Κι έρχεται κάποτε η στιγμή που από το καλοστημένο οικοδόμημα ενός κόσμου, του κόσμου μας, από τα θεμέλια μιας ολόκληρης βιοσοφίας, της βιοσοφίας μας, τουτέστιν από όλα τα επιβαλλόμενα ως δέοντα και άρα κοινώς αποδεκτά αρχίζει να ακούγεται υπόκωφα ένας τριγμός.
Μια ανεπαίσθητη βουή, κάτι σαν σεισμός που σκέφτεται να ξεκινήσει και που ίσως μόνο τα σκυλιά έγκαιρα τον ακούν. Μπορεί και κάποιοι που αντιλαμβάνονται το επερχόμενο σαν απειλή και σπεύδουν να ενημερώσουν τον εαυτό τους πρώτα και ύστερα τους άλλους για εκείνο που επίκειται, έχοντας πλήρη συναίσθηση της κρισιμότητας της κατάστασης. Και αυτοί είναι οι ποιητές ή κάποιοι που νιώθουν ποιητές. Κυρίως είναι κάποιοι που μιλούν ελεύθερα όπως αυτοί που δεν φοβούνται ή που δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Αυτό βέβαια κατά κόρον παρατηρείται στην περίοδο της νεότητας, όπου η άγνοια κινδύνου και η μαχητικότητα σηκώνει λάβαρα και σπάζει τοίχους, μιλά έξω απ’ τα δόντια και αδιαφορεί αν θα εκτεθεί.
Τι συμβαίνει όμως, όταν κάποιος κάτω από το ρούχο τού ενήλικα και ώριμου ανθρώπου κουβαλά, μεταφέρει για την ακρίβεια, συνωμοτικά και με πάσα προφύλαξη έναν επαναστάτη και ένα παιδί, αλλιώς έναν αντικαθεστωτικό της όρασης του προφανούς; Και μάλιστα τον κουβαλά προσεκτικά για χρόνια πολλά καθησυχάζοντάς τον όλον αυτόν τον καιρό πως δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα να μιλήσει. Μα αυτός διαμαρτύρεται. Για πόσο ακόμα θα με έχεις στην αφάνεια, πόσο θα με κρατάς σε σίγαση; Μετά από τόσα χρόνια ακόμα και ως έφηβος θα έχω γεράσει, διαμαρτύρεται η φωνή. Πότε επιτέλους θα ακουστώ; Την ξέρετε τη φράση «Αργώ, μα δε λησμονώ»;
Ε, με τέτοια και με εκείνα ξεγελούσε τη φωνή, την καθησύχαζε, τής έταζε λαγούς με πετραχήλια. Θα σου δώσω εγώ βήμα και μικρόφωνο, θα σου δώσω πεδίο σελίδας λαμπρό να έχεις να αλωνίζεις, θα σε εγγράψω σε βιβλία, θα σου φέρω και κοινό να σε ακούσει να μιλάς. Μόνο που καθυστερούσε. Είχε βλέπετε και άλλες δουλειές. Όχι του ποδαριού ούτε του δρόμου αλλά των διαδρομών και της ταχύτητας, του ιλίγγου και των επάθλων. Πού χρόνος να εισέλθει στη σιωπή, το μοναδικό έδαφος που η μουγκή φωνή θα μπορούσε να ανθίσει; Και να που τώρα το τάμα και η υπόσχεση δεν έμειναν στα λόγια. Η φωνή εκείνου του έφηβου επαναστάτη ξέφυγε απ’ το ρούχο του ενήλικα και φανερώθηκε. Η ποίηση, το πιο ασφαλές καταφύγιο για αμήχανους και αποσυνάγωγους, για ηττημένους και αγνούς, ήταν πλέον μονόδρομος. Δεν πήγαινε άλλο η αναμονή. Ίσως για αυτό και η συλλογή του Γιώργου Στόϊκου αποπνέει αυτή την αίσθηση του κατεπείγοντος. Κάτι σαν «πρέπει να μιλήσω τώρα που κατάλαβα, κάτι σαν «πρέπει να προλάβω να μιλήσω, να ενημερώσω και εσάς τώρα που οι αυταπάτες μια μια αρχίζουν να κάνουν φτερά και όλη η αλήθεια γυμνή μού φανερώνεται. Η πληροφόρησή μας ξεκινά από το πρώτο κιόλας ποίημα όπου παρουσιάζεται μια αθέατη για τους πολλούς αλήθεια.
