Μικρό έπος για έναν (γιατί όχι και για μία) Influencer
Σε χαιρετώ ινφλουένσερ μου, γιατί είσαι φλου κι ωραίος
που η μόδα σε κατάντησε ινφλουέντζα[1]. Πια, είσαι ακμαίος;
Ρίχνεις μια πούδρα επάνω σου, μήπως από …μπαχάρι;
Και καμαρώνεις και γελάς, μπρος στον φακό με χάρη.
Η γλώσσα σου παράξενη με λέξεις εσπεράντο
συλλαβιστές σαν αχταρμάς, της οπερέτας canto.[2]
Έχεις χιλιάδες folowers και πιτσιρίκια, εκείνα
που σε θωρούν ωσάν θεό, ξεχνάνε ως και την πείνα.
Φορείς κολώνιες ακριβές για να φαντάζεις σένιος
κι όταν ξυπόλητος περνάς, μοιάζεις παραμυθένιος.
Το ψέμα σου, εν γνώσει σου κι ούτε που το κατέχουν
και τρέχουν στις μπουτίκ πρωί, ξοδεύουν ό,τι κι αν έχουν.
Τη μια σου μέρα τους μιλάς για κρέμες και για λάδια
οπού στενεύουν τους γοφούς προπάντων στα …σκοτάδια.
ην άλλη με τα μούσκουλα πίνεις μ’ ένα μπουκάλι
μα και την άλλη: πάρτε, λες, λύσεις για την …παράλλη.
Λίγο νιονιό να φύλαγες σ’ ένα μικρό κουτάκι!
Θα ’θελα μόνο να σου πω: ξέρεις τον Καρυωτάκη;[3]
«”Φθονώ” την τύχη» σου, έγραφε, τις «πλαστικές γραμμές» σου
τα «διάφανα τα ρούχα» σου, τις σκάρτες συμβουλές σου!
Επίσης δε και να σου πω: μακάρι και να «θάλλεις»!
Αλλιώς, για «βυθομέτρησε το άδειο σου κεφάλι»
«με μια φουρκέτα» ατσάλινη, μέτρησε δε κι ακόμα
τις …γνώσεις σου που τις κρατά φιαλιδίου πώμα…
