Σεπτέμβριος 1986. Το λεωφορείο Αθήνα-Γουδή κάνει στάση στην οδό Μικράς Ασίας, στο ύψος του Λαϊκού Νοσοκομείου. Κατεβαίνω και ανηφορίζω προς την είσοδο της Ιατρικής Σχολής, συναντώ τον Ιπποκράτη, τον κοιτάζω ίσια μέσα στα μαρμάρινα μάτια του, «ήρθα» του λέω. Ανεβαίνω στη γραμματεία, «πότε θα γίνουν οι εγγραφές; πότε αρχίζουμε μαθήματα;» Ακόμα έχουμε εξεταστική, λέει βαριεστημένα η υπάλληλος, τι ούφο είναι αυτό, σκέφτεται, αλλά δεν το λέει. Οκτώβριος, τα μαθήματα αρχίζουν. Μεγάλα αμφιθέατρα, ΝΑΒΟ, ΝΑΑΟ, πολλοί φοιτητές, άλλοι πιο άνετοι, άλλοι αμήχανοι όπως εγώ. Μια από τις πρώτες μέρες γνωρίζω τη Γιάννα και τη Μαργαρίτα, δευτεροετείς, μοιάζουν σαν δίδυμες, όμως δεν είναι καν αδελφές. Πρόθυμες να με βοηθήσουν να βρω τα αμφιθέατρα, τους πίνακες με το πρόγραμμα των μαθημάτων, τι ωραία, οι πρώτες μου φίλες, σκέφτομαι, «θα πάρεις Οδηγητή;» με ρωτούν με ένα στόμα.
Οι καθηγητές είναι απρόσιτοι σαν θεοί, κάνουν το μάθημά τους και φεύγουν. Μας προσφωνούν “συναδέλφους”, μου ακούγεται κάπως ειρωνικό. Έναν καθηγητή ξεχωρίζω, παρότι το μάθημά του μου φαίνεται ανούσιο και άχρηστο. Δημήτρης Τριχόπουλος, καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας, ψηλόλιγνος, φαλακρός, γαλανομάτης, ένα ισοδύναμο του Δημήτρη Μητρόπουλου, ένας μαέστρος των μηδενικών υποθέσεων και των p values. Έρωτας με την πρώτη ματιά, όμως τι βαρετά όλα αυτά τα t-test και τα x-τετράγωνα. Πού να ξέρω τι με περιμένει είκοσι χρόνια αργότερα, το 2005, όταν πέφτω με τα μούτρα στη Στατιστική, παρακολουθώντας επί πληρωμή μεταπτυχιακό και, ακόμα περισσότερο, αλλάζω τον απόλυτο τρόπο που σκέφτομαι, βάζω σε κάθε μου βήμα την πιθανότητα, τα ενδεχόμενα, τις εκτιμήσεις.
Το τέλος της δεκαετίας ’80 και οι αρχές της δεκαετίας ’90 είναι εποχή πρωτόγονη, αναλογική, όλα γίνονται χειρόγραφα, οι αιτήσεις, οι δηλώσεις μαθημάτων. Οι έδρες αναρτούν τις βαθμολογίες σε πίνακες, μπορούμε να δούμε τους βαθμούς όλων των φοιτητών, δεν υπάρχει GDPR. Για να μάθουμε αν έχουν βγει οι βαθμοί, τηλεφωνούμε στις γραμματείες των μαθημάτων.
Παίρνουμε τα συγγράμματα δωρεάν, οι πιο φανατικοί πληρώνουμε το αντίτιμο για δερματόδετες εκδόσεις. Απέναντι από τη σχολή υπάρχουν κάμποσα φωτοτυπεία. Το πιο δημοφιλές είναι το Volcano, που κάνει φωτοτυπίες σημειώσεων και βιβλίων και εμπιστευτικά για κάποιους σκονάκια. Εντυπωσιάζομαι βλέποντάς τα, πόση μαεστρία, αληθινή τέχνη, να χωρέσεις ένα ολόκληρο βιβλίο σε ένα ρολάκι που κρύβει ο αντιγράφων στην άκρη του μανικιού του. Δεν αντιγράφω ποτέ.
