You are currently viewing Εφη Φρυδά. O τρίπτυχος μανδύας, το αυτοβιογραφικό έργο της Remedios Varo   (16 Δεκεμβρίου 1908 – 8 Οκτωβρίου 1963)

Εφη Φρυδά. O τρίπτυχος μανδύας, το αυτοβιογραφικό έργο της Remedios Varo (16 Δεκεμβρίου 1908 – 8 Οκτωβρίου 1963)

Επτά κορίτσια κτενισμένα και ντυμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ξανθά μαλλιά με χωρίστρα στη μέση, γκριζογάλαζη στολή που φθάνει ως κάτω στα λεπτά τους σφυρά, ποδηλατούν ακολουθώντας υπάκουα μια ρασοφορεμένη, την ηγουμένη του παρθεναγωγείου προφανώς, και ένα βλοσυρό γενειοφόρο φύλακα που, εστιασμένος μπροστά, κουβαλάει στην πλάτη έναν τεράστιο μπόγο. Από μέσα πετιόνται μαύρα κυρίως περιστέρια – τα λευκά είναι πολύ λιγότερα και μικρότερα – που τώρα φτερουγίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια της ομάδας που αναδύεται από τη θολωτή θύρα δαιδαλώδους οικήματος με πολλαπλούς πυργίσκους που μοιάζει με κυψέλη. Πάνω από την θύρα θυρεός που αναπαριστά κάποιο έντομο, μέλισσα ή σαρανταποδαρούσα, ακριβώς δεν διακρίνω. Έξω από τη θύρα, μόλις που φαίνεται, η απαραίτητη μαύρη γάτα.

Toward the Tower (1960)

Τα οχήματά τους τρίτροχα ποδήλατα παλαιού τύπου που, ειδικά στην ηγουμένη, γίνεται προέκταση του ρούχου της και, αντί για ρόδες έχουν ραπτομηχανές, αντί για λαβές βελόνες πλεξίματος. Τα ομοιόμορφα κορίτσια βγαίνουν από έναν παλιό, αυστηρό κόσμο, από τους χοντρούς τοίχους της παρθενίας τους με προορισμό ακόμα αόρατο. Που η ζωγράφος ωστόσο προσδιορίζει ως τόπο εργασίας τους. Τίτλος του πρώτου αυτού έργου του τρίπτυχου, «Προς τον πύργο» (1960).

 Towards the Tower details

Στο βάθος άλλα κτίρια πίσω από γυμνά δέντρα. Η καλλιτέχνης, με τη γλώσσα των εικόνων, εξηγεί με σαφήνεια τον συμβολισμό: τα κορίτσια κρατούνται αιχμάλωτα υπό την επίβλεψη των συνοδών τους, των πτηνών και κάποιας απροσδιόριστης μαγγανείας. Υπάρχει όμως ένα, αυτό μπροστά μπροστά που είναι μεν ολόιδιο με τα υπόλοιπα, όμως τολμάει να λοξοκοιτάξει· το βλέμμα της στρέφεται προς τα έξω, προς τον θεατή. Μαζί με το βλέμμα στρίβει, ξεφεύγει από τη τακτοποιημένη κόμμωση κι ένα σκανταλιάρικο τσουλούφι· η ζωγράφος διασκεδάζει, μας κλείνει το μάτι. Το κορίτσι αντιστέκεται στην ύπνωση με όλο της το είναι, μας λέει. Η εξέγερση ετοιμάζεται.

 Toward the Tower detail

Προορισμός το κεντρικό, και 2ο έργο, του τρίπτυχου με τίτλο «Κεντώντας τον μανδύα της γης». Έργο του 1961, ο πίνακας αυτός αποτελεί έναν από τους πιο σύνθετους και αγαπημένους της Varo.

Embroidering the earth’s mantle (1961)

Απομονωμένες σε έναν οκτάγωνο, πανύψηλο πύργο που, τρυπώντας τον ουρανό, επιπλέει ανάμεσα στα σύννεφα, οι δόκιμες απεικονίζονται επί το έργον. Η κάθε μια τους κάθεται μπροστά σε ένα έδρανο, μια επιφάνεια που μοιάζει με αργαλειό και συνδέεται ακτινωτά με το μέσον του πυργίσκου και με ένα κεντρικό αντικείμενο που απλώνει την επίδρασή του ως την επιφάνεια εργασίας των κοριτσιών. Το πάτωμα λοξεύει πρισματικά, ωστόσο τα πάντα ισορροπούν και συμβαίνουν με απόλυτη τάξη. Η όλη σκηνή βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας κεντρικής μορφής· υψηλή, απροσδιορίστου φύλου, ντυμένη με πτυχωτή, σκούρα εσθήτα, κουκούλα και καλύπτρα προσώπου που αφήνει να φαίνονται μόνο τα μάτια. Με την ήρεμη ακρίβεια αλχημιστή στο ένα χέρι κρατά ένα βιβλίο από το οποίο υπαγορεύει στα κορίτσια, και στο άλλο, το δεξί, ένα ραβδί με το οποίο γυρνάει το αχνισμένο αδράχτι, που ίσως είναι χύτρα που κοχλάζει, ίσως κλεψύδρα, αφού στο μέσον στενεύει και χωρίζεται σε δύο στρογγυλεμένα μέρη.

