γεωργία Παπαδάκη: ΧΟΡΟΠΗΔΑΕΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΒΟ

Ακόμη μία φράση, η παραπάνω, που έχει επιβιώσει ώς τις μέρες μας από τους αρχαίους χρόνους. Δηλώνει μεταφορικά την ταχυκαρδία η οποία προκαλείται από έντονο φόβο, συνεπώς σημαίνει φοβάμαι πολύ. Μάλιστα,  η νέα Ελληνική δημιούργησε το ρήμα «χοροπηδώ» ενώνοντας τα δύο ρήματα τα οποία, όπως θα δούμε,  χρησιμοποιεί χωριστά η αρχαία: το ὀρχέομαι-οῦμαι και το πηδάω-ῶ.

Το ὀρχέομαι-οῦμαι έχει αβέβαιη ετυμολογία και σημαίνει «χορεύω». Παράγωγά του είναι οι λέξεις: ὄρχησις= χορός, ὀρχηστής ()=χορευτής, ὀρχηστρίς ()= χορεύτρια, ὀρχήστρα, ὀρχηστικός= ο αναφερόμενος στον χορό κ. ά.

Στην αρχαιότητα η λέξη ὀρχήστρα αναφερόταν στο μέρος στο οποίο εκτελούνταν ο χορός και ειδικότερα στο Αττικό θέατρο λεγόταν για τον κυκλικό χώρο που βρισκόταν μπροστά από τη σκηνή ⸺ ένα επίμηκες κτίσμα για τις ανάγκες των υποκριτών ⸺ όπου έκανε τις κινήσεις του και χόρευε ο Χορός. Στη μέση τής ὀρχήστρας υπήρχε η θυμέλη, ο βωμός τού Διονύσου, και ένα αμφιθεατρικό κοίλωμα περιέκλειε την κυκλική ορχήστρα, το λεγόμενο από το σχήμα του κοῖλον, το προορισμένο για τους θεατές.

Ας δώσουμε τώρα τον λόγο στα κείμενα. Στην Ὀδύσσεια και στη ραψωδία θ, ο Οδυσσέας βρίσκεται στο νησί των Φαιάκων και φιλοξενείται στο παλάτι τού βασιλιά Αλκίνοου. Ο τυφλός αοιδός Δημόδοκος τραγουδάει για τον Τρωικό πόλεμο και για τον ρόλο τού Οδυσσέα, προκαλώντας τη συγκίνηση του ήρωα. Ακολουθούν αγώνες στους οποίους συμμετέχει και ο Οδυσσέας, καταπλήσσοντας τους πάντες με την ευστροφία και τη ρώμη του. Ο Δημόδοκος τραγουδάει ξανά, αυτή τη φορά για τον λαθραίο έρωτα του ΄Αρη και της Αφροδίτης. Όταν τελείωσε το τραγούδι του ⸺ ακολουθούν οι στίχοι 370-371:

Ἀλκίνοος δ’ Ἅλιον καὶ Λαοδάμαντα κέλευσεν

μουνὰξ  ὀρχήσασθαι ἐπεί σφισιν οὔ τις ἔριζεν. 

Ο Αλκίνοος πρόσταξε τον ΄Αλιο1 και τον Λαοδάμαντα1

χορό να στήσουν μόνοι τους, γιατί κανείς μαζί τους δεν παράβγαινε.

 

Ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στην εκστρατεία τού Κύρου κατά των Μασσαγετών2 δίνει πληροφορίες για τον συγκεκριμένο λαό, όπως ότι μαζεύονται σε ομάδες και, αφού ανάψουν φωτιά, πετούν πάνω στη φωτιά έναν καρπό και, καθώς καίγεται, αυτοί καθισμένοι κυκλικά εισπνέουν τον καπνό τού καρπού και μεθούν με τη μυρουδιά, όπως οι ΄Ελληνες με το κρασί. ΄Οσο δε περισσότερο καρπό πετούν στη φωτιά, τόσο περισσότερο μεθούν ⸺ και συνεχίζει (Ι 202):

ἐς ὃ ἐς ὄρχησίν τε ἀνίστασθαι καὶ ἐς ἀοιδὴν ἀπικνέεσθαι. 