Η αναζήτηση βιβλιογραφίας είναι άλλη πονεμένη ιστορία. Προτιμώ το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, μου αρέσει η ατμόσφαιρα, το μυστηριακό μισοσκόταδο, οι ευλαβικοί ψίθυροι των μελετητών, τα μακριά τραπέζια, οι διάδρομοι με τις βιβλιοθήκες, η μυρωδιά παλιωμένου χαρτιού. Αν ψάχνω συγκεκριμένο άρθρο, είναι σχετικά εύκολο, αρκεί ο τόμος του περιοδικού να είναι διαθέσιμος και όχι κρατημένος για φωτοτυπίες. Αν όμως χρειάζομαι μια πιο ευρεία αναζήτηση, υπάρχουν οι index τόμοι, όπου στραβώνομαι για να βρω τα σχετικά άρθρα, να τα σημειώσω κάπου και μετά να τα αναζητήσω στα ράφια. Σαν κυνήγι θησαυρού με ασήκωτα βιβλία, μπόλικη σκόνη που μαυρίζει τα δάχτυλα και αρκετή ορθοστασία στους στενούς διαδρόμους. Ένα βράδυ, καθώς ανοίγω έναν τόμο, ξεπετάγεται ένα μεγάλο ζωντανό έντομο. Κάθε φορά δίνω παραγγελία στη γραμματεία του Ιδρύματος με τα άρθρα που χρειάζομαι και τα παραλαμβάνω μερικές μέρες αργότερα σε φωτοτυπίες πληρώνοντας το ανάλογο αντίτιμο. Προς το τέλος των σπουδών εμφανίζονται τα πρώτα pc και η αναζήτηση αρχίζει να γίνεται πιο γρήγορη.
Στην αρχή του πρώτου έτους παρακολουθώ τις συνελεύσεις της σχολής, θέλω να είμαι ενεργή στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, όμως οι περισσότερες δεν ολοκληρώνονται με την πρώτη, τα αντίπαλα δέη σφάζονται επί της διαδικασίας. Η πιο απεχθής σκηνή που με κάνει να απομακρυνθώ τελείως, είναι ένας καυγάς με μπουνιές και κεφαλοκλειδώματα μεταξύ δύο φοιτητών από μεγαλύτερα έτη. Ο ένας, πολύ αργότερα, αποκτά θεσμικό ρόλο στον χώρο της Υγείας.
Τελειώνω την Ιατρική με Άριστα, έναν βαθμό που είχα ως στόχο από την αρχή και που, εκτός από το όποιο επίπεδο γνώσεων μπορεί να αντιπροσωπεύει, δεν μου χρησιμεύει ποτέ, σε κανένα στάδιο της εργασιακής μου ζωής.
Ένας άλλος στόχος μου είναι η διδακτορική διατριβή, είμαι αποφασισμένη να τον κυνηγήσω. Αποτυγχάνω τρεις συναπτές φορές σε διαφορετικά στάδια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η επικοινωνία με τους επιβλέποντες καθηγητές. Έχοντας παρατήσει τρία θέματα, το ένα μισοτελειωμένο, έχω μεγαλώσει και φαίνεται ήρθε η σωστή στιγμή, τώρα χρησιμοποιώ το καλό μου χαρτί, το Master Στατιστικής. Διαθέτω πια αρκετή εμπειρία σε ερευνητικά πρωτόκολλα, χρησιμοποιώ με άνεση στατιστικά πακέτα και έχω ήδη αρκετές ξένες δημοσιεύσεις. Καταρτίζω ένα ερευνητικό πρωτόκολλο πάνω στη σήψη σε ασθενείς ΜΕΘ, η διευθύντριά μου με συστήνει στον καθηγητή Τάσο Γερμενή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και όλα αποκτούν νόημα και συνέχεια. Εντυπωσιάζομαι με το ζεστό φιλικό κλίμα της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, οι καθηγητές ξέρουν τους φοιτητές με τα μικρά τους ονόματα, είναι σαν ένα μεγάλο σχολείο, οι χώροι είναι πεντακάθαροι και φυλασσόμενοι. Περνάω τη διατριβή μου το 2013.