Πίσω από την κεντρική μορφή στον διάδρομο, μια δεύτερη που, όπως και στον πρώτο πίνακα παίζει βοηθητικό, αν και ουσιώδη ρόλο, παρόμοια ντυμένη, βαστώντας και αυτή ένα ραβδί. Τα χρώματα του ρούχου και των δύο είναι στις αποχρώσεις του καφέ, θυμίζουν ράσα μοναχών του μεσαίωνα, σακιά με τα οποία ντύνονταν οι ασκητές, οι στυλίτες της ερήμου.

Τα κορίτσια υφαίνουν τόπια υφάσματος, χαλιά, στρωσίδια.

Στο σημείο αυτό το έργο μας επιφυλάσσει μια θαυμαστή εξέλιξη. Το ύφασμα που γνέθουν τα κορίτσια γλιστρά από μια σχισμή του πύργου και κυλά στο τοπίο κάτω δημιουργώντας πλαγιές, ζώα, όρη, δέντρα και φυτά, θάλασσες, λίμνες, πολιτείες και ανθρώπους που ασχολούνται με φαινόμενα απαράλλακτα. Πρόκειται για ένα ολόκληρό σύμπαν που εκείνες δημιουργούν με το στημόνι τους, πάντα όμως υπό τις ακοίμητες οδηγίες των επιβλεπόντων. Εδώ μέσα θα εκπαιδευτούν, θα γίνουν φρόνιμα σαν τα κορίτσια τ’ άλλα, θα γίνουν καθώς πρέπει κυρίες, έτοιμες για αυτό που τους προορίζει η κοινωνία: Να κάνουν ένα καλό γάμο, να γίνουν άξιες σύζυγοι, μητέρες, οικοδέσποινες, γιαγιάδες. Αυτό είναι το υλικό που υφαίνουν: το σκηνικό του μέλλοντός τους.

La huida (The Escape), 1961

Το τρίτο έργο του τρίπτυχου έχει τίτλο «Η απόδραση». Η επαναστάτρια, την οποία συναντήσαμε να λοξοκοιτάζει στο 1ο έργο, έχει καταφέρει, παρά την υψηλή επιστασία, να υφάνει μυστικά τον αγαπημένο της. Αλλά όχι, δεν είναι αυτός ο ιππότης με το άσπρο άλογο που θα την απελευθερώσει. Για τη λύτρωσή της φρόντισε η ίδια η κόρη. Αυτή, αφού επινόησε και κατασκεύασε τον εραστή της, απελευθερώνει τον εαυτό της και αφού επιβιβάζεται, μαζί με τον σύντροφό της, σε μια αναποδογυρισμένη, χνουδωτή ομπρέλα, που μοιάζει και με όστρακο, δραπετεύει. Η χιουμοριστική πινελιά της Varo δεν λείπει ούτε από αυτό το τόσο σοβαρό για εκείνη αυτοβιογραφικό θέμα.

Με το αυτοσχέδιο αυτό όχημα λοιπόν το ζευγάρι διασχίζει μια περιοχή σπαρμένη με χρυσαφιά σύννεφα-φυλλωσιές και κατευθύνεται προς έναν σκούρο ορεινό όγκο, μια σπηλιά. Είναι το κορίτσι που ελέγχει την πορεία τους με το πηδάλιο που κρατάει στο χέρι. Ο σύντροφός της βαστάει και αυτός μερικές κλωστές με τις οποίες συγκρατεί το όχημα-ομπρέλα. Οι δυο τους έχοντας γίνει «εις σάρκαν μία»,  με τα ρούχα τους να «λιώνουν» ανάμεσά τους, κατευθύνονται προς μια σπηλιά που το σκοτάδι της όμως δεν μοιάζει διόλου απειλητικό, αντιθέτως δίνει την αίσθηση φιλόξενης μήτρας.

Το τρίπτυχο αποπνέει μια αινιγματική, δυστοπική ατμόσφαιρα, μια αίσθηση εγκλεισμού. Υπάρχει όμως ένα μυστικό σχέδιο το οποίο συλλαμβάνει και εκτελεί μία από τις κοπέλες. Και αυτή, η τολμηρή και ανυπάκουη καταφέρνει να αποδράσει σε ένα μέλλον που η ίδια δημιούργησε. Προς τον έρωτα, προς την ελευθερία.

The Triptych composition

Η αίσθηση της μαγείας είναι διάχυτη. Το πινέλο της Varo συγκροτεί ένα σύμπαν που ξετυλίγεται με χρώματα βαθιά, με το καφετί να απλώνεται ως το κόκκινο, το γαλάζιο να αγγίζει το γκρι, το κίτρινο να κορυφώνεται σε χρυσαφί. Τα ψηλά, απόρθητα κάστρα και οι ξανθομαλλούσες κόρες αντηχούν  τη «Ραπουνζέλ», το αδράχτι και η απελευθέρωση της αιχμάλωτης παρθένας την «Ωραία Κοιμωμένη». Μόνο που η Varo θέλει το παραμύθι της να δίνει τον έλεγχο στη γυναίκα. Βλέπετε το αφήγημα των έργων της, και ειδικά αυτού του τρίπτυχου, ακολουθεί τα δεδομένα της προσωπικής της ζωής. Και έτσι, μέσω του μαγικού ρεαλισμού, παρακολουθούμε με ακρίβεια, όπως διαπιστώνουμε, την πολυτάραχη ζωή της ζωγράφου.