ώσπου σηκώνονται και το ρίχνουν στον χορό και αρχίζουν το τραγούδι.

 

Ο Ξενοφών στο Συμπόσιό του περιγράφει, όπως δηλώνει ο τίτλος, ένα συμπόσιο στο οποίο παραβρέθηκε και ο Σωκράτης. Αφηγείται λοιπόν ότι μετά την εμφάνιση ενός γελωτοποιού που προσπάθησε να ευθυμήσει την ομήγυρη, εμφανίστηκε ένας Συρακούσιος ⸺ η συνέχεια στο παράθεμα (ΙΙ 2):

ἔχων τε αὐλητρίδα ἀγαθὴν καὶ ὀρχηστρίδα τῶν τὰ θαύματα δυναμένων ποιεῖν,

καὶ παῖδα πάνυ γε ὡραῖον καὶ πάνυ καλῶς κιθαρίζοντα καὶ ὀρχούμενον.

έχοντας μαζί του και μία καλή παίκτρια αυλού και μία χορεύτρια από εκείνες

που μπορούν να εκτελούν τεχνάσματα θαυματοποιών και ένα πολύ ωραίο παιδί

που και κιθάρα έπαιζε και χόρευε εξαιρετικά καλά.

                                        Πήλινο αγαλματίδιο χορεύτριας που κρατά ένα είδος χειροκροτάλων (4ος -2ος αι. π. χ.)

 

Σειρά έχει η λέξη καρδία, η καρδιά, που για τους αρχαίους ήταν η έδρα τής ζωής, η έδρα συναισθημάτων και παθών, αλλά και η καρδιά τού ξύλου, η εντεριώνη, όπως και σήμερα. Ομόρριζα: καρδιαλγία= πόνος τής καρδιάς, καρδιουλκέω (καρδία+ ἕλκω)= βγάζω την καρδιά από το θύμα κατά τη θυσία, καρδιοειδής= αυτός που έχει σχήμα καρδιάς, ἐγκάρδιος ( ←ἐν + καρδία )= ο υπάρχων μέσα στην καρδιά ή ο προερχόμενος από την καρδιά, ειλικρινής, θερμός κ. ά. Πολλές λέξεις παράγωγα της καρδίας έχει πλάσει η μεταγενέστερη και η νέα Ελληνική:  εγκαρδιώνω, γκαρδιακός, καρδιογνώστης, καρδιογράφημα, καρδιοκατακτητής,  καρδιολόγος, καρδιοπαθής, καρδιοκλέφτης, καρδιοχειρουργική, καρδιοχ(κ)τύπι κ. ά. 

Πολύ σωστά επισημαίνει ο Πλάτων στον Τίμαιο (70 B):

τὴν δὲ δὴ καρδίαν ἅμμα τῶν φλεβῶν καὶ πηγὴν τοῦ περιφερομένου κατὰ πάντα

τὰ μέλη σφοδρῶς αἵματος []

Την καρδιά, λοιπόν, τον δεσμό των φλεβών και πηγή τού αίματος που

κυκλοφορεί ορμητικά σε όλα τα μέλη τού σώματος […]

 

Στη ραψωδία Ι της Ἰλιάδος ο Αγαμέμνων, πιεσμένος από τις ήττες των Αχαιών, ακολουθεί την προτροπή τού Νέστορα να συμφιλιωθεί με τον Αχιλλέα και στέλνει πρέσβεις προς αυτόν, τον Αίαντα, τον Οδυσσέα και τον Φοίνικα, τον παιδαγωγό τού Αχιλλέα, για να του ζητήσουν να επανέλθει στον πόλεμο με πλούσια ανταλλάγματα. Όμως ο Αχιλλέας, παρά τις προσπάθειες του Φοίνικα και του Οδυσσέα, δεν πείθεται. Στον δε Αίαντα απαντά (στ. 644-648):