Από το 2008 έχει μπει ορμητικά στη ζωή μου το γράψιμο, μια κλίση που είχα από παιδί και που άφηνα στην άκρη για χάρη της Ιατρικής. Στην αρχή με το ιστολόγιο Liquid days, στη συνέχεια με δημοσίευση μικρών κειμένων σε λογοτεχνικούς ιστοτόπους. Αισθάνομαι ένα έλλειμμα γνώσεων και αρχίζω να σκέφτομαι τις σπουδές σε κάποιο θεωρητικό αντικείμενο. Επιλέγω τη Νεοελληνική Φιλολογία. Ξαναπιάνω τα Αρχαία Ελληνικά που είχα να δω από το Λύκειο. Μελετώ μόνη μου Λατινικά για πρώτη φορά. Τον Δεκέμβριο του 2014 δίνω κατατακτήριες εξετάσεις στο τμήμα Φιλολογίας, ξανακάθομαι σε πανεπιστημιακά έδρανα, οι μέρες είναι βροχερές, ένα από τα αμφιθέατρα στάζει από κάποιο σημείο της οροφής, οι συνυποψήφιοι έχουν αγωνία. Μια ευγενική καθηγήτρια μας εμψυχώνει: «Μην ανησυχείτε, υπάρχουν θέσεις, όσοι έχετε προετοιμαστεί θα περάσετε». Είναι η γλυκύτατη Έρη Σταυροπούλου, η φωνή της μας γαληνεύει, πιστεύω τα λόγια της και να που βγαίνουν τα αποτελέσματα και έχω περάσει. Επιλέγω την κατεύθυνση Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας (ΜΝΕΦ).
Το πανεπιστήμιο που βρίσκω σε αυτές τις σπουδές είναι τελείως διαφορετικό. Όλα είναι ψηφιακά και μοντέρνα, ηλεκτρονική καρτέλα σπουδών, e-class, Εύδοξος για τα συγγράμματα, ηλεκτρονικό forum φοιτητών. Δεν είμαι όμως πια μόνο φοιτήτρια, αλλά και γιατρός σε μονάδα Εντατικής Θεραπείας με πρωινό ωράριο και 5 έως 7 εικοσιτετράωρες εφημερίες τον μήνα. Δεν πηγαίνω στις παραδόσεις, όμως παρακολουθώ ανελλιπώς το forum των φοιτητών της Φιλοσοφικής, όπου ανεβαίνουν σημειώσεις, παλιά θέματα και συζητήσεις σχετικές με τις σπουδές. Δεν είναι όλα αξιόπιστα και καλά, όμως έχω μια κάποια επαφή με όσα γίνονται στα αμφιθέατρα. Το υπόλοιπο είναι όλο προσωπική μελέτη, σε αυτό έχω εκπαιδευτεί καλά. Αυτές οι δεύτερες σπουδές είναι απολαυστικές σαν χόμπι και επιτακτικές σαν υπόρρητη υπόσχεση που χρωστώ να πραγματοποιήσω. Είμαι συνομήλικη με τους περισσότερους από τους διδάσκοντες και οι συμφοιτητές μου θα μπορούσαν να είναι παιδιά μου. Τους συναντώ μόνο στις εξετάσεις, μου αρέσει να τους παρατηρώ, πώς μιλάνε, πώς χειρονομούν, πώς ντύνονται, μια γενιά καλοφτιαγμένων ανθρώπων σε ένα σύγχρονο πανεπιστήμιο.
