Το παιχνίδι ανακουφίζει από την αδήριτη αναγκαστικότητα και το υπαρξιακό βάρος της πραγματικότητας, έχει την ελαφρύτητα της ελευθερίας (παρά τους κανόνες μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή) αλλά και τη δημιουργικότητα της εφεύρεσης παραλλαγών και τροποποιήσεων. Μοιάζει σαν να είναι μια σύνδεση δυνητικών πραγματικοτήτων, που εθελοντικά ισχύει για ένα χρονικό διάστημα (όπως η θεατρική παράσταση), χωρίς να είναι γενικότερα δεσμευτική.
Με την πολυδιάστατη έννοια του παιχνιδιού έχουν ασχοληθεί η φιλοσοφία, οι πολιτισμικές και κοινωνικές επιστήμες, η ψυχολογία και ψυχανάλυση, η εθνολογία/λαογραφία, η συγκριτική θρησκειολογία, η θεατρολογία, τα μαθηματικά κτλ.[1], και οι διάφορες και διαφορετικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις έχουν οδηγήσει σε κάπως χαοτικό αποτέλεσμα, ότι τελικά η έννοια αυτή δεν μοιάζει προσδιορίσιμη με ακρίβεια (δηλ. με ένα μέγιστο εξαντλητικό προσδιορισμό). Αυτό βέβαια δεν είναι ιδιαίτερα αξιοπερίεργο, γιατί συμβαίνει πάνω κάτω με όλες τις σύνθετες και ιστορικές έννοιες όπως κοινωνία, γλώσσα, μουσική, θέατρο, τελετουργία, έθιμο κτλ.[2]
Προς τα τέλη του Μεσοπολέμου ο Ολλανδός ιστορικός του Μεσαίωνα Jan Huizinga δημοσίευσε ένα άκρως επιδραστικό βιβλίο Homo Ludens. Για τις απαρχές του πολιτισμού στο παιχνίδι (πρώτη έκδοση 1933), που ανήκει στην ιστορική φιλοσοφία και ανθρωπολογία είχε παγκοσμίως τεράστια επίδραση, κι έγινε για καιρό η βάση κάθε σχετικής συζήτησης: η άποψή του είναι, πως το παιχνίδι δεν είναι μόνο συστατικό στοιχείο όλου του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά πως προϋπήρχε αυτού. Κριτική στους προσδιορισμούς του έχει εκφραστεί από διάφορους επιστημονικούς κλάδους, κυρίως από την Ψυχολογία και την Εθνολογία[3].
Ωστόσο υπάρχει κι ένας άλλο κλάδος, που συμβάλλει ουσιαστικά στη διευκρίνιση της ρευστότητας ή διαλεκτικής της έννοιας: το απόσπασμα 52 του Ηράκλειτου (Αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων· παιδός η βασιληίη) και η φιλοσοφική ερμηνευτική που ακολούθησε, κυρίως στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα: Heidegger Είναι και Χρόνος, 1927, Fink Το παιχνίδι ως σύμβολο 1960, Gadamer Αλήθεια και Μέθοδος 1970 έως το «πλανητικό παιχνίδι» του Κώστα Αξελού[4] κι άλλους[5]. Σε αυτές τις προσεγγίσεις το παιχνίδι εκλαμβάνεται ως αυτόνομη οντολογική διάσταση – κατά τον Gadamer ως το περα-δώθε της κίνησης, όπου το παιχνίδι παίζει με τους παίκτες[6]. Στον κύκλο των Φαινομενολόγων γύρω από τον Husserl εκλαμβάνεται το παιχνίδι ως μεταφορά για την υπόσταση του ίδιου του κόσμου (Vaihinger, Fink, Αξελός)[7], αλλά και από παλαιότερα θεωρείται ένα φαινόμενο κάπου ανάμεσα στο Είναι και το Μηδέν (Kant, Schiller, Hartmann, Heidegger)[8].
Με αυτήν την προσέγγιση κάπως διαφωτίζεται η δυσκολία προσδιοριστίας στην έννοια του παιχνιδιού αλλά και η ακαταμάχητη γοητεία του ακόμα και για τους μεγάλους όλων των κοινωνικών τάξεων: όπως στον Ηράκλειτο το παιδί στο παιχνίδι του δημιουργεί τον κόσμο, μια ολοδική του πραγματικότητα, έτσι και το παιχνίδι γενικότερα έχει αυτόνομη οντολογική υπόσταση, συμπεριλαμβάνει δηλ. το όλον. Όταν ψάχνουμε για αντίθετο του παιχνιδιού, στο νου μας έρχεται η πραγματικότητα (διευκρίνηση: η κοινωνική καθημερινή πραγματικότητα των ενηλίκων, στην οποία υπάρχουν ωστόσο νησίδες άλλων πραγματικοτήτων: όνειρο, ρεμβασμός, θέατρο, κατάνυξη, διαλογισμός κτλ.), η σοβαρότητα, οι συνέπειες των πράξεων κτλ. Η φιλοσοφική έννοια του παιχνιδιού συμπεριλαμβάνει Παιχνίδι και Πραγματικότητα (π. χ. την πρωταρχική τυχαιότητα της κβαντικής μηχανικής), και από εκεί προκύπτει η εννοιολογική απροσδιοριστία του παιχνιδιού, γιατί τη μια φορά εννοούμε τα παιχνίδια μέσα στην άπειρη φαινομενολογία τους και την άλλη το σύνολο του υπαρκτού, ακόμα και του δυνητικού κόσμου.