« Αἶαν διογενὲς Τελαμώνιε, κοίρανε λαῶν,

πάντα τι μοι κατὰ θυμὸν ἐείσαο μυθήσασθαι·

ἀλλά μοι οἰδάνεται κραδίη χόλῳ, ὁππότε κείνων

μνήσομαι, ὥς μ’ ἀσύφηλον ἐν Ἀργείοισιν ἔρεξεν

Ἀτρεΐδης, ὡς εἴ τιν’ ἀτίμητον μετανάστην.

[…] 

« Αίαντα διογέννητε, του Τελαμώνα γιε, αρχηγέ των στρατιωτών,

μου φάνηκε πως όλα κατά κάποιον τρόπο τα είπες όπως τα ’θελε

η ψυχή μου· μα η καρδιά μου φουσκώνει από οργή, σαν θυμηθώ

εκείνα, πόσο εξευτελιστικό αδίκημα μου έκανε μπρος στους Αργείους

του Ατρέα ο γιος, σαν να ’μουνα κανένας μέτοικος ασήμαντος.

 

Ο Θεόκριτος, από την άλλη, έξι αιώνες μετά, στα ελληνιστικά χρόνια, με ένα Εἰδύλλιό του γραμμένο στην Αιολική διάλεκτο απευθύνεται σε ένα παιδί, στο οποίο εκφράζει τον έρωτά του, αρχίζοντας ως ακολούθως (ΧΧIX 1-5):

« Οἶνος, ὦ φίλε παῖ,», λέγεται, «καὶ ἀλάθεα»·                

κἄμμε χρὴ μεθύοντας ἀλάθεας ἔμμεναι.

κἄγω μὲν τὰ φρένων ἐρέω κέατ’ ἐν μύχῳ·

οὐκ ὄλας φιλέην μ’ ἐθέλησθ’ ἀπὺ καρδίας.

γινώσκω· 

«Το κρασί και η αλήθεια»,3 λέγεται, αγαπημένο μου παιδί·

κι εμείς, μεθυσμένοι [τώρα] πρέπει να είμαστε ειλικρινείς.

Κι εγώ, να είσαι βέβαιος, θα πω αυτά που βρίσκονται στα βάθη

της ψυχής μου· διόλου δεν θες να μ’ αγαπάς μέσ’ από την καρδιά σου.

Το ξέρω·

Και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο πρώτο βιβλίο τού έργου του Βιβλιοθήκη ἱστορική, όπου ασχολείται με τις παραδόσεις, τα έθιμα και τους βασιλείς τής Αιγύπτου, κάνει λόγο για την περίπτωση του βασιλιά Τνέφαχθου που, όταν εκστράτευσε στην Αραβία, του τελείωσαν τα εφόδια. Αναγκάστηκε λοιπόν να περάσει μία ημέρα φτωχικά κοντά σε κάποιους απλούς ανθρώπους και τόσο πολύ ευχαριστήθηκε που περιφρόνησε την τρυφηλότητα και καταράστηκε τον βασιλιά εκείνον που πρώτος δίδαξε την πολυτέλεια, και ο ιστορικός  συμπληρώνει (45,2):

οὕτω δ’ ἐγκάρδιον αὐτῷ τὴν μεταβολὴν γενέσθαι τὴν περὶ τὴν βρῶσιν

καὶ πόσιν καὶ κοίτην ὥστε τὴν κατάραν ἀναγράψαι τοῖς ἱερεοῖς γράμμασιν

εἰς τὸν τοῦ Διὸς ναὸν ἐν Θήβαις·

Τόσο βαθιά μες στην καρδιά του έγινε η μεταστροφή του ως προς το φαγητό,

το πιοτό και τον ύπνο, ώστε έγραψε την κατάρα του με ιερά γράμματα στον

ναό τού Δία στις Θήβες·

 

