You are currently viewing Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη: Αγγελική Νικολούλη – Η Απαγωγή. Εκδ. Καστανιώτη

Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη: Αγγελική Νικολούλη – Η Απαγωγή. Εκδ. Καστανιώτη

Σε κάθε αφήγηση απώλειας υπάρχει ένα σημείο όπου η σιωπή παύει να είναι ουδέτερη. Εκεί ακριβώς τοποθετείται το έργο της Αγγελικής Νικολούλη: στο όριο ανάμεσα στην απουσία και την επιμονή, ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη. Τριάντα ένα χρόνια ανελλιπούς προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, το Φως στο Τούνελ δεν υπήρξε ποτέ απλά μια τηλεοπτική εκπομπή· αποτέλεσε έναν μηχανισμό δημόσιας εγρήγορσης, μια διαρκή άρνηση αποδοχής του ανεξήγητου ως τετελεσμένου. Μας έχουν ξενυχτίσει οι συνεχείς ανατροπές στις υποθέσεις που αναλαμβάνει και φέρνει εις πέρας. Η πολυετής αυτή εμπειρία μεταφέρεται στο βιβλίο Η Απαγωγή όχι ως αναπαραγωγή τηλεοπτικής φόρμας, αλλά ως μετασχηματισμός της έρευνας σε αφηγηματικό και ηθικό γεγονός. Η Απαγωγή είναι βασισμένη σε μια υπόθεση πιθανώς στην αρχή της εκπομπής της, όταν νεαρή τότε αστυνομική ρεπόρτερ βούτηξε κατευθείαν στα βαθιά νερά της δημοσιογραφίας, με απειλές για τη ζωή της αλλά και της οικογένειας της. Δεν μας αφηγείται απλά μια υπόθεση αλλά καταγράφει τη διαδρομή προς την αλήθεια, με όλες τις ρωγμές, τις καθυστερήσεις και τις ανθρώπινες αντοχές που αυτή συνεπάγεται. Το βιβλίο κινείται με άνεση ανάμεσα στη δημοσιογραφική έρευνα, το ντοκουμέντο και τη λογοτεχνική αφήγηση. Η γνώση δεν λειτουργεί ως πληροφοριακό βάρος αλλά ως αφηγηματικό εργαλείο. Η ματιά της είναι εκείνη του ανθρώπου που έχει σταθεί επανειλημμένα μπροστά στη σκηνή του εγκλήματος, όχι μόνο ως παρατηρητής αλλά ως συνομιλητής της αγωνίας, της αναμονής και της αβεβαιότητας.

Η υπόθεση εκτείνεται από τον Οκτώβριο του 1994 —μια νύχτα καταιγίδας στην Αθήνα με τρεις άγριες δολοφονίες— έως τον Ιανουάριο του 1998 και μια απαγωγή-παγίδα εφοπλιστή και της γραμματέως του. Ένα αδιόρατο νήμα συνδέει τις ιστορίες και ξετυλίγεται αργά, οδηγώντας την έρευνα στα σκοτεινά πεδία του οργανωμένου εγκλήματος, της σικελικής μαφίας και ενός δικτύου βίας που εκτείνεται από τις φυλακές Διαβατών έως τις πολυτελείς βίλες των νοτίων προαστίων, και από την Αθήνα έως την Ταορμίνα και το Μόντε Κάρλο.

Η αφήγηση ακολουθεί ρυθμό σχεδόν ανακριτικό: λεπτομέρειες, αντιφάσεις, φράσεις καθημερινών ανθρώπων αποκτούν τη βαρύτητα αποδεικτικών στοιχείων. Η ίδια αποφεύγει τον εντυπωσιασμό και επιλέγει τον φωτισμό, επιλογή που προσδίδει στο κείμενο έντονη ντοκιμαντερίστικη αίσθηση αλήθειας. Δεν  εξαντλείται στη χαρτογράφηση του εγκλήματος. Στον πυρήνα της βρίσκεται η ανθρώπινη διάσταση: οι συγγενείς που περιμένουν, οι ζωές που αναστέλλονται, η κοινωνία που παρακολουθεί αμήχανα, οι θεσμοί που λειτουργούν υπό πίεση χρόνου και αντοχών. Με διακριτικότητα και ενσυναίσθηση, η συγγραφέας εισχωρεί στον ψυχισμό των εμπλεκομένων χωρίς να τους εκθέτει, αναδεικνύοντας τη φθορά της αναμονής και το βάρος της αβεβαιότητας.

Οι χαρακτήρες δεν συγκροτούνται ως λογοτεχνικές κατασκευές αλλά ως φορείς πραγματικών αντιφάσεων. Δραπέτες, αρχηγοί του υποκόσμου, τραγικές γυναικείες μορφές, μάρτυρες, γείτονες, θεσμικά πρόσωπα αποκαλύπτονται σταδιακά μέσα από πράξεις, σιωπές και ασυνέπειες. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι φαινομενικά δευτερεύοντες χαρακτήρες —εκείνοι που με μια αδέξια φράση ή ένα κενό μνήμης μετατρέπονται σε κρίσιμους κόμβους της αφήγησης, υποδεικνύοντας τη συλλογική ευθύνη απέναντι στο έγκλημα. Ακόμη και οι φιγούρες που σχετίζονται με τον θύτη δεν αντιμετωπίζονται με απλουστευτική ηθικολογία. Η Νικολούλη δεν επιδιώκει τη δαιμονοποίηση, αλλά τη χαρτογράφηση των μηχανισμών που γεννούν τη βία. Έτσι, Η Απαγωγή λειτουργεί όχι μόνο ως αφήγηση μιας πολύκροτης υπόθεσης, αλλά και ως σχόλιο πάνω στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και τις σκιές της. Παρούσα, έστω και άρρητα, είναι και η ίδια η αφηγήτρια, όχι ως πρωταγωνίστρια, αλλά ως συνείδηση της έρευνας. Μια φωνή που ελέγχει, αμφισβητεί, επιστρέφει, επιμένει· σταθερός άξονας χωρίς να επισκιάζει τις ιστορίες που καταγράφονται.

Η Απαγωγή δεν ζητά απλά να διαβαστεί. Καλεί τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να σταθούν απέναντι στο εύθραυστο όριο μεταξύ βεβαιότητας και απουσίας. Συνεχίζει, με άλλους όρους, την πορεία που χάραξε το Φως στο Τούνελ: τη διαρκή αναζήτηση της αλήθειας μέσα σε συνθήκες σιωπής, φόβου και κοινωνικής αδράνειας. Οι 405 σελίδες κυλούν σαν ποταμός· οι ανατροπές είναι συνεχείς, η ανάσα σου κόβεται από την αγωνία αλλά συγχρόνως σε καθιστούν συνοδοιπόρο, εθελοντή, καθώς η έρευνα γίνεται πράξη ευθύνης και η αφήγηση ηθική στάση. Η Αγγελική Νικολούλη γνωρίζει πολύ καλά να κρατά το φως αναμμένο, όχι ως θέαμα, αλλά ως ανάγκη. Καλοτάξιδο να είναι!

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.