Υστερόγραφο μίας ανάγνωσης
Παρα-μένοντας
Ως παιδί, δεν ένιωθα φυλακισμένος· ένιωθα ακατοίκητος.
∞
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισα να τη φροντίζω. Δεν υπήρξε μια μέρα που να μπορώ να δείξω και να πω: από εδώ και μετά αντιστράφηκαν οι ρόλοι. Η φροντίδα δεν ήρθε ως καθήκον· ήρθε σαν υγρασία στους τοίχους, αθόρυβα, προχωρώντας από μέσα προς τα έξω. Πρώτα ξέχασε μικρά πράγματα — το αλάτι στο φαγητό, το όνομα μιας γειτόνισσας, το πού είχε αφήσει τα κλειδιά. Ύστερα άρχισε να ξεχνά πράγματα μεγαλύτερα, πιο ανθεκτικά: τον δρόμο για το σπίτι, τη σειρά των ημερών, τη σχέση των λέξεων με τα αντικείμενα. Και στο τέλος, άρχισε να ξεχνά εμένα.
Δεν ήταν το χειρότερο. Το χειρότερο ήταν ότι, πολύ πριν με ξεχάσει εκείνη, είχα μάθει εγώ να ζω χωρίς να περιμένω να με θυμούνται.
Η μητέρα μου υπήρξε δεσμοφύλακας. Όχι μεταφορικά — κυριολεκτικά. Φορούσε στολή, περνούσε πύλες, κρατούσε κλειδιά. Έμαθα από μικρός ότι τα κλειδιά δεν ανοίγουν μόνο αλλά και κλείνουν πόρτες, αφήνοντάς σε απέξω. Εκείνη ήξερε να στέκεται σωστά: ίσια πλάτη, βλέμμα καθαρό, φωνή μετρημένη. Δεν φώναζε ποτέ. Δεν χρειαζόταν. Η σιωπή της είχε μεγαλύτερη διάρκεια από κάθε τιμωρία.
Ως παιδί δεν σκέφτηκα ποτέ ότι μου έλειπε κάτι. Δεν ήξερα ότι υπάρχει μητρική τρυφερότητα όπως τη συναντάς στα βιβλία. Υπήρχε μόνο η μητέρα μου: παρούσα, ακίνητη, αξιόπιστη. Δεν με αγκάλιαζε συχνά, αλλά με έντυνε καλά. Δεν με ρωτούσε πώς νιώθω, αλλά ήξερε αν είχα πυρετό. Ήταν μια αγάπη χωρίς χάδι, μια φροντίδα χωρίς έλεος.
Αργότερα κατάλαβα ότι το έλεος δεν είναι δεδομένο. Είναι επιλογή. Και συχνά, επιλογή που δεν έγινε.
Όταν άρχισε να χάνει τη μνήμη της, δεν πανικοβλήθηκα. Ίσως γιατί είχα εκπαιδευτεί μια ζωή στην απώλεια χωρίς θόρυβο. Την έβλεπα να στέκεται στο σαλόνι και να κοιτάζει τα έπιπλα σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά. Να πιάνει το μπράτσο της πολυθρόνας με την επιφυλακτικότητα κάποιου που αγγίζει ξένο σώμα. Να με κοιτάζει και να ρωτά: «Μένεις εδώ;»
Στην αρχή απαντούσα. Μετά κατάλαβα ότι η απάντηση δεν είχε σημασία. Αυτό που είχε σημασία ήταν να μείνω.
Η φροντίδα της δεν με λύτρωσε. Με έδεσε. Κάθε πρωί την έντυνα, της έδινα τα φάρμακα, της μιλούσα με φωνή χαμηλή, σαν να μιλούσα σε κάποιον που κοιμάται. Υπήρχαν στιγμές που με κοιτούσε με δυσπιστία, σχεδόν με φόβο. Σαν να ήμουν ο δεσμοφύλακάς της. Κι ίσως να ήμουν. Αλλά όχι όπως υπήρξε εκείνη για άλλους. Δεν φύλαγα το σώμα της — φύλαγα τον δεσμό.