Περνάμε τώρα στο ουσιαστικό φόβος που προξενεί το χοροπήδημα της καρδιάς: ετυμολογείται από το ρήμα φέβομαι= από φόβο τρέπομαι σε φυγή, ποιητικό τύπο τού φοβέομαι- οῦμαι= α) τρέπομαι σε φυγή β) φοβούμαι (ενεργητικό φοβέω-ῶ= τρέπω σε φυγή, φοβίζω), το οποίο προήλθε με τη σειρά του από το ουσιαστικό φόβος που έχει την έννοια α)της φυγής4 και β) του πανικού, του τρόμου5. Ομόρριζα: φοβερός= αυτός που προξενεί φόβο, τὸ φόβητρον= αυτό που προξενεί φόβο, ἐκφοβέω-ῶ= προξενώ φόβο κ. ά. Η νέα Ελληνική σχημάτισε επιπλέον τις λέξεις φοβερίζω, φοβέρα, φοβητσιάρης, φοβίζω, φοβία, αντιδάνειο από τον ξένο γαλλικό όρο phobie (← φόβος) κ. ά..

 

Αναζητώντας τη μαρτυρία των παραπάνω αρχαίων λέξεων στα κείμενα, σταματούμε κατά πρώτον στον ΄Ομηρο και ξανά στην πολεμική ατμόσφαιρα της Ἰλιάδος, συγκεκριμένα στη ραψωδία Ο. Ο Δίας στέλνει τον Απόλλωνα να βοηθήσει τους Τρώες που συγκρούονται με τους Αχαιούς. Πράγματι, οι Τρώες πιέζουν τους ΄Ελληνες που υποχωρούν μέσα στα τείχη τους, ενώ χάνουν γενναίους αγωνιστές. Και ο ποιητής δίνει την εικόνα των νεκρών και της ελληνικής υποχώρησης (στ. 343-345):

Ὄφρ’ οἳ τοὺς ἐνάριζον ἀπ’ ἔντεα, τόφρα δ’ Ἀχαιοὶ

τάφρῳ καὶ σκολόπεσσιν ἐνιπλήξαντες ὀρυκτῇ

ἔνθα καὶ ἔνθα φέβοντο, δύοντο δὲ τεῖχος ἀνάγκῃ. 

Κι ενόσω αυτοί [οι Τρώες] ξεγυμνώναν τους νεκρούς από τα όπλα,

οι Αχαιοί πέφτοντας μες στην τάφρο6 τη σκαμμένη και στους πασσάλους πάνω,

έφευγαν φοβισμένοι εδώ κι εκεί και χώνονταν περνώντας απ’ το τείχος

σπρωγμένοι από ανάγκη.

 

Οι Τρώες κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τα ελληνικά πλοία, όπου η μάχη γινόταν πλέον στήθος με στήθος. Τότε ο Πάτροκλος (Ο 395-396):

Αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τεῖχος ἐπεσσυμένους ἐνόησε

Τρῶας, ἀτὰρ Δαναῶν γένετο ἰαχή τε φόβος τε,

[…] 

Σαν αντιλήφθηκε τους Τρώες να ορμούν πάνω στο τείχος,

αλλά τους Δαναούς και να κραυγάζουν και σε φυγή να τρέπονται,

τότε πια αποφάσισε να σπεύσει στον Αχιλλέα για να τον πείσει να μπει στον πόλεμο.