Υπάρχει εκεί έξω, ίσως και εκεί πάνω, ένας κόσμος που ασχολείται με τον κόσμο μας, με την ύπαρξή μας, μια άτυπη συνεδρίαση κάποιων που έχουν λόγο για την παραμονή μας στη ζωή ή τη διακοπή της, για την έκβαση των ενεργειών μας, για όλα εν γένει. Θα έλεγα μια αφ’ υψηλού αιωνιότητα αδέκαστη που με ανέκφραστη στάση αποφασίζει για τη μοίρα μας.
̶ Κοίτα, βλέπεις; / Μας κοιτούν. / Μας κοιτούν και μας δείχνουν./
̶ Μας δείχνουν, για να μας πάρουν/ ή για να μας αφήσουν;/ Γιατί δεν αποφασίζουν;/
̶ Φταίει ο θόρυβος που κάνουμε./
̶ Και τι μ’ αυτό;/ Αγωνιώ.// Ένας δικαστής φάνηκε./ Ήταν απ’ αυτούς που κοιτούσαν μπροστά / χωρίς να βλέπουν./ Γνώριζε τα πάντα/ κι ας μην είχε μάθει τίποτα./ Στεκόταν ψηλά στο σύννεφό του/ δίχως το χαλινάρι. […] ΕΝΟΧΕΣ ΔΙΚΕΣ
Κι όμως την ύστατη στιγμή, πριν την εκτέλεση της όποιας απόφασης άνωθεν, ο ποιητής ανατρέχει στις πρώτες βοήθειες. Ανάμεσα στο οριστικό τέλος και στην παράτασή του καταφεύγει στην παιδική ηλικία, στα μαθητικά χρόνια και συγκεκριμένα στο θρανίο του κάτω από το οποίο είχε χαράξει τότε την ελπίδα. Θαρρείς και επικαλείται ως επιχείρημα για την παραμονή του στη ζωή την ανάγκη του να μαθητεύσει κι άλλο. Κι όμως ψάχνοντας κάτω από το θρανίο θα διαπιστώσει απογοητευμένος το τίποτα.
Μια άτυπη μπεκετικού τύπου σκηνή όπου όμως η έκβασή της δεν προσομοιάζει με τα αδιέξοδα του Μπέκετ. Εξηγούμαι: Το παρελθόν στην ποίηση του Στόϊκου δεν λειτουργεί ως αποθετήριο νοσταλγίας και αναπόλησης. Οι αναδρομές δεν είναι της μορφής «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις». Όταν επικαλείται το παρελθόν των ξέγνοιαστων χρόνων, το κάνει, προκειμένου να τοποθετήσει στο ένα μέρος της ζυγαριάς τη χρονική περίοδο της άγνοιας και της αφέλειας και στο άλλο το νέο καθεστώς της πληρωμένης με αίμα γνώσης. Τίποτα δεν προεξοφλεί πως θα υπερτερήσει το παρελθόν με την υποτιθέμενη αθωότητα και αμεριμνησία του. Μάλλον η συνειδητοποίηση και η καθαρή αλήθεια βαραίνουν πιότερο στη ζυγαριά. Δεν τίθεται θέμα ρομαντισμού και εξιδανίκευσης όσο τίθεται το θέμα της ώριμης ματιάς στον χρόνο. Μπορεί το φύλλο πορείας με το οποίο ξεκινούσε τις διαδρομές στη συνέχεια να αποδεικνυόταν ένα κακό φύλλο, μπορεί να πετούσε τη γραβάτα και να ματαίωνε το ταξίδι, ωστόσο τα σπουργίτια από το πουθενά τού ψιθύριζαν: «Κάπου υπάρχει Θεός…». Όλο το βιβλίο είναι η εξιστόρηση μιας πορείας στο τέλος της οποίας θα περιμέναμε το ποιητικό υποκείμενο να ενδώσει στην οπισθοχώρηση και τον συμβιβασμό, εντούτοις η αντίστασή του στην ήττα είναι τόσο ισχυρή, που τον οδηγεί να εφευρίσκει διαρκώς τρόπους μέσω της γλώσσας για την επανεκκίνηση.