Συχνά σκεφτόμουν πόσο παράξενο είναι το έλεος. Δεν μοιάζει με συγχώρεση. Δεν μοιάζει με καλοσύνη. Είναι κάτι πιο σκληρό. Είναι η απόφαση να μην ανταποδώσεις την έλλειψη με απουσία. Να μην απαντήσεις στη σιωπή με εγκατάλειψη. Να παραμείνεις εκεί όπου δεν αναγνωρίζεσαι.
Η μνήμη της διαλυόταν, αλλά η δική μου δυνάμωνε. Θυμόμουν λεπτομέρειες που δεν είχα θυμηθεί ποτέ πριν: τον τρόπο που έδενε τα κορδόνια μου, το πώς έστρωνε το κρεβάτι με μαθηματική ακρίβεια, το πώς στεκόταν στην πόρτα όταν έφευγα για το σχολείο — όχι για να με χαιρετήσει, αλλά για να βεβαιωθεί ότι έφυγα σωστά.
Τώρα στεκόμουν εγώ στην πόρτα, για να βεβαιωθώ ότι δεν θα χαθεί.
Κάποτε με ρώτησε: «Έχεις παιδιά;»
Της απάντησα όχι.
Χαμογέλασε ανακουφισμένη, σαν να είχα αποφύγει μια παγίδα.
Τότε κατάλαβα κάτι που δεν είχα τολμήσει ποτέ να σκεφτώ: ότι ίσως η μητρότητα, για εκείνη, δεν υπήρξε ποτέ χώρος ελέους, αλλά καθήκον χωρίς εναλλακτική. Και ότι τώρα, μέσα στην άνοια, το καθήκον είχε καταρρεύσει, αφήνοντας πίσω του μόνο ένα σώμα που χρειαζόταν φροντίδα — και έναν γιο που έπρεπε να αποφασίσει τι σημαίνει να αγαπάς όταν δεν υπάρχει πια μνήμη να σε στηρίζει.
Δεν περίμενα ποτέ να με αναγνωρίσει. Περίμενα μόνο να αντέξω.
Υπήρχαν μέρες που η μητέρα μου ήταν ήσυχη. Καθόταν στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και παρακολουθούσε τον δρόμο, όχι σαν να περίμενε κάποιον, αλλά σαν να επιβεβαίωνε ότι ο κόσμος εξακολουθεί να υπάρχει. Άλλες φορές, όμως, το βλέμμα της σκοτείνιαζε. Σαν να είχε χαθεί μέσα σε έναν χώρο χωρίς τοίχους. Τότε άρχιζε να κινείται νευρικά, να ψάχνει συρτάρια, να ρωτά επίμονα πού βρίσκονται τα πράγματά της. Ποια πράγματα, δεν ήξερε ούτε η ίδια.
Σε αυτές τις στιγμές ένιωθα κάτι να αναδύεται μέσα μου — όχι θυμός, όχι λύπη, αλλά κάτι πιο δύσκολο να κατονομάσω: μια παλιά εγρήγορση. Ήταν το ίδιο αίσθημα που είχα παιδί, όταν την άκουγα να γυρίζει αργά το κλειδί στην πόρτα το βράδυ. Δεν φοβόμουν. Απλώς προετοιμαζόμουν. Για τι; Δεν ήξερα τότε. Τώρα καταλάβαινα: για τη στιγμή που η παρουσία της θα απαιτούσε ακρίβεια, όχι συναίσθημα.
Θυμάμαι ακόμη το σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Όλα είχαν τη θέση τους. Τα παπούτσια στη σειρά. Τα πιάτα στοιχισμένα. Τα ρούχα διπλωμένα με τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο για προσωπική χειρονομία. Η μητέρα μου δεν ανεχόταν την ακαταστασία. Όχι επειδή την ενοχλούσε αισθητικά, αλλά επειδή της θύμιζε κάτι επικίνδυνο: την απώλεια ελέγχου.
Τότε δεν το ήξερα, αλλά σήμερα, καθώς τη βλέπω να χάνει τη μνήμη της, ανα-γνωρίζω σε εκείνη την εμμονή μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Η τάξη ήταν ο τρόπος της να κρατά τον εαυτό της ενωμένο. Η φυλακή, ίσως, δεν ήταν μόνο ο χώρος εργασίας της. Ήταν το μοντέλο της ζωής της: όρια σαφή, ρόλοι καθορισμένοι, καμία παραχώρηση στο χάος.
Ως παιδί, δεν ένιωθα φυλακισμένος· ένιωθα πως δεν είχα εγγραφεί πουθενά. Ήταν σαν να περνούσα ανάμεσα σε τοίχους που ποτέ δεν είχαν σημάδι ύπαρξής μου, σαν να ήμουν μια φωνή που κανείς δεν περίμενε να ακουστεί. Δεν υπήρχε βλέμμα που να σταμάταγε πάνω μου για μια στιγμή, ούτε ήχος που να με κατονομάζει. Τα δωμάτια του σπιτιού ήταν γεμάτα από αντικείμενα που ζούσαν πιο πραγματικά από εμένα, και τα χέρια που με κρατούσαν φρόντιζαν τα πάντα αλλού, να κρατούν κάτι που δεν ήμουν εγώ. Και έτσι μεγάλωνα, ακατοίκητος σε έναν χώρο που υποτίθεται ότι ήταν δικός μου, σαν να μην είχα ποτέ δικαίωμα να αφήσω ίχνος, σαν να μην υπήρχε εγγραφή για την παρουσία μου στον κατάλογο μιας καρδιάς που δεν είχε ανάγκη να με θυμάται.
Έμαθα να κινούμαι σιωπηλά, να αναπνέω ανάμεσα στα κενά, να μιλάω στον εαυτό μου με λόγια που δεν είχαν αποδέκτη, γιατί κανείς δεν θα τα άκουγε. Έμαθα νωρίς να διαβάζω μόνος μου, να παίζω μόνος μου, να σωπαίνω όταν μιλούν οι μεγάλοι. Η μητέρα μου καμάρωνε για την ωριμότητά μου. Δεν καταλάβαινε ότι αυτή η ωριμότητα δεν ήταν προτέρημα, αλλά άμυνα. Ότι είχα μάθει να μη ζητώ, επειδή δεν ήξερα πώς μοιάζει το έλεος όταν απευθύνεται σε παιδί.
Και όμως, ποτέ δεν την κατηγόρησα. Ακόμη και τώρα, που τη βλέπω να με κοιτά σαν ξένο, δεν νιώθω οργή. Νιώθω κάτι άλλο, πιο βαθύ και πιο δύσκολο: κατανόηση χωρίς εξιδανίκευση. Κατανόηση που δεν καταδικάζει αλλά και δεν ξεχνά…
Η άνοια δεν της αφαίρεσε μόνο τη μνήμη. Της αφαίρεσε και τον Νόμο. Υπήρχαν στιγμές που έκανε πράγματα αδιανόητα για την παλιά της μορφή: γελούσε άκαιρα, έλεγε άσεμνες λέξεις, άφηνε το σώμα της να παραδοθεί πέρα από κάθε τύπο. Τότε ένιωθα ένα παράξενο ρίγος. Σαν να έβλεπα για πρώτη φορά τη μητέρα μου έξω από τον ρόλο της. Σαν να έβλεπα μια γυναίκα που δεν είχε πια τίποτα να φυλάξει.
Και αναρωτιόμουν: αν το έλεος είναι η άρση του Νόμου, μήπως εκείνη το ζούσε τώρα — αλλά πολύ αργά;
Κάποτε, καθώς την έπλενα, με κοίταξε ξαφνικά στα μάτια και με ρώτησε με φωνή παιδική:
«Θα με αφήσεις εδώ;»
Δεν ήξερα τι εννοούσε. Το μπάνιο; Το σπίτι; Τη ζωή;
Της είπα όχι.
Δεν ξέρω αν το άκουσε.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι το έλεος δεν είναι απάντηση. Είναι παρουσία. Δεν διορθώνει το παρελθόν, δεν εξηγεί, δεν αποκαθιστά. Είναι το να μένεις, όταν όλα μέσα σου έχουν λόγους να φύγουν.
Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, καθόμουν δίπλα της. Μερικές φορές με έπιανε από το χέρι. Το κράτημά της ήταν αδύναμο, αλλά επίμονο. Σαν να κρατιόταν όχι από εμένα, αλλά από την ίδια την ιδέα ότι κάποιος είναι εκεί. Σε αυτές τις στιγμές, ένιωθα ότι οι ρόλοι δεν είχαν απλώς αντιστραφεί. Είχαν καταργηθεί.
Δεν ήμουν πια γιος. Δεν ήταν πια μητέρα. Ήμασταν δύο σώματα στον ίδιο χρόνο, ενωμένα από μια μνήμη μονόπλευρη. Κι εγώ, ο μόνος που θυμόταν, έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω με αυτή τη μνήμη: αν θα τη μετατρέψω σε θυμό ή σε πράξη σιωπηλής επιμονής.
Διάλεξα το δεύτερο. Όχι από αρετή. Από αδυναμία. Δεν ήξερα πώς να φύγω.
Και ίσως, σκέφτηκα, αυτό να είναι τελικά το έλεος: όχι η υπέρβαση του πόνου, αλλά η άρνηση να τον μετατρέψεις σε κάτι άλλο. Να τον αφήσεις να υπάρχει, όπως υπάρχει και η απώλεια, και η μνήμη, και ο εαυτός — όχι ως ολοκληρωμένα σχήματα, αλλά ως ραγισμένες επιφάνειες που, παρά τα ρήγματα, εξακολουθούν να συγκρατούν.
Τον τελευταίο καιρό η μητέρα μου κοιμόταν περισσότερο. Όχι βαθιά· έμοιαζε περισσότερο με αποχώρηση παρά με ύπνο. Το σώμα της ήταν εκεί, αλλά κάτι μέσα της είχε αρχίσει να μαζεύεται, σαν να ετοιμαζόταν για μετακίνηση. Καθόμουν δίπλα της και άκουγα την ανάσα της — όχι για να βεβαιωθώ ότι ζει, αλλά για να θυμάμαι τον ρυθμό της. Ήξερα πως σύντομα ούτε αυτός θα μου ανήκε.
Ένα απόγευμα, καθώς της άλλαζα τα σεντόνια, άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε με μια καθαρότητα που είχα καιρό να δω. Δεν χαμογέλασε. Δεν έδειξε αναγνώριση. Με κοίταξε όπως κοιτά κανείς κάποιον που δεν γνωρίζει, αλλά δεν τον φοβάται.
«Είσαι καλός άνθρωπος», μου είπε.
Η φράση δεν είχε βάθος. Δεν είχε μνήμη. Δεν είχε παρελθόν. Ήταν καθαρή, σχεδόν απρόσωπη. Και ακριβώς γι’ αυτό, με διέλυσε.
Δεν της απάντησα. Δεν ήθελα να προσθέσω τίποτα. Εκείνη γύρισε στο πλάι και έκλεισε τα μάτια. Το χέρι της έμεινε έξω από το σεντόνι, ανοιχτό, σαν να περίμενε κάτι. Δεν το έπιασα αμέσως. Έμεινα να το κοιτάζω, αναρωτώμενος αν αυτή η κίνηση θα ήταν δική μου ανάγκη ή δική της.