 

Στους Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας του Αισχύλου, οι γυναίκες τής Θήβας που αποτελούν τον Χορό είναι πανικόβλητες από το κακό που απειλεί την πόλη. Θυμίζουμε ότι οι δύο γιοι τού Οιδίποδα, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, έρχονται σε σύγκρουση για την εξουσία. Επικρατεί ο πρώτος, και ο δεύτερος καταφεύγει στο ΄Αργος, παντρεύεται την κόρη τού βασιλιά Αδράστου και οργανώνει με συμμαχικά στρατεύματα εκστρατεία κατά της Θήβας την οποία πολιορκούν. Αλαφιασμένες λοιπόν οι γυναίκες προστρέχουν στην ακρόπολη όπου βρίσκονται τα πανάρχαια αγάλματα των θεών, τους οποίους και ικετεύουν για τη σωτηρία τής πόλης. Ακούγονται λοιπόν να λένε μεταξύ των άλλων (στ. 120-123):

Ἀργέϊοι δὲ πόλισμα Κάδμου

κυκλοῦνται, φόβος δ’ ἀρείων ὅπλων

<μ’ ἔδυ·> διὰ δε τοι γενύων ἱππίων

κινύρονται φόνον χαλινοί· 

Νά, οι Αργείοι από παντού του Κάδμου ζώνουνε

την πολιτεία, και φόβος για τα όπλα τού πολέμου

έχει γλιστρήσει μέσα μου· κι αληθινά, στα αλογίσια τα σαγόνια ανάμεσα

με κρότους πένθιμους τα χαλινάρια προαναγγέλλουν φονικό.

                           Ο Ετεοκλής καθ’ οδόν να αντιμετωπίσει τον αδελφό του Πολυνείκη. Χαρακτικό τού G. Schwab, 1912

΄Ενας άλλος Χορός σε μία άλλη τραγωδία, στον Αἴαντα του Σοφοκλή, Χορός που τον συγκροτούν ναύτες από τη Σαλαμίνα, ψάλλει την αγωνία του για τον βασιλιά του. Οι Σαλαμίνιοι άνδρες έχουν ακούσει τη φήμη που κυκλοφορεί στο στρατόπεδο για το σφάξιμο των ζώων από τον μαινόμενο Αίαντα, αλλά δεν θέλουν να το πιστέψουν, γι’ αυτό έχουν έλθει στη σκηνή του και τον καλούν να βγει και να αντιμετωπίσει την επίβουλη κατηγορία. Το χορικό αρχίζει ( πάντα σε πρώτο πρόσωπο ) με τη διαβεβαίωση ότι, όταν ο βασιλιάς του είναι ευτυχισμένος, χαίρεται και ο ίδιος ⸺ παραθέτουμε τη συνέχεια στο πρωτότυπο (στ. 137-140):

σὲ δ’ ὅταν πληγὴ Διὸς ἢ ζαμενὴς

λόγος ἐκ Δαναῶν κακόθρους ἐπιβῇ,

μέγαν ὄκνον ἔχω καὶ πεφόβημαι

πτηνῆς ὡς ὄμμα πελείας.

μα όταν χτύπημα σε βρει του Δία ή βαρύς

λόγος, προσβλητικός από τους Δαναούς,

μεγάλη σύγχυση με πιάνει και έχω φόβο

ωσάν το μάτι τρομαγμένης αγριοπεριστέρας φτερωτής.

 

Επιστρέφουμε στον Ηρόδοτο και στο βιβλίο των Ἱστοριῶν του όπου περιγράφει την εκστρατεία τού Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας. Σε κάποιο σημείο πλέκει το εγκώμιο των Αθηναίων υποστηρίζοντας ότι με τις ενέργειές τους υπήρξαν οι σωτήρες τής Ελλάδας και υπογραμμίζει (VII 139):

Οὐδέ σφέας χρηστήρια φοβερὰ ἐλθόντα ἐκ Δελφῶν καὶ ἐς δεῖμα βαλόντα

ἔπεισε ἐκλιπεῖν τὴν Ἑλλάδα, ἀλλἀ καταμείναντες ἀνέσχοντο τὸν ἐπιόντα

ἐπὶ τὴν χώρην δέξασθαι. 

