You are currently viewing Δημήτρης Κ. Μπαλτάς:Αργυρώ Ψώρα Θεοδωράτου, Αστερισμοί. Χαϊκού και άλλα, εκδόσεις Όστρια, 2024, σελ. 100, ISBN: 978-960-604-895-1.

Δημήτρης Κ. Μπαλτάς:Αργυρώ Ψώρα Θεοδωράτου, Αστερισμοί. Χαϊκού και άλλα, εκδόσεις Όστρια, 2024, σελ. 100, ISBN: 978-960-604-895-1.

Χορεύοντας με τις εποχές

 

Η Αργυρώ Ψώρα Θεοδωράτου στο πιο πρόσφατο βιβλίο της Αστερισμοί. Χαϊκού και άλλα (εκδ. Όστρια, 2024), με την ταιριαστή και πρωτότυπη εικόνα, καθώς συνδέει αρμονικά τον γήινο κόσμο με τον ουράνιο, στο εξώφυλλο του Παναγή Θεοδωράτου (ο οποίος επιμελείται και την εικονογράφηση των ενοτήτων), εμπνευσμένη από πρωτότυπη φωτογραφία του Γεωργίου Ντέκα, ταξινομεί το υλικό της σε τέσσερις διακριτές ενότητες με είκοσι χαϊκού και ένα εισαγωγικό εξάστιχο ποίημα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο η καθεμιά. Την κάθε ενότητα τιτλοφορεί ένας αστερισμός, ο επικρατέστερος στον νυχτερινό ουρανό κάθε εποχής.

 

Η πρώτη ενότητα αφιερώνεται στην άνοιξη. Επιλογή διόλου τυχαία, καθώς η άνοιξη φαίνεται ότι νομιμοποιεί και καλλιεργεί πρόσφορο έδαφος για την ποιητική δημιουργία. Την ενότητα κατακλύζουν χαϊκού φωτός, ενώ τις στιγμές που η ποιητική φωνή μιλά σε πρώτο πρόσωπο η συναισθηματική ένταση κορυφώνεται μέσα από διαλεχτές και αισθητηριακές εικόνες από το φυσικό τοπίο. Η άνοιξη επιτρέπει στον νου ονειρικές πτήσεις με το καθρέφτισμα της μνήμης και την ευσπλαχνία της λήθης σε αρμονία. Η ενότητα ολοκληρώνεται αισιόδοξα, ελπιδοφόρα.

 

Πάλι κάποτε

θα ξεσπάσει άνοιξη

ασυλλόγιστη.

 

Μετά την άνοιξη καταφθάνει το λαμπρό καλοκαίρι. Το φως εξακολουθεί να λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος και οι εικόνες μυρίζουν την αρμύρα της θάλασσας, χαιρετίζουν τα πλοία, δέχονται πρόθυμα το μελτεμάκι, την ηχώ του κύματος και τους ήχους των τζιτζικιών. Το καλοκαίρι φύσει ερωτικό και η θύμηση καλπάζουσα.

 

Αύγουστος θάλλει

στην ξεραμένη πέτρα

και στα χείλη σου.

 

~

 

Αναδύεται

εύσαρκη η θύμηση

απ’ τ’ αγιόκλημα.

 

Εικόνες αισιόδοξες, χαρούμενες, φωτεινές που, εντούτοις, προετοιμάζουν προοδευτικά τον αναγνώστη για την επόμενη ενότητα, για τον ερχομό του φθινοπώρου. Για τη μετάβαση από τη σπίθα του καλοκαιριού στη μελαγχολία του φθινοπώρου και τον υπαρξιακό στοχασμό. Το εισαγωγικό ποίημα παρουσιάζει αριστοτεχνικά αυτή τη μετάβαση:

 

Σκύβει ο μαύρος ουρανός

και λέει του φθινοπώρου:

Δεν κλαίω για τη μαυρίλα μου

και για την ερημιά μου

μα για τα φύλλα της καρδιάς

που σέπονται στο χώμα.

 

Η ερημιά, η μοναξιά, η ακούσια απόσταση σωμάτων και ψυχών πρωτοστατούν στον αστερισμό του φθινοπώρου, δοσμένες με λεπτεπίλεπτες, ανάγλυφες εικόνες. Η βροχή γίνεται το όχημα αυτής της μετάβασης.

 

Χοντρές ψιχάλες

γεωμετρούν στα νερά

πένθιμους κύκλους.

 

~

 

Βροχή κι απόψε

παρασέρνει τα φύλλα

και την καρδιά μου.

 

Η βροχή νοτίζει το χώμα, νοτίζει τις ρίζες της ζωής, τις ρίζες της αγάπης. Κι όπως η βροχή ρυτιδώνει το χώμα και οι ρονιές πέφτουν μαζί με τα φύλλα, σαν να συμπαρασύρονται, έτσι σταλάζει, δειγματοληπτικά, και η αγάπη αυλακώνοντας την ψυχή με την κόκκινη σαν αίμα μνήμη, απότοκο πικρίας, απότοκο πόνου.

 

Πάλι πικρίζουν

στα χείλη σου οι λέξεις.

Γεύομαι πόνο.

 

Η νοσταλγία για το αλλοτινό καλοκαίρι και η εύθραυστη θλίψη του φθινοπώρου με τη βαριά σιωπή του δίνουν τη θέση τους στον «Αστερισμό του Ωρίωνα», στον αστερισμό του σκαιού χειμώνα. Το κρύο του χειμώνα παγώνει την απαρηγόρητη ψυχή. Το γκρίζο χρώμα κυριαρχεί στην παλέτα του ουρανού και της ζωής και κάνει την πρώτη του εμφάνιση ο θάνατος.

 

Βάρκα στ’ ανοιχτά

βάρκα στον Αχέροντα

κοσμοχαλασιά.

 

Όμως, η ποιητική φωνή δεν εγκαταλείπει την ελπίδα κι ας μοιάζει μακρινή. Ψάχνει να τη βρει και πάλι.

 

Ακόμα ψάχνω

το παιδί που κρύφτηκε

στην καταιγίδα.

 

Ακόμα κι όταν το όνειρο δεν προσφέρει την, έστω και φαντασιακή, λύτρωση, η ποιητική φωνή με στωικότητα και ψυχραιμία μετρά ό,τι και όποιον της στέρησε και αυτός ο χειμώνας, μετρά τις απουσίες και με ευαισθησία κοιτάζει στο παρελθόν και αναπολεί.

 

Μέσα στο τζάκι

τριζοβολούν τα χρόνια·

φουντών’ η φωτιά.

 

Τις άγρυπνες κρύες νύχτες η ψυχή διαστέλλεται και μέσα της πλέκεται ένα υφαντό από καρτερία, προσμονή, ελπίδα, ανάγκη. Είναι μακρύς ο δρόμος του χειμώνα αλλά πάντα απολήγει στην άνοιξη. Και με αυτό το οπτιμιστικό μήνυμα επιλέγει η ποιήτρια να ολοκληρώσει το έργο της.

 

Στο ερώτημα, λοιπόν, που θέτει:

 

Πόσο χειμώνα

πρέπει να διασχίσω

ως την άνοιξη;

 

Η απάντηση, κατάλληλη και καταληκτική, μάς αποχαιρετά μειδιώντας και κλείνοντάς μας το μάτι καταφάσκοντας στη ζωή και ξορκίζοντας του χρόνου το φόβητρο.

 

Τ’ ανάποδα

 

Να ʼρχόταν λέει η ζωή

τ’ ανάποδα θανάτου.

Το Μάη να πρωτοβραχώ

ν’ ανθίσω το Νοέμβρη

να χιονιστώ τον Αύγουστο

να ηλιολουστώ Φλεβάρη

από τη γη ν’ αναστηθώ

χρόνους να μη φοβάμαι.

 

 

 

 

Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδ. Μετρονόμος, 2025).

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.