Τελικά το κράτησα. Όχι σφιχτά. Όχι με πρόθεση. Απλώς το άφησα να ακουμπήσει μέσα στο δικό μου.
Δεν ένιωσα αγάπη. Δεν ένιωσα συγχώρεση. Ένιωσα κάτι πιο ήσυχο και πιο τρομακτικό: ότι αν φύγω, δεν θα υπάρξει κανένα ίχνος της σχέσης μας πέρα από αυτό που κουβαλώ εγώ. Και ότι αυτό το βάρος δεν είναι τιμωρία, αλλά ευθύνη.
Τις επόμενες μέρες με περνούσε συχνά για νοσοκόμο. Μου ζητούσε άδεια για πράγματα που δεν υπήρχαν. «Μπορώ να φύγω;» με ρωτούσε. «Τελείωσε η βάρδια;»
Της έλεγα ναι. Πάντα ναι. Δεν ήξερα πια τι σημαίνει όχι.
Κάποιο βράδυ, καθώς τη σκέπαζα, μου είπε:
«Εσύ θα μείνεις;»
Η ερώτηση δεν απευθυνόταν σε μένα ως πρόσωπο. Ήταν μια ερώτηση προς τον κόσμο. Κι εγώ, που είχα περάσει τη ζωή μου παρατηρώντας, βρέθηκα ξαφνικά στη θέση εκείνου που πρέπει να απαντήσει.
«Ναι», της είπα.
Και αυτή τη φορά το εννοούσα χωρίς καμία ηρωική πρόθεση.
Αργότερα, μόνος στο σαλόνι, κοίταξα τα πράγματά της. Λίγα είχαν απομείνει. Ρούχα που δεν ήξερε πια πώς να φορέσει. Ένα παλιό ρολόι που δεν κοίταζε κανείς. Σκέφτηκα ότι ίσως η μνήμη δεν είναι αυτό που χάνεται τελευταίο, αλλά αυτό που δεν μπορεί να μοιραστεί.
Έγραψα κάτι εκείνο το βράδυ. Όχι για εκείνη. Όχι για μένα. Μια φράση μόνο, χωρίς πρόσωπα. Την έσβησα αμέσως. Κατάλαβα ότι αν τη μετατρέψω σε λέξεις, θα την κλείσω. Και δεν ήθελα να την κλείσω. Ήθελα να μείνει ανοιχτή, όπως έμεινε ανοιχτό το χέρι της.
Πριν κοιμηθώ, πέρασα από το δωμάτιό της. Κοιμόταν. Στάθηκα στην πόρτα, όπως στεκόταν εκείνη όταν έφευγα παιδί — όχι για να με χαιρετήσει, αλλά για να βεβαιωθεί ότι θα φύγω σωστά.
Τώρα δεν έφευγα.
Τώρα έμενα.
Και καθώς έκλεινα αργά την πόρτα, χωρίς θόρυβο, σκέφτηκα κάτι που δεν είχε μορφή σκέψης, αλλά βάρους:
ότι το έλεος δεν είναι αυτό που δίνεις όταν μπορείς,
αλλά αυτό που αναλαμβάνεις όταν δεν υπάρχει πια καμία εγγύηση
ότι θα αντέξεις.
Δεν ήξερα αν θα αντέξω.
Αλλά ήξερα ότι, για πρώτη φορά,
δεν είχε σημασία.
Εκείνο το μοντγκόμερυ
Σε έβλεπα. Το λέω και το πιστεύω.
∞
Έμεινα χήρα νωρίς, τόσο νωρίς που δεν πρόλαβα να μάθω αν ήμουν γυναίκα πριν γίνω κάτι άλλο. Από τότε έμαθα να στέκομαι σε ρόλους όπως στέκεσαι σε πατώματα γλιστερά: με προσοχή, χωρίς περιττές κινήσεις. Διάλεξα τη δουλειά που διάλεξα όχι γιατί μου έμοιαζε, αλλά γιατί μου έδινε γραμμές, ώρες, κλειδιά. Στη φυλακή κατάλαβα πως ο κόσμος αντέχεται μόνο όταν μπαίνει σε τάξη. Πόρτες που ανοίγουν, πόρτες που κλείνουν. Ονόματα σε καταλόγους. Σιωπές που δεν ρωτούν. Κι εγώ ανάμεσά τους, όχι για να εξουσιάζω, αλλά για να μη σπάσω.
Στο σπίτι έφερνα αυτή την τάξη όπως φέρνεις παλτό βαρύ τον χειμώνα. Δεν ζεσταίνει πάντα, αλλά σε κρατά όρθια. Δεν ήξερα άλλον τρόπο. Το συναίσθημα πληγώνει όταν το αφήνεις ελεύθερο· σου τραβά το χαλί κάτω απ’ τα πόδια, σε εκθέτει. Κι εγώ δεν είχα περιθώριο να εκτεθώ. Είχα ένα παιδί να μεγαλώσω και έναν εαυτό που μόλις στεκόταν. Έτσι κράτησα την εικόνα. Τη μητέρα που αντέχει. Που φροντίζει. Που δεν λυγίζει. Χάσαμε την ουσία, αλλά τότε δεν ήξερα ότι υπάρχει διαφορά.
Σε έβλεπα. Το λέω και το πιστεύω. Σε ήξερα από τον τρόπο που άφηνες τα πράγματά σου, από τη σιωπή σου που μεγάλωνε καθώς μεγάλωνες. Δεν ήξερα, όμως, πώς να αγγίξω αυτό που ζητούσες χωρίς να το ζητάς. Δεν ήξερα πώς να μείνω εκεί όπου δεν υπήρχε καθήκον. Έτσι έμαθα να αντικαθιστώ. Να δίνω πράγματα αντί για χρόνο, λύσεις αντί για παρουσία. Να μεταφράζω την ανάγκη σε αντικείμενο. Ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερα να προστατεύω και να προστατεύομαι.
Θυμάμαι το όνειρό σου σαν κάτι που δεν ειπώθηκε ολόκληρο. Το μοντγκόμερυ. Δεν ήταν ρούχο· ήταν μια ιδέα ζεστασιάς, μια αγκαλιά με κουμπιά. Το καταλάβαινα, κι ας έκανα πως όχι. Όταν κέρδισες τα χρήματα στον διαγωνισμό, τα έφερες σε μένα με εκείνη τη σοβαρότητα που έχουν τα παιδιά όταν κάνουν κάτι μεγάλο. Μου τα έδωσες χωρίς χαρά, σαν να μου παρέδιδες κάτι πιο βαρύ από χαρτονομίσματα. Δεν το διάβασα σωστά. Τα πήρα όπως έπαιρνα τα πάντα: για να τα διαχειριστώ.
Σου αγόρασα ένα παλτό που άντεχε. Αυτό σκέφτηκα. Να αντέχει. Να μη φθαρεί. Να μη χρειαστεί αντικατάσταση. Δεν σκέφτηκα αν σε ζέσταινε. Δεν σκέφτηκα αν σου έμοιαζε. Δεν σκέφτηκα ότι μερικά πράγματα δεν αγοράζονται με κριτήριο την αντοχή. Όταν το φόρεσες και δεν μίλησες, ανακουφίστηκα. Η σιωπή σου μού έμοιασε με συναίνεση. Δεν κατάλαβα ότι ήταν παραίτηση. Εκείνο το μοντγκόμερυ έμεινε όνειρο, κι εγώ το αντάλλαξα με κάτι που δεν χώραγε την επιθυμία σου. Έτσι γίνεται συχνά: η αγκαλιά μεταφράζεται λάθος.