Ούτε και οι χρησμοί οι φοβεροί που ήλθαν από τους Δελφούς και σκόρπισαν

τον τρόμο τούς έπεισαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, αλλά έμειναν

στη θέση τους και τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τον επερχόμενο κατά

της χώρας τους εχθρό.

 

Τελειώνουμε με τη θεματική μας φράση όπως διατυπώνεται στα αρχαία ελληνικά: Και κατά πρώτον με το ρήμα πηδά-ῶ. (Ομόρριζα: πήδημα, πήδησις, πηδηχτός, πήδος κ. ά.). Το νόημα της φράσης δεν συνδέεται υποχρεωτικά με φόβο· μπορεί να δηλώνει αδημονία, ταραχή, συγκίνηση.7

Ας δούμε πώς απαντά στην κωμωδία Νεφέλαι του Αριστοφάνη. Ο Φειδιππίδης, ο ακαμάτης γιος τού Στρεψιάδη, μαθητεύει τελικά στο σπουδαστήριο του Σωκράτη, όπου του παρουσιάζονται ο ΄Αδικος και ο Δίκαιος Λόγος. Ο πρώτος υποστηρίζει τις νέες σοφιστικές ιδέες και καυχιέται για την ικανότητά του να παρουσιάζει το άσπρο μαύρο και το δίκαιο άδικο, και ο δεύτερος, νοσταλγός τού παλιού καλού καιρού, κατηγορεί τον ΄Αδικο Λόγο για το ηθικό κατρακύλισμα της νέας γενιάς. Aπό τους δύο, ο Φειδιππίδης ακολουθεί τον ΄Αδικο Λόγο και με τη σοφία που απέκτησε, μπόρεσε ο πατέρας του ο γερο-Στρεψιάδης να γλιτώσει από τους δανειστές του. Όμως, από την άλλη, ο Φειδιππίδης έγινε άθεος και ανυπάκουος και μια μέρα ξυλοφορτώνει τον πατέρα του. Ο Στρεψιάδης εξομολογείται τον πόνο του στον Χορό και αγανακτισμένος κατηγορεί τον γιο του για αχαριστία, καθώς του θυμίζει τη φροντίδα που του παρείχε όταν ήταν μωρό. Και ο Χορός των Νεφελών περιμένει με ενδιαφέρον την απάντηση του Φειδιππίδη λέγοντας (στ. 1391-1392):

Οἶμαί γε τῶν νεωτέρων τὰς καρδίας

πηδᾶν, ὅ τι λέξει. 

Νομίζω βέβαια πως των πιο νέων οι καρδιές

χοροπηδάνε [ανυπόμονες] ν’ ακούσουν τι θα πει.

 

Και από την κωμωδία στην τραγωδία και συγκεκριμένα στις Χοηφόρους τού Αισχύλου, όπου συναντούμε τη φράση με το ρήμα ὀρχέομαι-οῦμαι. Ο Αγαμέμνων έχει δολοφονηθεί από τη γυναίκα του, την Κλυταιμήστρα, και στις Χοηφόρους ο Ορέστης μαζί με τον φίλο του, τον Πυλάδη, έρχεται στο ΄Αργος με θεϊκή εντολή να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Προσκυνάει στον τάφο του και αποθέτει επάνω του ως δείγμα πένθους μία πλεξίδα από τα μαλλιά του, όταν βλέπει να πλησιάζουν κάποιες μαυροφορεμένες γυναίκες ⸺ ο Χορός τού δράματος που τον απαρτίζουν υπηρέτριες του παλατιού, σκλάβες Τρωαδίτισσες. Μαζί τους είναι και η αδελφή του, η Ηλέκτρα. ΄Εχουν έρθει σταλμένες από την τρομαγμένη από ένα όνειρο Κλυταιμήστρα, για να προσφέρουν εξιλαστήριες χοές στον νεκρό. Όμως η Ηλέκτρα με την παρότρυνση του Χορού προσφέρει τις χοές για να εμφανιστεί ο Ορέστης και να εκδικηθεί, ξεπληρώνοντας το χρέος του προς τον νεκρό. Ανακοινώνει στις γυναίκες τού Χορού ότι προσέφερε τις χοές ευχόμενη την επιστροφή τού αδελφού της και προσθέτει πως έχει κάποιο νέο να τους πει ⸺ και αρχίζει η στιχομυθία ( στ. 167-168):

ΧΟ. λέγοις ἄν· ὀρχεῖται δὲ καρδία φόβῳ.

ΗΛ. ὁρῶ τομαῖον τόνδε βόστρυχον τάφῳ.

 

ΧΟ. Πες το· χοροπηδάει η καρδιά μου από τον φόβο.

ΗΛ. Βλέπω στον τάφο επάνω την κομμένη αυτή πλεξίδα.

 

 

Ορέστης, Ηλέκτρα, Ερμής.

 

 

Στη χαρακτηριστική εικόνα ο θεός Φόβος

 

1)Ο ΄Αλιος και ο Λαοδάμας ήταν γιοι τού Αλκίνοου.

2)Οι Μασσαγέτες ήταν πληθυσμοί ιρανικής καταγωγής εγκαταστημένοι μεταξύ τής Κασπίας και της λίμνης Αράλης.

3)Πρόκειται για παροιμία που σημαίνει ότι ο μεθυσμένος λέει την αλήθεια, αντίληψη που υπάρχει και σήμερα.

4)Στον ΄Ομηρο είναι η μόνη σημασία τής λέξης.

5)Ο Φόβος προσωποποιείται ως γιος τού ΄Αρη και της Αφροδίτης. Ιερό τού Φόβου υπήρχε στη Σπάρτη.

6)Ο λόγος για την τάφρο που είχε ανοιχτεί δίπλα στα τείχη τού στρατοπέδου των Αχαιών.

7)Βλ. και το άρθρο μας με τα λόγια τού Αλκιβιάδη για τον  Σωκράτη:

https://www.periou.gr/platonos-sybosion-chchchii-metafrasi-georgia-papadaki/

 

 

 

 

Γεωργία Παπαδάκη

H Γεωργία Παπαδάκη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου υπηρέτησε για δέκα χρόνια ως Βοηθός στον Τομέα Αρχαιολογίας και, παράλληλα, έλαβε μέρος σε διάφορες ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια μελετάει αρχαίους συγγραφείς και μεταφράζει αγαπημένα της κείμενα της ελληνικής γραμματείας. Από το Α΄Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας έχει παρουσιάσει παλαιότερα μια σειρά σχετικών εκπομπών με τον τίτλο « Είτε βραδιάζει είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί». ΄Εχουν εκδοθεί εξι βιβλία της: "Aνθολογία αρχαίας ελληνικής ερωτικής ποίησης", "Ο δικός μας Αριστοφάνης",  "Μούσας άγγιγμα", " Αισχύλος. Ο ποιητής του μεγαλοπρεπούς και του τιτανικού", "Σοφοκλής. Η «μέλισσα» του αρχαίου ποιητικού λόγου", "Η γυναίκα και ο γυναικείος λόγος στο έργο του Ευριπίδη".

This Post Has One Comment

  1. Ελένη Δάρα

    Γεωργιτσα μου σ’.ευχαριστω και πάλι για τα τόσο ωραία και ενδιαφέροντα που μου στέλνεις κάθε φορά και συγγνώμη που τόσο καιρό έχω χαθεί, αλλά μέχρι τέλος Ιουλίου είχα ξεναγήσεις και μετά.τον Αύγουστο μέχρι πρότινος είχα περιπέτειες με την υγεία μου.Θα σου τηλεφωνησω μετά τις γιορτές να τα πούμε και σου στέλνω τις καλύτερες ευχές μου για το 2026, υγεία πάνω απ’όλα και ο,τι άλλο επιθυμείς να γίνει πραγματικότητα!!! Πολλά φιλιά,

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.