 

«Ο κόσμος του ονείρου δεν διαφέρει από τον κόσμο της πραγματικότητας»

Η Remedios Varο γεννήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα σε μια πολίχνη της Καταλονίας από μεσοαστική οικογένεια με τρία παιδιά. Ο πατέρας πολιτικός μηχανικός και αγνωστικιστής, η μητέρα ευσεβής καθολική την ονομάζει Remedios Alicia Rodriga Varo y Uranga, προς τιμήν της Παρθένας των Θεραπειών Virgen de los Remedios· είναι η «θεραπεία» της μητέρας μετά τον θάνατο της μεγαλύτερης θυγατέρας. Πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν να ζει στη σκιά μιας νεκρής, αναλογίζεται κανείς. Η παράξενη, στοχαστική τέχνη της είναι αναντίρρητα το καταφύγιο που την στήριξε σε όλη της τη ζωή.

Από πολύ νωρίς στην παιδική της ηλικία η Remedios ταξιδεύει οικογενειακώς απ’ άκρη σ’ άκρη της Ισπανίας και της Βόρειας Αφρικής, λόγω των επαγγελματικών μετακινήσεων του πατέρα. Αυτός την εισάγει στην επιστημονική σκέψη βάζοντάς την να αντιγράφει τα σχέδιά του. Επιπλέον, αν και επιστήμων, αγαπά τις τέχνες και πηγαίνει την κόρη του στα μουσεία ενθαρρύνοντας και καλλιεργώντας την καλλιτεχνική της φύση. Εκείνη, ένα παιδί με νου ερευνητικό και ευφάνταστο, αποσυναρμολογεί τα παιχνίδια της και τα επανασυναρμολογεί, είτε για να τα φέρει στην αρχική τους μορφή, είτε για να τα μετατρέψει σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Κάνει ακόμα περισσότερα ταξίδια, αφού διαβάζει με μανία βιβλία που προσεγγίζουν το φανταστικό, το αλλόκοτο. Ανάμεσα στους αγαπημένους της συγγραφείς ο Αλέξανδρος Δουμάς, ο Ιούλιος Βερν, Έντγκαρ Άλαν Πόου. Η καθολική μητέρα της, που κρατάει από την αρχαία φυλή των Βάσκων, φυτεύει μέσα της την τάση προς το μυστικισμό.

Τι περίμενε κανείς από ένα κορίτσι εκείνης της εποχής που ήρθε στη ζωή σε έναν μικρό τόπο της Ισπανίας; Η καταγωγή της απαιτούσε μια «σωστή» εκπαίδευση, σε ένα περιβάλλον πειθαρχημένο και αυστηρό. Αναπόφευκτα, σε ηλικία οκτώ ετών οι γονείς της την γράφουν στις καλόγριες. Έτσι δίπλα στην «επιστημονική» ματιά, που της έχει κληροδοτήσει ο μηχανικός πατέρας, προστίθεται το πειθαρχημένο σύστημα του παρθεναγωγείου. Έξυπνο παιδί η Remedios φροντίζει να κρατήσει από αυτή την, κατά τα άλλα, καταπιεστική συνθήκη, το όφελος του προγραμματισμού και της επιμέλειας. Πατάει ήδη σε δύο αντιθετικά, αλλά καθόλου συγκρουόμενα στην περίπτωσή της, πεδία: της επιστήμης από τη μία και της πνευματικότητας από την άλλη. Φύση φιλοπερίεργη η μικρή Remedios προχωρά στη μελέτη πνευματιστικών κειμένων των Ανατολικών χωρών.

Η θαυμαστή μαγεία των έργων της, η πλούσια φαντασία των σεναρίων που αφηγούνται οι εικόνες της δικαιολογούν την προσωνυμία που έδωσαν αργότερα σε αυτή και στις φίλες της και «αδελφές εν όπλοις» στις τέχνες, τη ζωγράφο Eleonnora Carrington και την φωτογράφο Kati Horna. Αναμφίβολα, στις επιλογές της αντισυμβατικής φύσης της, προστέθηκαν οι εμπειρίες μιας ζωής που αντιστάθηκε στην πεπατημένη και χάραξε τον δικό της δύσκολο δρόμο σε έναν κόσμο που έβραζε από πολέμους και κοινωνικές αναταραχές.

Young Remedios and a friend

Το 1924, και σε ηλικία 16 ετών, η Varo είναι ανάμεσα στις ελάχιστες γυναίκες που γίνονται δεκτές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Μαδρίτης (Real Academia de Bellas Artes), μια σχολή που διακρινόταν για την αυστηρότητα και την τεχνική ακρίβεια. Ανάμεσα στα μαθήματα που επιλέγει είναι το επιστημονικό σχέδιο. Στην περίοδο 1926-1935 δημιουργεί πολλούς πίνακες κλασικής τεχνοτροπίας, από τους οποίους ελάχιστοι έχουν διασωθεί -κάτι που σίγουρα οφείλεται στις αλλεπάλληλες μετακινήσεις της αυτή την εποχή.

