Αν αποφασίζαμε να μιλήσουμε για τον ρομαντισμό και μάλιστα τον Αγγλικό θα ‘πρεπε ν’ αναφερθούμε στις Λυρικές Μπαλάντες που κυκλοφόρησαν ανώνυμα αρχικά, αλλά τις είχαν συνθέσει οι Ουίλλιαμ Ουόρντσγουορθ και Σάμιουελ Ταίηλορ Κόλεριτζ το 1798 που σήμαναν την αρχή μιας νέας εποχής για την αγγλική λογοτεχνία. Η σημασία του έργου οφείλεται στην εισαγωγική σημείωση [Advertisement] στην οποία οι ποιητές υποστήριζαν πως η ποίηση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα των μεσαίων και κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Το 1800 ο Ουόρντσγουορθ, σε συνεργασία πάντα με τον δίδυμό του ρομαντικό ποιητή της Μπαλάντας του Γερο-ναυτικού, Κόλεριτζ, έκτός από τον εμπλουτισμό της συλλογής με ποιήματα που κινούνταν μέσα στο πλαίσιο που είχαν θέσει οι δύο ποιητές στο προλογικό σημείωμα της πρώτης έκδοσης, ξανάγραψε έναν πιο ολοκληρωμένο πρόλογο με τον οποίο έμπαιναν ουσιαστικά οι κανόνες για το τι είναι ποίηση. Όπως εξηγούσαν οι δυο ποιητές στον πρόλογό τους, απέρριπταν βασικούς νεοκλασικούς κανόνες που ίσχυαν έως τότε, όπως η ιεράρχηση των ποιητικών ειδών [η τραγωδία και το έπος για παράδειγμα θεωρούνταν ανώτερα από την κωμωδία και τη λυρική ποίηση].
Οι ορισμοί για το κίνημα του ρομαντισμού, ήταν ως τότε συγκεχυμένοι, άλλος έλεγε πως «η λέξη ρομαντικό έφτασε στο σημείο να σημαίνει τόσα πολλά, ώστε να μη σημαίνει πια τίποτε», άλλος ισχυριζόταν ότι «το ρομαντικό όπως και το κλασικό είναι μονάχα ένας όρος που ‘’καμιά προσπάθεια ερμηνείας του δεν πείθει απόλυτα ούτε εμάς τους ίδιους ούτε τους άλλους’’». Όλοι αυτοί οι κριτικοί, είναι φανερό ότι φοβόντουσαν το καινούργιο και ‘’το απ’ αλλού φερμένο’’, θυμίζοντας την εποχή που οι εκκλησιαστικές λειτουργίες ήταν στα λατινικά, έτσι που σχεδόν κανένας πιστός δεν καταλάβαινε τίποτα, εκτός από κάποιους μορφωμένους λατινομαθείς. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι ελίτ προφύλασσαν την τάξη τους από τα λαϊκά στρώματα, που έτσι κι αλλιώς παρέμεναν μακριά από τη γνώση αλλά και την ομορφιά των πραγμάτων.
Ο Γκαίτε πήγε ακόμα πιο μακριά θεωρώντας τον ρομαντισμό αρρώστια και τον κλασικισμό υγεία. Ο κλασικισμός έχει την ομαλότητα του νου, δηλαδή την τελειότητα μέσα στο μέτρο. Ο ρομαντισμός έπαιρνε ό,τι απέρριπτε ο κλασικισμός. Ο ρομαντισμός είναι πλάνη της φαντασίας, το πάθος της ανακρίβειας. Ένα ακατάσχετο κύμα λογοτεχνικού εγωκεντρισμού. Η κλασική τέχνη απεικονίζει το ολοκληρωμένο, η ρομαντική τέχνη υποδηλώνει ως και το απέραντο.
Ο Αριστοτέλης θα έλεγε ότι κάτι είναι ρομαντικό όταν είναι περισσότερο θαυμαστό παρά πιθανό. Δηλαδή όταν παραβιάζεται η κανονική διαδοχή της αιτίας και του αποτελέσματος, για χάρη της περιπέτειας. Κι όπως ισχυρίζεται ο Μπάμπιτ «ολόκληρη η κίνηση του ρομαντισμού εξυμνεί την αμάθεια και εκείνους που επωφελούνται από τα ανεκτίμητά της πλεονεκτήματα – τον άγριο, τον χωρικό και, πάνω απ’ όλα το παιδί».
Το ρομαντικό είχε χαρακτηριστεί με διάφορους απαξιωτικούς προσδιορισμούς όπως: υπερβολικό, διακοσμητικό, φανταστικό, παράλογο, επιπόλαιο, μυστηριώδες, συντηρητικό , μεγαλόστομο, άμορφο, ηλίθιο.
Υπήρχαν όμως και θετικοί χαρακτηρισμοί: ελκυστικό, επαναστατικό, ηρωικό, αξιόλογο, συγκινητικό.