Κάποια μαθήματα είναι σαν ανάβαση στον Όλυμπο, όπως τα Λατινικά του καθηγητή Μπενέτου, όμως αυτό είναι το Βατερλώ όλων των φοιτητών. Μελετώ συστηματικά, παράλληλα με τη Διαθωρακική Υπερηχοκαρδιογραφία στην οποία μετεκπαιδεύομαι τα πρωινά. Θα ήθελα να πηγαίνω στα μαθήματα, υπάρχουν πολλοί εξαιρετικοί διδάσκοντες, το καταλαβαίνω από τα βιβλία τους και από τη σύντομη επαφή στις εξετάσεις: Χριστίνα Ντουνιά, Θανάσης Αγάθος, Λητώ Ιωακειμίδου, Δώρα Μέντη. Ενθουσιάζομαι με τα βιβλία και το αντικείμενο της Γλωσσολογίας, αυτό θα επέλεγα αν έκανα καριέρα ως φιλόλογος. Μου αρέσει επίσης η Λαογραφία, δεν είχα ποτέ σκεφτεί πόσο ευρύ και σύγχρονο πεδίο έρευνας προσφέρει, στα μάτια μου φαντάζει σαν εφαρμοσμένη κοινωνιολογία.
Τα μόνα μαθήματα που παρακολουθώ είναι τα δύο υποχρεωτικά σεμινάρια του τελευταίου έτους. Το ένα είναι «Βυζαντινή Φιλολογία» με την εξαιρετική Μαρίνα Λουκάκη. Δεν περίμενα ότι θα μου κινούσε τόσο το ενδιαφέρον, ψάχνω λεπτομέρειες στη βιβλιογραφία για όλα αυτά τα μακρινά πρόσωπα που έχουν πια γίνει ψηφιδωτά και αγιογραφίες. Το άλλο είναι «Νεοελληνική ποίηση μετά το 1930» με τον Ευριπίδη Γαραντούδη, ίσως ό, τι καλύτερο συνάντησα σε αυτές τις σπουδές. Εμπνευσμένος δάσκαλος, ποιητής ο ίδιος, με μεστό λόγο, ήρεμη επιχειρηματολογία και βαθιά ευγένεια. Σαχτούρης, Σινόπουλος, Αναγνωστάκης, Ρίτσος, Σεφέρης, όλοι οι μεγάλοι παρελαύνουν από το μακρόστενο τραπέζι όπου μαζευόμαστε, σε ελεγειακά ποιητικά νεκρόδειπνα που θα ζήλευε και ο Σινόπουλος. Ένα βράδυ, συνεπαρμένοι από τη συζήτηση, κλεινόμαστε μέσα στη σχολή, αφού η ώρα έχει περάσει και οι φύλακες έχουν κλειδώσει τις πόρτες.
Ολοκληρώνω τις σπουδές Φιλολογίας το 2019 και προλαβαίνω μία από τις τελευταίες διά ζώσης ορκωμοσίες, τον Φεβρουάριο του 2020, πριν ενσκήψει η εφιαλτική πανδημία.
Οι σημερινοί φοιτητές είναι τυχεροί, η πληροφορία είναι παντού, αρκούν λίγα κλικ, χρειάζεται βέβαια προσοχή, εκπαίδευση και επιμονή για να μην παρασυρθεί κανείς από ιστότοπους αμφίβολης αξιοπιστίας. Η φύλαξη και συντήρηση των χώρων του πανεπιστημίου παραμένει άλυτο ζήτημα. Μια επίσης λυπηρή διαπίστωση είναι η φθίνουσα αίγλη των ανθρωπιστικών σπουδών. Στη ζωή μου επέλεξα ως καριέρα την Ιατρική από μια εξ απαλών ονύχων ανεξήγητη και άγνωστης προέλευσης εμμονή. Ένα απραγματοποίητο όνειρο ήταν η πανεπιστημιακή καριέρα, ίσως δεν την επεδίωξα με ζέση ή δεν τόλμησα ή δεν έκανα τις απαραίτητες επαφές, ήμουν εκ φύσεως συνεσταλμένη. Πιθανόν έτσι οδηγήθηκα στην άλλη κατεύθυνση, αυτή που ακολουθώ σήμερα με όλο και μεγαλύτερη συγκίνηση: τη λογοτεχνία, πεζογραφία και θέατρο, που μάλλον τελικά ήταν η βαθύτερη κλίση μου.
(Εισήγηση στην εκδήλωση “Το ΕΚΠΑ στην πόλη-Να’ σαι καλά δάσκαλε!-Δάσκαλοι και φοιτητές”, Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026, Αμφιθέατρο “Ιωάννης Δρακόπουλος”-Κεντρικό Κτήριο ΕΚΠΑ)