Είμαστε γύρω στο 1920 και στις τέχνες κυριαρχούν οι σουρεαλιστές. Ο Νταλί επιστρέφει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Μαδρίτης έπειτα από ένα χρόνο αποβολής. Η Varo τον γνωρίζει στη σχολή, κυκλοφορεί  στους κύκλους καλλιτεχνών avant-garde, όπου συναντά επίσης τον Luis Buñuel, τον Federico García Lorca και τον Óscar Domínguez. Η τεχνική της χαλκομανίας (decalcomania) του Domínguez της ταιριάζει περισσότερο από τις θεωρίας τυχαιότητας και αυτοματισμού των σουρεαλιστών. Στα κομψά της έργα, υπερσυνείδητης και υποσυνείδητης τελειότητας, είναι φανερές επιρροές του Hieronymus Bosch, του Leonardo da Vinci, του Francisco Goya, του El Greco, έργα που της είναι γνωστά από τις πρώιμες επισκέψεις της στο Prado. Δέχεται επίσης επιρροές από τον μυστικιστικό συμβολισμό της Kabbalah. Μελετά με πάθος αποκρυφισμό, ταρό, αστρολογία, αλχημεία. Στα έργα της δεν δανείζεται απλώς αυτές τις αναφορές, αλλά τις μετουσιώνει σε μια μοναδική εικονιστική γλώσσα, όπου το μυστικιστικό και το επιστημονικό όχι μόνο δεν συγκρούονται αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Ο χρόνος, ο χώρος και το ανθρώπινο σώμα είναι ελαστικά δημιουργώντας μια αίσθηση διαρκούς κίνησης, έναν κόσμο ατελείωτων ανακαλύψεων όπου η πραγματικότητα είναι ο καμβάς που συνυφαίνει η φαντασία.

Remedios Varo and Gerardo Lizarraga. (1927)

Αποφοιτά από την Ακαδημία στις αρχές του ’30 όταν η Βαρκελώνη αποτελεί κέντρο του καλλιτεχνικού avant-garde. Εκεί γνωρίζει τον σουρεαλιστή ζωγράφο Gerardo Lizárraga τον οποίο λίγο αργότερα παντρεύεται. Ο Lizárraga διώκεται λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων και το ζευγάρι αναγκάζεται να καταφύγει στο Παρίσι όπου παραμένει για ένα χρόνο.

Ο γάμος της με τον Gerardo Lizarraga είναι ανοιχτός, η ζωγράφος έχει παράλληλες ερωτικές σχέσεις, ένα μοτίβο που χαρακτηρίζει την ερωτική της ζωή ως το πρώιμο τέλος της. Την εποχή αυτή, μέσω του Óscar Domínguez, γνωρίζει τον Γάλλο ποιητή Benjamin Péret. Ο Péret γράφει ποίηση χρησιμοποιώντας κάρτες με τη μέθοδο της αυτόματης γραφής και, μαζί με τον Breton, είναι από τους θεωρητικούς του υπερρεαλισμού. Αφιερώνει στην Varo την ποιητική του συλλογή Je sublime που κυκλοφορεί το 1936.

Remedios Varo with Esteban Frances (left) and Gerardo Lizarraga (right)

Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε για να εστιάσουμε στη θέση που είχαν οι γυναίκες στους κύκλους του καλλιτεχνικού avant-garde. Ο πυρήνας των σουρεαλιστών, με επικεφαλής τον θεωρητικό André Breton, επιφυλάσσει στη γυναίκα μια θέση «θηλυκοποιημένη», μια θέση δηλαδή με υπερτονισμένα τα θηλυκά της στοιχεία. Η γυναίκα στην ανδροκρατούμενη αυτή παρέα είναι μια φαντασίωση, είναι «γυναίκα-παιδί (femmeenfant)», ον αθώο, παρθενικό, φρέσκο και σαγηνευτικό. Είναι ένα πλάσμα που βγαίνει κατευθείαν από το υποσυνείδητο, σύμφωνα με τις θεωρίες του Φρόυντ που οι σουρεαλιστές ερευνούν και ενστερνίζονται.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η Varo, για να ταιριάξει καλύτερα σε αυτό το πλαίσιο, αφαιρεί κάποια χρόνια από την ηλικία της, λέγοντας ότι γεννήθηκε το 1913, ενώ πραγματική χρονολογία γέννησής της είναι το 1908. Η ίδια ομολογεί άλλωστε ότι ανάμεσα στην ανδροκρατούμενη παρισινή ομάδα των André BretonMax ErnstVictor Brauner, Yves Tanguy, Joan MiróWolfgang Paalen, ένιωθε σαν «μια συνεσταλμένη, ταπεινή ακροάτρια». Στις διαβόητες συζητήσεις που συνθέτουν το μανιφέστο των σουρεαλιστών και στο ιδιαίτερο κεφάλαιο του έρωτα, το ερώτημα «Πιστεύετε ότι η γυναίκα πρέπει να ερωτάται ως προς τη μορφή του έρωτα;» έχει την κοφτή και δηλωτική απάντηση: «Δεν είναι απαραίτητο». Σοκάρει; Ίσως δεν θα έπρεπε. Έναν αιώνα αργότερα ακόμα παλεύουμε να καταδείξουμε ότι η γυναίκα δεν είναι, δεν υποχρεούται να είναι μια αντρική φαντασίωση. Συχνά η γυναίκα αναγκάζεται να υιοθετήσει μια στάση υπερβολής, που δεν θα ήταν η πρώτη της επιλογή, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποδείξει το αυτονόητο: ότι δηλαδή είναι ον με σάρκα και οστά, ψυχή και συναισθήματα που, μπορεί μεν να διαφέρουν αρκετά και σε κάποια σημεία από τα ανδρικά, αυτό όμως δεν συμβαίνει απαραιτήτως λόγω της φυλετικής τους διαφοράς. Οι σουρεαλιστές, με τις θεωρίες του Φρόυντ κατά νου, κάτι ψέλλισαν προκειμένου να προχωρήσουν τα πράγματα, σπάζοντας τον αυστηρά παραδοσιακό ρόλο της γυναίκας. Ωστόσο ούτε αυτοί κατάφεραν να υπερπηδήσουν το χάσμα ανάμεσα στο δίπολο γυναίκα-μητέρα-Παναγιά/ γυναίκα-πόρνη. Δεν κατάφεραν να κάνουν την υπέρβαση για να συλλάβουν και να αποδεχτούν το νέο πρότυπο γυναίκας που πάσχιζε να αναδυθεί· και που ακόμα πασχίζει –και μάλιστα ακόμα πιο συντηρικοποποιημένο στις μέρες μας. Πρέπει βέβαια να παραδεχτούμε ότι δημιούργησαν μια πιο απελευθερωμένη συνθήκη για τους ίδιους και τις γυναίκες της ομάδας τους. Ωστόσο και πάλι πρόκειται για γυναίκες φετίχ με τις οποίες, μέσα στα πλαίσια του προοδευτικού για την εποχή πυρήνα τους, μπορούν να έχουν ελεύθερες ερωτικές σχέσεις. Οι γυναίκες αυτές, ακόμα και αν είναι εξίσου καλές ή ακόμα καλύτερες εικαστικοί, ποιήτριες κλπ με τους άντρες, παίρνουν κατά κανόνα τη θέση μοντέλου, μούσας, ερωμένης, άντε το πολύ, στην περίπτωση άσβεστου έρωτα, και συζύγου.

Η Germaine Greer φέρνει αρκετά παραδείγματα επιχειρηματολογώντας πάνω στο θέμα. Βλέπε Nusch Eluard, για την οποία ο ποιητής σύζυγός της έγραφε ποιήματα· ποιητική συλλογή με τίτλο Facile (ποια να ήταν άραγε η Ευκολία😉 που συνοδεύονταν από γυμνές φωτογραφίες της τιμωμένης υπό τον φακό του Man Ray. Βλέπε Max Ernst-Leonora Carrington, όπου η ναρκισσιστική εικόνα που προβάλλει η Carrington είναι ο τρόπος που βρήκε για να υπάρξει, για να επιβληθεί στον χώρο. Το ίδιο συμβαίνει και με την Leonor Fini. Η ζωγράφος απεικονίζει γυναίκες υπέροχες, με μια δυναμική ομορφιά, γυναίκες που, επιπλέον, της μοιάζουν. Που έχουν «στρατιές εραστών», κατά τα δικά της λόγια. Η Fini θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό επινοεί μια νέα, προσωπική εικόνα θηλυκότητας: Αισθησιακή, δυνατή, ανελέητη. Όμως η Greer δεν ξεγελιέται. Έχουμε πάλι μία από τα ίδια: Παρθενικό στήθος, πλούσια χαίτη, μέση δακτυλίδι, ατελείωτες γάμπες. Η Μπάρμπι πριν την Μπάρμπι, όπως υποστηρίζει η ακραιφνής φεμινίστρια. Και άδικο δεν έχει. Στην προσπάθειά τους να σπάσουν το κατεστημένο οι καλλιτέχνες της εποχής δημιουργούν ασφαλώς ένα νέο μοντέλο που πάει παρακάτω τις ανθρώπινες σχέσεις, δημιουργεί όμως μια καινούρια παρανόηση· μία ακόμα φαντασίωση με φετιχιστική χροιά, σεξουαλικούς υπαινιγμούς που πολύ συχνά δεν είναι καν υπαινιγμοί αλλά προκλητικός ερωτισμός και πάντα φυσικά με αντικείμενο τη γυναίκα. Και αυτό, αν και αποτελεί ένα βήμα προς την απελευθέρωση, ενέχει ωστόσο μία ακόμα παγίδα.

Με το ξέσπασμα του ισπανικού εμφύλιου, το 1939, ο Péret, που είναι τροτσκιστής, σπεύδει στην Ισπανία για να βοηθήσει τον αντιφασιστικό αγώνα. Στο μεταξύ ο Φράνκο απαγορεύει σε όλους τους αντιφρονούντες να μπουν στην Ισπανία. Έτσι από δω και πέρα η Varo είναι αποκλεισμένη από τη χώρα της, δεν μπορεί καν να επισκεφθεί την οικογένειά της. Αυτό είναι κάτι που την πονάει και θα αφήσει βαθύ σημάδι στον ψυχισμό της.

Μετά την δολοφονία του Lorca το ζευγάρι καταφεύγει στο Παρίσι και, συμβιώνοντας σε ένα ménage à trois με τον ζωγράφο Esteban Francés, διαβιεί υπό συνθήκες «ηρωικής φτώχιας». Λέγεται ότι ο Francés και η Varo αντιγράφουν πίνακες του de Chirico για να επιβιώσουν.

Η κήρυξη του 2ου παγκόσμιου πολέμου βρίσκει την Varo σε δεινή θέση· λόγω της σχέσης της με τον Péret κινδυνεύει με απέλαση. Στις αρχές του ’40 ο Péret φυλακίζεται για κομμουνιστική δράση. Αλλά και η ίδια η Varo μπαίνει φυλακή· για πόσον καιρό και κάτω από ποιες συνθήκες δεν ξέρουμε, εκείνη δεν μίλησε ποτέ γι’ αυτό το κομμάτι της ζωής της. Το γεγονός ωστόσο υφίσταται και αποτελεί φυσικά ακόμα ένα πλήγμα γι’ αυτήν.

Ύστερα από ένα σύντομο διάστημα στη Μασσαλία, όπου έχουν καταφύγει μετά την εισβολή των ναζί στο Παρίσι, η Varo και ο Péret, η ζωή των οποίων διατρέχει άμεσο κίνδυνο εξαιτίας της φιλοναζιστικής κυβέρνησης του Vichy, απευθύνονται στην Επιτροπή Επείγουσας Διάσωσης (Emergency Rescue Committee) που φυγαδεύει καλλιτέχνες και διανοούμενους από την Ευρώπη στην Βόρεια και Νότια Αμερική. Ο Péret ως κομμουνιστής δεν γίνεται δεκτός στις ΗΠΑ, οπότε το ζευγάρι καταφεύγει στο Μεξικό που έχει κηρύξει αμνηστία για τους Ισπανούς πρόσφυγες στους οποίους δίνει αυτομάτως υπηκοότητα.

Remedios Varo immigration papers

Στα τέλη του -41 μια κοινότητα Ευρωπαίων προσφύγων συγκροτείται στην πόλη του Μεξικό. Ανάμεσά τους καλλιτέχνες όπως ο Lizárraga, ο Francés, ο Gunther Gerzso, η Kati Horna, ο Emerico Weisz, η Dorothy Hood, ο Luis Buñuel, ο César Moro, ο Wolfgang Paalen, η Alice Rahon και η Leonora Carrington. Αυτή η τελευταία είναι παλιά γνώριμη της Varo από το Παρίσι. Στο Μεξικό οι δύο γυναίκες συνδέονται με βαθιά φιλία και συμπορεύονται στο πεδίο της τέχνης τους. Μένουν κοντά η μία στην άλλη, στην καλλιτεχνική παροικία Colonia Roma, και δημιουργούν έργα τέχνης με κοινούς συμβολισμούς που απεικονίζουν τελετουργίες, αναπαριστούν αλχημιστικές τελετές. Εμπνέονται από τις θεωρίες των Ρώσων αποκρυφιστών Peter Ouspensky και George Gurdjieff που έχουν θέμα τους την εξέλιξη του συνειδητού, καθώς επίσης από την ιδέα του ζωγραφικού πίνακα τεσσάρων διαστάσεων. Και, μολονότι ερευνούν και εμπνέονται από αυτούς, συχνά στα έργα τους παρωδούν αυτές τις θεωρίες. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που τις ονομάζουν «οι τρεις μάγισσες», όπως ήδη αναφέραμε. Την προσωνυμία αυτή την κερδίζουν όχι μόνο λόγω του ενδιαφέροντός τους για τον μυστικισμό, αλλά και επειδή πρόκειται για γυναίκες ανατρεπτικές και ατρόμητες που δεν κατηγοριοποιούνται εύκολα, που δεν βολεύονται στα υπάρχοντα σχήματα.

Η εξορία συνοδεύεται πάντα από φτώχια. Η Varo συντηρεί τον ποιητή σύντροφό της κάνοντας διάφορες δουλειές -μερικές απ’ αυτές απίστευτες. Εργάζεται στο στούντιο του Marc Chagall και επίσης ζωγραφίζει σχέδια για τις διαφημίσεις της εταιρίας Bayer απεικονίζοντας με φαντασία διάφορες ασθένειες.

Ωστόσο οι κακουχίες δεν αποτελούν εμπόδιο για την δημιουργικότητά της. Διακοσμεί τη συνοικία των καλλιτεχνών με ζωγραφιές και αντικείμενα «μαγείας». Γράφει, και κάποια από τα κείμενά της είναι από κοινού με την Carrington. Φροντίζει μια ολόκληρη αποικία από πουλιά και γάτες.

Remedios Varo with Jean Nicole in the jungle. Venezuela (1949)

Το 1947 ο πόλεμος έχει τελειώσει και ο Péret θέλει να επιστρέψει στο Παρίσι. Εκείνη όμως, θεωρώντας πλέον πατρίδα της το Μεξικό, και κουρασμένη από τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις, παραμένει, και το ζευγάρι χωρίζει. Την εποχή αυτή η ζωγράφος, μαζί με τον πιλότο εραστή της και Γάλλο πρόσφυγα, Jean Nicolle, εντάσσεται σε μια επιστημονική αποστολή υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας. Εγκαθίσταται στο Καράκας και στο Μαρακάι της Βενεζουέλας, όπου κάτω από ένα μικροσκόπιο μελετά κουνούπια τα οποία σχεδιάζει. Πρόκειται για μια έρευνα για την ελονοσία· ακόμα μία απίστευτη δουλειά που κάνει η Varo για να κερδίσει τον επιούσιο.

Paludismo (Malaria), 1947

Το 1952 είναι μια χρονολογία κομβική. Η γυναίκα αυτή, που σε όλη την ενήλικη ζωή της ήταν ο στυλοβάτης του σπιτιού συντηρώντας συζύγους και εραστές με τη σκληρή της εργασία, βρίσκει επιτέλους έναν άνθρωπο που θα της προσφέρει την άνεση που χρειάζεται για να αφοσιωθεί στην τέχνη της. Ο Walter Gruen, Αυστριακός επιζήσας των ναζιστικών στρατοπέδων, πρόσφυγας και αυτός στο Μεξικό, της παρέχει την οικονομική και συναισθηματική ασφάλεια που της έλειπε για να αφοσιωθεί στην τέχνη της. Από το σημείο αυτό η ζωγραφική της απογειώνεται. Για την ακρίβεια η τελευταία αυτή δεκαετία της ζωής της είναι η περίοδος που δημιουργεί τους πιο γνωστούς και γοητευτικότερους πίνακές της. Έχοντας επιτέλους τη δυνατότητα να αφήσει τη διαφήμιση και ό,τι άλλο έκανε για να επιβιώσει, αφιερώνεται αποκλειστικά στη ζωγραφική. Αυτή η αργοπορία, μαζί με το γεγονός ότι συνθέτει έργα εξαιρετικής λεπτομέρειας και ακρίβειας, έχει σαν αποτέλεσμα να υπάρχουν μονάχα 100 περίπου ολοκληρωμένοι πίνακες της Remedios Varo.  Μόλις το 1955-56 καταφέρνει να κάνει την πρώτη ατομική της έκθεση. Οι πίνακες γίνονται ανάρπαστοι, δημιουργείται λίστα αναμονής. Η 2η ατομική έκθεση αποτελεί επίσης ένα θρίαμβο, όλα τα έργα που έχει εκθέσει πουλιόνται.

Walter Gruen. 1952

Το τελευταίο της έργο, με τίτλο Αναγέννηση Νεκρής φύσης, μεταμορφώνει την ηρεμία μιας παραδοσιακής νεκρής φύσης σε μια σκηνή υπερφυσική. Μέσα σε ένα κάστρο γοτθικής αρχιτεκτονικής ένα στρογγυλό τραπέζι στρωμένο για οκτώ αρχίζει να αιωρείται. Από πάνω του μήλα, αχλάδια, ρόδια, φράουλες σε πλανητική τροχιά ενός εναλλακτικού ηλιακού συστήματος. Τα πάντα, φρούτα, πιάτα, τραπεζομάντηλο κυματίζουν, βρίσκονται σε δίνη. Μονάχα τέσσερα κουνούπια – που ενδεχομένως να είναι λιβελούλες – παρατηρούν αμέτοχα τους στροβιλισμούς και τις συγκρούσεις του συνόλου.

  • Naturaleza muerta resucitada (1963)

Μαγεία και υποδόριο χιούμορ ενός αντισυμβατικού πνεύματος που, όπως ήδη είπαμε, σαρκάζει και δεν φοβάται να αυτοσαρκαστεί.

Ο πίνακας αυτός, με τον προφητικό τίτλο «Αναγέννηση Νεκρής φύσης», είναι πολυσήμαντος. Και αυτό διότι η ζωγράφος μερικούς μήνες μετά, στις 8 Οκτωβρίου του 1963 και σε ηλικία μόλις 54 ετών, πεθαίνει από καρδιακή προσβολή. Το έργο, όντας το τελευταίο της, πενθεί για την πρόωρη απώλεια και συνάμα αποτελεί ένα μήνυμα αναγέννησης και νέας ζωής.

Σε μια συντηρητική κοινωνία σε αναβρασμό, στην ανδροκρατούμενη σκηνή των σουρεαλιστών όπου οι γυναίκες περιθωριοποιούνται από συνθήκες και ιδεοληψίες, παγιδευμένες από τη σχέση τους με τους άνδρες, από τη θέση για την οποία τις προορίζουν, η Remedios Varo χαράζει την πορεία της με μια ιδιαιτέρως φεμινιστική ματιά, πολύ πριν ο όρος και η νοοτροπία υπάρξουν.

Remedios Varo with Leonora Carrington among friends

Με τη ματιά ενός ανθρώπου ανεξάρτητου δημιουργεί ένα δικό της, απόλυτα προσωπικό κόσμο, που συνδέεται βαθιά με τη φύση και τα όλα της τα όντα, όπου το όνειρο δεν είναι μια κατάσταση παθητική αλλά μια μορφή γνώσης, ένας τόπος βαθύτερου εαυτού, ένας τρόπος κατανόησης του κόσμου που η ζωγράφος πλάθει, συστρέφει, λυγίζει ταχυδακτυλουργικά· όπου τα πάντα – αντικείμενα και άνθρωποι, ύλη και πνεύμα – βρίσκονται σε διαρκή κίνηση, τα πάντα μετατρέπονται, μεταστοιχειώνονται. Με την ακρίβεια πολιτικού μηχανικού κατασκευάζει ονειρικά τοπία που ενέχουν συνάμα την ευλάβεια μυσταγωγού. Τα αντικείμενά της αποτελούν πράξεις μεταμόρφωσης, μετατοπίζουν το συνειδητό, αφυπνίζουν στον παρατηρητή δυνάμεις που ως τότε βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση. Κάθε κίνηση, κάθε ίσκιος κατέχει ένα μυστικό, ένα μάθημα, έναν μαγικό ψίθυρο. Έτσι, μετατρέποντας καθημερινά αντικείμενα σε μυστικά εργαλεία ανακάλυψης, σε κλειδιά που ξεκλειδώνουν μυστικές γεωμετρίες, γεφυρώνει τη διάνοια με το ένστικτο, τη λογική με τη μαγεία, τη νόηση με τη φαντασία. Μηχανήματα με φτερά, αυγά που γίνονται δοχεία δημιουργίας, μυστικοί διάδρομοι, πόρτες που ανοίγουν σε απίστευτους ουρανούς, σκάλες που ανεβαίνουν στα σύννεφα. Μορφές υβριδικές που παραπέμπουν σε πουλιά, ψάρια, γάτες, μορφές πλήρεις νοήματος που μεταφέρουν αντηχήσεις από το ανοίκειο. Το κάθε τι έχει λόγο ύπαρξης, το κάθε τι μετατρέπεται σε εργαλείο στοχασμού, οδηγεί σε μια ανακάλυψη. Οι πίνακές της εργαστήρια, οι μορφές πειραματιστές. Το ανθρώπινο πνεύμα πορεύεται απελευθερωμένο σε ένα μονοπάτι αδιάκοπης και άφοβης έρευνας και ανακάλυψης.

in Mexico 1952

Οι πίνακές της Varo είναι τοπία στοχασμού πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, είναι τόποι γυναικείας ενδυνάμωσης. Και είναι γι’ αυτό που εξακολουθούν να σαγηνεύουν. Η γυναίκα όχι μόνο δεν απεικονίζεται με παθητικό πρόσημο αλλά αντιθέτως ενσαρκώνει μια ριζοσπαστικά δημιουργική δύναμη. Με μια ματιά κοφτερή που διακωμωδεί όχι μόνο τον κόσμο της αντρικής κυριαρχίας αλλά και τη θέση της γυναίκας με τις ιδιαιτερότητές της.

Η ζωή της Remedios Varo είναι αυτή μιας γυναίκας σε διαρκή μετακίνηση στην Ευρώπη, και αργότερα μιας εξόριστης που, στη μοναξιά της, δημιουργεί μια πλούσια οπτική γλώσσα. Η ζωή και το έργο της αποτελούν δύο πεδία που συνυφαίνονται μεταξύ τους, τα οποία αποτελούν πρότυπο του τρόπου που μια γυναίκα, επί χρόνια περιθωροποιημένη στον χώρο και στην ιστορία της τέχνης, μορφοποίησε και καθόρισε τον σουρεαλισμό από τα μέσα, και άφησε πίσω της μια κληρονομιά που εξακολουθεί να διευρύνει την κατανόηση της έμπνευσης, της φαντασίας, της μαγείας. Του αυτόνομου τρόπου σκέψης της γυναίκας.

Που εξακολουθεί να εμπνέει καλλιτέχνες, συγγραφείς, στοχαστές ανεξαρτήτως φύλου, όλους εκείνους  που προσπαθούν να σφυρηλατήσουν δημιουργικές διαδρομές έξω από τα καθιερωμένα πλαίσια.

 

 

Έφη Φρυδά

 

Έφη Φρυδά

Η Έφη Φρυδά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, σε ένα ωραίο (ακόμα) κομμάτι του ιστορικού κέντρου. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Οικονομικά. Ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση σε όλη σχεδόν την ενήλικη ζωή της. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, συγγραφείς όπως Ντύλαν Τόμας, Ντ. Χ. Λώρενς, Τ. Χάρντυ, Ε.Μ. Φόστερ, Ι. Ουόρτον, Κ. Μπλίξεν, Τζ. Μπόλντουιν, ΝτεΛίλλο, Τζ. Κ. Όουτς, Μπουκόφσκι, Ρούσντι, Γκόλντινγκ, Ντ. Τζόνσον, Χ. Σέλμπι, Σ. Μπέλοου, Π. Χάισμιθ, Όσιαν Ουόνγκ. Ήταν υποψήφια για το Βραβείο καλύτερης μετάφρασης του Ευρωπαϊκού Κέντρου Λογοτεχνίας και επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και για το βραβείο καλύτερης λογοτεχνικής μετάφρασης του Athens Prize Festival. Έχει επίσης μεταφράσει δοκίμια ψυχανάλυσης και ψυχολογίας, έχει συνεργαστεί με το Μουσείο Μπενάκη και έχει συγγράψει και επιμεληθεί κείμενα καταλόγων για εκθέσεις. Αγαπά με πάθος τις εικαστικές τέχνες και ασχολείται με την έρευνα και συγγραφή σχετικών άρθρων. Συνεργάστηκε με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, ασχολήθηκε με το Θέατρο στην Εκπαίδευση και εργάστηκε ως μεταφράστρια για κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γράφει ποίηση.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.