Στην παιδική ψυχολογία οι πραγματικότητες δεν έχουν ξεχωρίσει ακόμα ανάμεσα σε δυνητικές ή φανταστικές και «πραγματικές»· είναι ρευστές, και έργο της παιδαγωγικής και της εκπολιτιστικής διαδικασίας είναι να επιβληθεί η ισχύουσα πραγματικότητα των ενηλίκων σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Οπότε το παιχνίδι είναι υπαρξιακή ανάγκη: ο πειραματισμός με το δυνητικό, τα πραγματοποιήσιμο και τα όριά του. Σ’ αυτό το σημείο η παιδική ψυχολογία ανταποκρίνεται στις αισθητικές αναζητήσεις της τέχνης, να δημιουργεί μη υπαρκτούς κόσμους, οι οποίοι όμως στα καλλιτεχνήματα γίνονται υπαρκτή πραγματικότητα, αλλά εναλλακτική, δεκτή σε έναν ορισμένο ελεύθερο χώρο που αφήνει η κοινωνική πραγματικότητα (ή δεν αφήνει και τα απαγορεύει) για τέτοια πειράματα.
Και τώρα εξηγείται κάπως εναργέστερα και η ακαταμάχητη γοητεία του παιχνιδιού και για τους μεγάλους: όπως και οι τέχνες (τα χόμπυ, τα σπορ, η εκδρομή κτλ.) και άλλες μη παραγωγικές κι «αναγκαίες» δραστηριότητες, ανακουφίζουν από την πίεση της ισχύουσας πραγματικότητας και ξυπνούν το παιδί μέσα μας, που δεν μπορεί χωρίς το παιχνίδι, τις άσκοπες και διερευνητικές δραστηριότητες πέρα από το υποχρεωτικό και το αναπόφευκτο. Οπότε και ένα μεγάλο μέρος αυτού που αποκαλούμε πολιτισμός έχει τον χαρακτήρα και τη λειτουργία του παιγνίου, όπως αυτή ήταν και η βασική σκέψη του Huizinga. Στον κόσμο της ωφελιμιστικής σκέψης μια τέτοια δράση είναι περιττή, και είναι και ξένη για την τεχνολογία και τη βιομηχανική παραγωγή. Χάσιμο χρόνου, αποπροσανατολισμός από τον στόχο, διαφυγόντα κέρδη.
Με την έννοια αυτή το παιχνίδι, σε όλες τις μορφές, είναι αντίδοτο στην ασφυκτική πραγματικότητα που μας περιβάλλει και περιορίζεται στον «ελεύθερο χρόνο», που μας παραχωρεί η προτεσταντική ηθική της εργασίας, η οποία αναπτύχθηκε με τη βιομηχανική επανάσταση και μεσουρανεί πλέον στον 20ό και 21ο αιώνα. Ο άνεργος είναι άχρηστος κι ένα βάρος για την κοινωνία. Η αειφόρα ανάπτυξη και κερδοφορία μέσα σε ανταγωνιστικό περιβάλλον χρειάζεται συνεχή προσπάθεια και προσήλωση στο στόχο της μέγιστης παραγωγής, τα παιχνίδια του ελεύθερου χρόνου είναι ένα αναγκαίο κακό, που θα το εξαλείψουν τα ακούραστα ρομπότ και η ΤΝ, η οποία είναι πάντα διαθέσιμη.
Παίξτε, παίξτε, είναι αντίσταση στην προϊούσα απανθρωποποίηση· παίξτε, όχι για να κερδίσετε χρήματα αλλά για να απελευθερώσετε το παιδί που έχετε μέσα σας· φυλάξτε την ανθρωπιά σας και τα λάθη σας, το κάθε τι υπερβατικό και φαινομενικά άσκοπο, αφήστε τα social media και τις τεχνητές επικοινωνίες, βρεθείτε να συζητήσετε, να βιώσετε κάτι μαζί, αφήστε χώρο για το θυμικό, τα αισθήματα, τον ελεύθερο στοχασμό, την ονειροπόληση, μη φοβάστε τη μοναχικότητα, εκεί επικοινωνεί κανείς με όλο τον κόσμο. Βγείτε στη φύση ή φέρτε την στο σπίτι σας. Τα κατοικίδια καμιά φορά είναι πιο φιλικά από τους συγκάτοικους.
Ο τεχνολογικός πολιτισμός θα γίνει πιο άνετος και πιο τοξικός, ξένος για το σώμα μας και τη μνήμη του. Και το σώμα μας θα εξακολουθήσει να είναι το σπίτι μας. Και της ψυχής και του νου. Και όπως κάθε περιβόλι χρειάζεται φροντίδα. Αλλιώς δεν καρποφορεί και ξεραίνεται. Οι συμβουλές για το ευ ζην, την ψυχική υγιεινή, τη νοητική διαύγεια, την ευεξία, την αποφυγή μελαγχολίας και κατάθλιψης κτλ. είναι μια αγορά για σίγουρες επενδύσεις για το μέλλον. Καλύτερα: για την πρόοδο χωρίς πραγματικό μέλλον.
Βάλτερ Πούχνερ
Σημειώσεις