Και τότε, ακολουθώντας την τακτική της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ, που επινόησε τη «Λυπιού» έναν τόπο για τα ανεκπλήρωτα πάθη, ο Στόϊκος επιστρέφει στον τόπο που σχεδίαζε παιδί μες στα χωράφια των ματιών του, τότε που οι ποδηλάτες ελεύθεροι τριγυρνούσαν στα σύνορα της πόλης και οι πάσης φύσεως κλαδευτές ακόμη δεν είχαν εμφανιστεί. Ποίηση της αναδρομής και του απολογισμού, λες και βρισκόμαστε στο τέλος του χρόνου και κλείνουμε ταμείο. Και αυτός ακριβώς ο απολογισμός τον φέρνει ενώπιον διαπιστώσεων αποφθεγματικού χαρακτήρα, μια συμπύκνωση αλήθειας και τραύματος σε συνύπαρξη αγαστή. Άλλωστε πρόλαβε ο Σεφέρης και το ομολόγησε: «Το άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης» και ο Στόϊκος γενναία καθρεφτίστηκε και το είδωλό του πολλαπλασιασμένο μάς το μοιράζει σε αντίτυπα, μήπως το κάτοπτρο εμφανίσει και τη δική μας εικόνα. Κάποιο απόσταγμα των αποτυπώσεων επιχειρώ να σταχυολογήσω, από φόβο μήπως η απρόσεκτη ανάγνωση παραβλέψει τα φωτεινά μετέωρα.
- Όσο πιο συναρπαστικά ζεις / τόσο οι ανοικτές πληγές σωπαίνουν.
- Κι όταν με ρώτησαν γιατί γράφω;
̶ Προσπαθώ να σωθώ… - Οι γρίφοι του έρωτα δεν λύθηκαν ποτέ / αφού με το τέλος του γεννιέται η αρχή./ Ένα μερόνυχτο μονάχα τού ανήκει / όσο πετά της πεταλούδας η ζωή.
- Οι μεγάλοι πόλεμοι σπάζουν τα φράγματα / όσο υπάρχουν Τροίες και Ελένες.
- Τα παραμύθια οι ήρωες τα συντηρούν. / Η Αλίκη όμως θα ζει για πάντα / στη χώρα των θαυμάτων.
- Οι ποιητές συστήνουν τα αινίγματα /στον θάνατο / και τη δειλία στον χρόνο. /
Τον φόβο με γρίφους πολεμούν. - Είναι βέβαιο / ο ενδυματολόγος μάς είχε ξεγελάσει./ Αν και ορκίστηκε / δεν έραψε στο στήθος ποτέ / τον ουρανό μας.
- Τα όνειρα νοσούν / από τα ομοιώματα των τιποτένιων.
- Ισορρόπησα τη φαντασία με τη ζωή. / Διαφορετικά, θα λιμοκτονούσε η ελπίδα.
- Το δύσκολο δεν είναι οι επιλογές / μα η αποδοχή τους.
Αντιλαμβανόμαστε πως η γραφή δεν είναι παίξε γέλασε, πως η αλήθεια δεν είναι κάτι που εκ των προτέρων κατέχουμε αλλά μια έκλαμψη που μας δωρίζεται ενόσω ασχολούμαστε με τη γλώσσα. Και η γλώσσα μέσα μας ξέρει να μας συστήνει τον κόσμο και την ίδια στιγμή και τον εαυτό μας. Στη γραφή του Στόϊκου οι κόσμοι είναι τρεις. Είναι ο κόσμος πριν τη γνώση. Ένας κόσμος δηλαδή που περιεργάζεται δυο βάζα με βύσσινο και πορτοκάλι / φυλαγμένα στο κρύο σαλόνι, ένας κόσμος που παίζει στις αλάνες και τραυματίζεται, που ερωτεύεται και πάλι τραυματίζεται. Πάθος και αμεριμνησία δηλαδή σε αγαστή συνύπαρξη.
Είναι ένας δεύτερος κόσμος που παρελαύνει με τις αθλιότητες και τα ψεύδη του, η ζωή που ζούμε δηλαδή ή αλλιώς μια ιλουστρασιόν φούσκα που δεν ευωδιάζει. Τουτέστιν ο κόσμος της σύμβασης και των συναλλαγών.
Κάπου όμως σκάει μύτη και ένας τρίτος κόσμος, μία συνθήκη ίσως πιο πραγματική από τις άλλες δύο. Είναι η αχαρτογράφητη περιοχή της ουτοπίας. Εκεί ο Θεός παρηγορεί, εκεί ο αέρας καθαρίζει και τα πνευμόνια αναπνέουν αβίαστα. Όλα τα ξεπλένει ένα φως που όμοιό του δεν συναντάται παρά μόνο στις προσευχές και στα ποιήματα. Το σημαντικό θα έλεγα στη γραφή του είναι ότι ο λόγος που αρθρώνεται δεν είναι καταγγελτικός, δεν στοχοποιεί και δεν ελέγχει. Τουναντίον, το δάχτυλο που θα περιμέναμε να δείχνει προς τα έξω, επιτιθέμενο κατά παντός υπευθύνου, το δάχτυλο αυτό είναι στραμμένο μέσα του.