Ο Ουόρντσγουόρθ [1770-1850] ήταν ποιητής της φύσης και της ανάμνησης. Όταν έχασε τη μητέρα του στα οκτώ του χρόνια, πήγε σχολείο και στάλθηκε μαζί με τα τρία αδέλφια του στην αγροικία της Αν Τάυσον, ένα περιβάλλον που πρόσφερε στ’ αγόρια τη δυνατότητα να μεγαλώσουν μέσα στη φύση. Εμπειρία που ασφαλώς επέδρασε στην ποίησή του. Στη συνέχεια σπούδασε στο Καίμπριτζ ως το 1791. Υπήρξε αρχικά θερμός υποστηρικτής της Γαλλικής Επανάστασης και των ιδανικών της. Απέκτησε στη Γαλλία μια κόρη που αναγκάστηκε να την αφήσει στη μητέρα της και να γυρίσει στην πατρίδα του λόγω έλλειψης χρημάτων.
Η σταδιακή απογοήτευσή του από την πορεία της Γαλλικής Επανάστασης, καθώς και από το γεγονός πως ήταν ταυτόχρονα υποστηρικτής των ιδεών της και πατριώτης τον οδήγησαν σε συναισθηματική κατάρρευση.
Ο Κητς πέθανε στα είκοσι έξι του χρόνια, αλλά παρόλα αυτά το έργο που κατέλειπε δεν ήταν ανάλογο με την ελάχιστη διάρκεια της ζωής και της δημιουργίας του.
Ο ποιητής, έχασε τον πατέρα του, προϊστάμενο στάβλου ενοικίασης αλόγων στο Λονδίνο, στα οκτώ του χρόνια και στα δεκατέσσερα τη μητέρα του. Η περιουσία του έμεινε δεσμευμένη κι ένας συγγενής τον σταμάτησε από το σχολείο και τον έβαλε βοηθό σε κάποιον χειρουργό φαρμακοποιό. Τον επόμενο χρόνο απέκτησε άδεια φαρμακοποιού, αλλά εγκατέλειψε το επάγγελμα αυτό για να αφοσιωθεί στην ποίηση, με την προτροπή ενός εκδότη εφημερίδας που τον έφερε σε επαφή με σπουδαίους διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής.
Εξελίχθηκε με ταχύτητα και αποφασιστικότητα ως ποιητής μέσα σε πολύ λίγα χρόνια. Από το 1816 έδειξε τις δυνατότητές του στη σύνθεση του σονέτου. Με το Ενδυμίων και Υπερίων πειραματίστηκε με μυθολογικά και αλληγορικά θέματα. Το ποίημα Υπερίων είχε ως πρότυπο τον Χαμένο Παράδεισο του Μίλτον. Όταν όμως αντιλήφθηκε ότι έρρεπε επικίνδυνα προς το ύφος του Μίλτον, αποστασιοποιήθηκε από αυτό θεωρώντας ότι θα έβλαπτε την ποιητική του προσπάθεια.
Ήταν όραμα; Όνειρο που έπλεξε ο νους;
Πάει πια η μουσική! Ξύπνιος είμαι ή κοιμάμαι;
[Μτφρ.: Ελπίδα Δ. Γκίνη]
Το 1818 η υγεία του άρχισε να κλονίζεται, ιδίως λόγω δύο ανώνυμων κριτικών για την ποίησή του σε δύο συντηρητικά λογοτεχνικά περιοδικά, υποκινούμενων από τις πολιτικές προκαταλήψεις και τον σνομπισμό των Τόρις, εξαιτίας της κοινωνικής του τάξης.
Τα οικονομικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν μετά τον θάνατο του αδελφού του από φυματίωση, από οποία πέθανε η μητέρα του και έπασχε και ο ίδιος, τον ανάγκασαν να γράφει σε περιοδικά για να στηρίξει την οικογένειά του. Ο έρωτάς του για την Φάνυ Μπράουν δεν οδήγησε σε γάμο εξαιτίας της αρρώστιας, της φτώχειας και της αφοσίωσης στην ποίησή του. Σ΄αυτό το διάστημα της δυστυχίας και συναισθηματικής αναστάτωσης ο ποιητής έφτασε στο απόγειο της ποιητικής του διαδρομής.
Ο Ουόρτσντγουορθ που τον είχαμε αφήσει σε παρόμοια με τον ομότεχνό του ψυχική κατάσταση, συνήλθε χάρις στη συνεργασία με το Σάμιουελ Ταήλορ Κόλεριτζ στις Λυρικές Μπαλάντες. Ο ποιητής στήριξε την ποιητική του πάνω σ’ έναν ανατρεπτικό ορισμό- «η ποίηση είναι το ξέσπασμα δυνατών συναισθημάτων»- μετατοπίζοντας το βάρος από τη λογική στο συναίσθημα, τη φαντασία και τη φυσικότητα.
Οι δύο ποιητές «αντιλαμβανόμενοι τη φαντασία ως μία αντιληπτική μέθοδο, μπορούσαν να την καταστήσουν ένα φιλοσοφικό μέσο, ένα σύνδεσμό ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία», λέει η Lilian Furst στη μελέτη της, Η προοπτική του Ρομαντισμού, «γιατί το αντικείμενο της ποίησης και της φιλοσοφίας των ρομαντικών ποιητών ήταν η αλήθεια: όχι μια συγκεκριμένη αλήθεια στην οποία κατέληγαν με τη λογική τους σκέψη, αλλά αυτή η υπερβατική αλήθεια που πηγάζει από μια ιδέα για τη φύση των πραγμάτων εμπνευσμένη με τη βοήθεια της φαντασίας, ένα όραμα που ο Ουρτσντγουόρθ στο Πρελούδιο αποκάλεσε τύπους και σύμβολα της αιωνιότητας. Για τον Ουόρντσγουορθ το αντικείμενό του είναι η αλήθεια, όχι ενός συγκεκριμένου ατόμου, αλλά η γενική και λειτουργική αλήθεια-«όχι αυτή που στηρίζεται στην αντικειμενική μαρτυρία, αλλά αυτή που το πάθος διατηρεί μέσα στην καρδιά». Αυτό είναι σίγουρα το είδος της αλήθειας που είχε κατά νου ο Κητς όταν έγραφε την Ωδή σε μια ελληνική Υδρία, ότι ‘’η ομορφιά είναι αλήθεια και η αλήθεια ομορφιά’’». Ο Κητς υποστηρίζει «αυτό που η φαντασία αντιλαμβάνεται ως ομορφιά πρέπει να είναι αληθινό».
Που όταν χτικιάσουμε κι εμείς, γέροι με τις γενιές
τις περασμένες, και δεινά έρθουν ανέγνωρα,
εσύ στο πλάι του ανθρώπου, εκεί, θα μένεις να του λες,
η ομορφιά αλήθεια, η αλήθεια ομορφιά-να,
στη γη όλο κι όλο τι κατέχεις – κι αυτό σου αρκεί.
«Ο Κητς δεν έβλεπε ούτε τη φύση ούτε τον εαυτό του με συναισθηματισμό», λέει η Furst, «όπως ακριβώς τα γράμματά του αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο που μπορεί, αποστασιοποιημένος από τον εαυτό του, να αναλύει σχεδόν με τρόπο κλινικό, χωρίς προκατάληψη, ευθυξία ή αγάπη, έτσι που η ποίησή του αποδεικνύει την ακέραιη πίστη του στο αντικείμενο της προσοχής του».
«Στην υπέροχη Ωδή στο Φθινόπωρο του Κητς μπορεί να ξορκίσει τη διάθεση που προκαλεί το Φθινόπωρο, που είναι μίγμα κορεσμού και μελαγχολίας και η «εποχή της ομίχλης και των ώριμων φρούτων» φαίνεται πως μιλά μέσα απ’ το σώμα του […] Και ο Ουορντσγουόρθ μπόρεσε να δει τη φύση αποστασιοποιημένος έτσι ώστε να την παρατηρήσει και να την περιγράψει όπως πραγματικά είναι. Η δική του φύση δεν είναι αχανής, απροσδιόριστη και άπειρη, έγραψε βασιζόμενος στην εμπειρία από τις σκηνές που ήξερε, διαλέγοντας συγκεκριμένες εικόνες και ακριβή επίθετα».
Κι ακόμα το κέντρο του μάγουλού του
Κόκκινο είναι σαν ώριμο κεράσι
Ο Ουόντσγουόρθ φιλονίκησε έντονα με τον Κόλεριτζ και αποξενώθηκαν για δύο δεκαετίες, αλλά η φήμη του μετά το 1810 εξαπλώθηκε υπήρξε βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης, διορίστηκε στο δημόσιο και μεταβλήθηκε σε συντηρητικό πολιτικά.
Το αυτοβιογραφικό του πόνημα Πρελούδιο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του το 1850.
Όσον αφορά τον Κητς ταλαντεύτηκε ανάμεσα σε μια ζωή αισθητικών απόλαύσεων και σε μια ζωή σκέψης και λογικής που τον διαφοροποιούν από τους Ουορντσγουόρθ και Κόλεριτζ.
Ταξίδεψε στην Ιταλία, ελπίζοντας να βρει ηπιότερο κλίμα για να βελτιώσει την υγεία του, αλλά πέθανε στη Ρώμη στις 23 Φεβρουαρίου 1821.
Σημείωση: παραθέματα κ.ά. από: Lilian Furst, η Προοπτική του Ρομαντισμού, συγκριτική μελέτη των ρομαντικών κινημάτων, μτφρ. Κλειώ Σύρμα, Ψυχογιός, 2001, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ, μτφρ. Λένα Καλλέργη, Ευτυχία Παναγιώτου, Κέδρος, 2021 & Εκλογή από το έργο του Τζων Κητς, μτφρ. Γιώργος Βάρσος, GUTENBERG, 2022