Στη δουλειά ήξερα ποιος κρατά ποιον. Στο σπίτι όχι. Κρατούσα την εικόνα για να μη χαθώ. Κι όσο κρατούσα, απομακρυνόμουν. Δεν ήταν σκληρότητα· ήταν άγνοια. Δεν ήξερα ότι η φροντίδα χωρίς ρωγμές γίνεται τοίχος. Ότι η παρουσία χωρίς αφή είναι απουσία με πρόγραμμα. Έμαθα να επιβιώνω και το πέρασα για αρετή.
Υπήρχαν φορές που σε έπαιρνα μαζί μου στη φυλακή και θυμάμαι πως περπατούσες δίπλα μου χωρίς να ρωτάς, σαν να ήξερες ότι οι ερωτήσεις εδώ περισσεύουν. Οι διάδρομοι ήταν μακριοί και ψυχροί, κι εγώ κρατούσα το χέρι σου λίγο πιο σφιχτά απ’ όσο χρειαζόταν, όχι από φόβο μην φύγεις, αλλά από φόβο μην χαθώ εγώ. Εκεί έμαθα πως η εγγύτητα δεν είναι πάντα ζεστασιά, πως μπορεί να είναι απλώς επιτήρηση. Και την ίδια δουλειά συνέχισα αργότερα στο σπίτι, χωρίς να το καταλάβω: μέτραγα τον χρόνο, τα λόγια, τις κινήσεις, έστηνα όρια σαν να έστηνα βάρδιες, γιατί έτσι ήξερα να αντέχω. Στη φυλακή φύλαγα ανθρώπους για να μη διαφύγουν· στο σπίτι φύλαγα τη σιωπή για να μη σπάσω. Δεν ήξερα ότι η σιωπή, όταν κρατάει πολύ, γίνεται χώρος χωρίς αέρα.
Κι όμως, αν με ρωτήσεις τώρα, θα σου πω ότι ποτέ δεν σε άφησα μόνο. Ήσουν πάντα δίπλα μου — μόνο που δεν έμαθα πώς να είμαι μαζί σου. Κι ίσως αυτό να ήταν το πιο σκληρό καθήκον απ’ όλα: να κρατάς κάποιον κοντά χωρίς να ξέρεις πώς να τον χωρέσεις. Τώρα γερνάω. Η μνήμη ξεφτίζει σαν ύφασμα παλιό. Μου μένουν οι μικρές εικόνες, όχι οι εξηγήσεις. Ένας διάδρομος με φως. Ένα παλτό κρεμασμένο. Ένα παιδί που δεν μίλησε. Σε βλέπω να με κοιτάς όπως δεν με κοίταξες τότε, κι αναρωτιέμαι αν θα άντεχα εγώ στη θέση σου. Αν θα μπορούσα να μεγαλώσω χωρίς να έχω γραφτεί πουθενά, σε κανέναν κατάλογο. Δεν ξέρω. Δεν ζητώ συγχώρεση· δεν ξέρω αν την καταλαβαίνω. Ξέρω μόνο ότι έμεινα όπως ήξερα.
Φεύγω σιγά σιγά, χωρίς να θυμηθώ να πω αντίο. Όχι από αδιαφορία, αλλά γιατί το αντίο θέλει λόγια που δεν έμαθα. Αν κάτι έμεινε ανάμεσά μας, είναι εκείνο το μοντγκόμερυ: όχι ως ρούχο, αλλά ως στιγμή που δεν μεταφράστηκε. Μια αγκαλιά που έμεινε στη βιτρίνα. Κι εγώ, με τα κλειδιά στο χέρι, πέρασα δίπλα της, νομίζοντας πως έκανα το σωστό.
Και ίσως αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα:
να μείνω.
Όχι κοντά.
Όχι μέσα.
Απλώς να μη φύγω εντελώς.