ΑΔΙΕΞΟΔΑ
Οι δρόμοι πλημμύρισαν.
Οι προτάσεις σβήστηκαν στα ποτάμια τους.
Βουλωμένα φρεάτια και ρείθρα.
Αδιάφορος βλέπω την καταστροφή.
Κάποτε στη μετωπική σύγκρουση
βλαστημούσα με αίμα.
Τώρα τίποτα, μόνο τίποτα.
Ταριχευμένος στον χρόνο
εγώ ο αδιόρθωτα ασυμβίβαστος
τώρα με χέρια πουδραρισμένα
σε γάντια δειλά
για ανούσιες χειραψίες.
Απορροφήθηκα
ανάμεσα στα βολεμένα μαξιλάρια
που μυρίζουν νικοτίνη και ιδρώτα.
Γκρεμίστηκα.
Η αυτοδυναμία εξορίστηκε
σε άγνωστους κύκλους
κι η περηφάνια ξέπεσε
στην εξουσία των δράκων.
Σκίζω τη σάρκα μου
μέχρι να καθαρίσουν τα σωθικά
από τη μούργα της σκλαβωμένης ζωής.
Ας είναι παρενθετικό
το διάστημα της αυτοχειρίας.
Θα ξαναγεννηθεί ο χρόνος
με τα πρώτα του βήματα και πάλι ελεύθερα.
Εξεγέρσεις.
Οι δήμιοι, βέβαια, θα συνεχίσουν να ψάχνουν
γιατί οι θάνατοι πάντα θα ζουν
με τα κάδρα να θάβουν
ξανά και ξανά τους νεκρούς τους.
Στην ποίηση του Γιώργου Στόϊκου συμβαίνουν και κάποια παράδοξα.
Για παράδειγμα, τα Χριστούγεννα αναβάλλονται, η Άνοιξη ματαιώνεται με βέτο πολέμου, τσακισμένα σπίτια καταρρέουν από τη μοναξιά, κάποιοι πυροβολούν τον ουρανό τους, μάνες αναγκασμένες μοιράζουν τα παιδιά τους, στις ράγες των τρένων παρατημένα βαγόνια είναι χορτάτα από στοιβαγμένα κορμιά, ένα στοιχειωμένο άλμπουμ με φωτογραφίες στο λυγισμένο ράφι, χωρίς να δίνει ενοίκιο διαμονής, μεταμορφώνεται σε μαυσωλείο, η κόκκινη πανοπλία του, το ρούχο των αγώνων του, μια πρώην Λύκαινα των ειδικών διαδρομών τώρα άθικτη και κρεμασμένη τον αναγκάζει να υποκλιθεί στον τελευταίο της ρόλο.
Όσο για τη σχέση του με τον θάνατο βρίσκεται σε μια συνεχή διαπραγμάτευση ένα αέναο παιχνίδι με τον χρόνο, που πάντα μένει αδιάφορος για τη δική μας αγωνία. Ο Γιώργος με αυτή την πρώτη του ποιητική κατάθεση εγγράφως και εντύπως αντιπαρατίθεται στον μεγάλο αντίπαλο και τολμά να του δείξει τα δόντια του. Την ίδια στιγμή μεταμορφώνει την κάθε σελίδα σε κινηματογραφικό καρέ μέσα από το οποίο επιχειρεί ένα ξεκαθάρισμα, ώστε να μείνουν μόνο τα σημαντικά που τον ορίζουν. Κάθε ένα ποίημα είναι ένα κοντινό πλάνο στην ύπαρξη και ένα μακρινό πλάνο στη ζωή του βιωμένου χτες και του ασαφούς αύριο. Πάνω όμως από τις δύο αυτές ζωές στέκει ένα παιδί αμήχανο που περιμένει να μεγαλώσει, και όταν μεγαλώσει πάλι αμήχανο περιμένει να καταλάβει και όταν καταλαβαίνει το ελάχιστο από το πλήρες που μας διαφεύγει κάνει την αμηχανία του γραπτή διαμαρτυρία και έντυπη κληρονομιά ή απολογητικό σημείωμα. Θαρρείς και στίχο τον στίχο συμπληρώνει το παζλ εκείνο που όταν ολοκληρωθεί θα του δείξει το πρόσωπό του. Πρόσωπο λύκαινας των αγώνων που εξημερωμένη βουτά το μελάνι της στην κόκκινη πανοπλία και γράφει με το αίμα της ψυχής της. Αυτό το βιβλίο παίρνει όλη τη σκόνη των δύσβατων δρόμων και την ξεπλένει, για να μείνει και πάλι ένα παιδί αμήχανο να αναρωτιέται για όλα.
ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ
