Βιογραφία ενός σπουδαίου επιστήμονα; Ηθογραφία σε τόπο και χρόνο ορισμένο -τα τελευταία 60 χρόνια; Αυτοβιογραφική αφήγηση της κοινής ζωής με αυτόν τον εξαιρετικό άνθρωπο που ήταν ο Γιώργος Αυλάμης; Καταγραφή με αφηγηματική λεπτότητα και σεβαστική μνήμη -μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, και χρόνο το χρόνο- μιας ιστορίας έρωτα και βαθιάς αγάπης ανάμεσα στην συγγραφέα και τον σύζυγό της;
Το πρώτο αυτό βιβλίο της Αθηνάς Γεωργακάκη-Αυλάμη είναι αυτά, αλλά και πολλά άλλα.
Πριν πω περισσότερα για το βιβλίο, πρέπει να πω πώς -τυχαία- βρέθηκα στην πορεία του από την αρχή, καθώς γνώρισα την συγγραφέα του μόλις το είχε γράψει. Και από αυτό το σημείο, ας μου επιτραπεί να την αποκαλώ Αθηνά‧ επειδή γίναμε φίλες, σε όψιμη ηλικία και οι δυο, χάρη σε μια σειρά συμπτώσεων που αφελώς αποκαλούμε τυχαίες αλλά είναι απλά ευτυχείς.
Γνώρισα τον Γιώργο Αυλάμη, Τζώρτζη για τους τότε φίλους του, όταν επισκεπτόμουν, παιδί και έφηβη ακόμα δεκαετία του 60/70, την αδελφή της μητέρας μου στην Αθήνα και τον σύζυγό της Ηλία Πολίτη γιατρό αιματολόγο. Ο Αυλάμης ήταν στα μάτια μου τότε μια επιβλητική ενήλικη παρουσία με ένα βλέμμα που σε διαπερνούσε. Στις φιλικές συναντήσεις τους οι κουβέντες συνήθως ήταν γύρω από θέματα πολιτικής, τέχνης και ιατρικής. Η Έλενα Βεντούρα Πολίτη, φιλόλογος, έφυγε νέα από τη ζωή το 1970 και ο Ηλίας Πολίτης την ακολούθησε, έξι χρόνια αργότερα, οικεία βουλήσει. Έτσι, πέρα από κάποιες τηλεφωνικές συμβουλές που μου έδινε για θέματα υγείας κατά καιρούς, έχασα την επικοινωνία με τον Αυλάμη. Θυμάμαι, όμως, και έχω τεκμήρια πόσο η φιλία των δικών μου μαζί του, και με κάποιους άλλους γιατρούς και ανθρώπους των γραμμάτων της εποχής εκείνης, ήταν αυθεντική και πέραν κάθε ιδιοτέλειας. Η παρουσία μου, έστω και σε μικρή ηλικία, σ’ αυτές τις συναντήσεις είναι ένα από τα σημαντικά πρώτα μου βιώματα και με έχει θετικά σφραγίσει.
Πέρασαν από τότε 50 χρόνια και κάποιες άλλες ευτυχείς συγκυρίες με οδήγησαν στην Αθηνά. Είχε ακούσει για τους δικούς μου αλλά και για εμάς -τον αδελφό μου κι εμένα- από τον Αυλάμη, ρώτησε μια συγγενή μου για εμάς και επιδιώξαμε να συναντηθούμε. Συμπαθήσαμε η μία την άλλη, μιλήσαμε για τον Αυλάμη και για τους ανθρώπους γύρω του τότε. Συμπληρώσαμε η μια τα κομμάτια μνήμης που έλειπαν από την άλλη. Εμπιστευτήκαμε η μία την άλλη. Και λίγο αργότερα, μου έδωσε την πρώτη γραφή του βιβλίου που επιχειρώ να παρουσιάσω σήμερα. Ενθουσιάστηκα και συγκινήθηκα. Της ζήτησα την άδεια να το διαβάσει η κόρη μου αλλά και ο αδελφός μου, που είχε επίσης γνωρίσει τον Αυλάμη. Το βιβλίο μάς κέρδισε όλους. Εκείνη το είχε γράψει μάλλον για δική της διαχείριση της απώλειας του συζύγου της και ως έκφραση ευγνωμοσύνης για την κοινή ζωή τους και θαυμασμού για τον άξιο χειρουργό και άνθρωπο . Δίσταζε, ωστόσο, να σκεφτεί την διάχυσή του με μια έκδοση.
Εγώ ήμουν κάθετη. «Από τη στιγμή που το έγραψες» είπα «δεν σου ανήκει πια. Είναι χρέος για τον ίδιο τον Αυλάμη, για τα παιδιά σας, για τον ιατρικό κόσμο στον οποίο άφησε τέτοιο ισχυρό θετικό αποτύπωμα». Μάλλον της είπαν κι άλλοι φίλοι της τα ίδια. Επιπλέον, το βιβλίο, όπως κι αν το ορίσει κανείς, είναι εξαιρετικής ποιότητας λογοτεχνικό έργο, διαβάζεται απνευστί , πληροφορεί σε πολλά επίπεδα και συγκινεί για πολλούς λόγους τον αναγνώστη.
Στο πρώτο μέρος, «Όσα μου είπες», γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, μιλάει ο ίδιος ο Γιώργος Αυλάμης στην Αθηνά για όσα είχε ζήσει μέχρι να γνωριστούν. Τα πρώιμα χρόνια στην Κεφαλονιά, οι σπουδές στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το αλβανικό μέτωπο, η εθνική αντίσταση , η εργασία στο Τζάνειο στον Πειραιά, όπου και είχαν γνωριστεί.
Στο δεύτερο μέρος η ίδια η Αθηνά αφηγείται την υπόλοιπη κοινή ζωή τους, από την πρώτη τους γνωριμία μέχρι την απώλεια του Αυλάμη σε ηλικία 100 ετών.
Πέρα όμως από την βιογραφία των ανθρώπων, δεσπόζει η γλαφυρή και ολοζώντανη περιγραφή της Κεφαλονιάς, που λάτρευε ο Αυλάμης, με τη φυσική ομορφιά της, τις ιδιαιτερότητες της ψυχοσύνθεσης των κατοίκων της, τη ντοπιολαλιά της, την μαγειρική της, τα κυνήγια και τα τσιμπούσια με τις καντάδες και τα αστεία των φίλων του, τη διαρκή ιατρική φροντίδα των κατοίκων που πρόσφερε μεγαλόψυχα, το σεβασμό και την αγάπη που έτρεφαν γι’ αυτόν οι συντοπίτες του.
Ένα άλλο πολύ όμορφο κομμάτι της αφήγησης είναι η περιγραφή της Αθηνάς για τη θητεία της στο αγροτικό ιατρείο της Αγίας Θέκλης, οι ανθρώπινες σχέσεις στο χωριό, η λιτή και πραγματικά φτωχική συνθήκη διαβίωσης, η στοιχειώδης άσκηση της ιατρικής σε συνθήκες που σήμερα φαντάζουν πρωτόγονες, είναι δοσμένες με εξαιρετική αφηγηματική δεξιότητα. Και ταυτόχρονα σκιαγραφείται μια προσωπικότητα εξαιρετικά ευαίσθητη, καλλιεργημένη και πνευματικά ανήσυχη της νεαρής γιατρού, που έγραφε και διάβαζε ποίηση ανάμεσα από τα ιατρικά συγγράμματα και ασκούσε το λειτούργημά της με αίσθηση ευθύνης και έγνοια για τον άνθρωπο. Ασθμαίνοντας γράφω για το βιβλίο, όπως ασθμαίνοντας το διάβασα, απολαμβάνοντας τη ροή και το αυθεντικό λογοτεχνικό του ύφος.
Ωστόσο ο χρόνος αλλάζει ρυθμό, όταν η Αθηνά αφηγείται την προσωπική σχέση της με τον Αυλάμη. Κι εδώ θα τονίσω πόσο σημαντική είναι αυτή ακριβώς η διαπίστωση‧ του αργού χρόνου στην αφήγηση καθώς ακολουθεί τον βιωματικό χρόνο. Η γέννηση ενός έρωτα εκείνη την εποχή ήταν μια διαδικασία στην οποία οι εμπλεκόμενοι αφιέρωναν χρόνο‧ κάτι που σήμερα σπάνια συμβαίνει. Οι άνθρωποι τότε, όταν αναγνώριζαν στον άλλο το άλλο τους μισό, επέτρεπαν στα αισθήματά τους να εκκολαφθούν, στην επιθυμία τους να σταθμιστεί, έδιναν εκατέρωθεν τη δυνατότητα να εμπιστευτούν, να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο, να κατακτηθούν, να παραδοθούν στην ερωτική νομοτέλεια με αίσθημα ευθύνης και με στόχο ένα κοινό μέλλον με διάρκεια και ποιότητα. Στο σημείο αυτό της αφήγησης η γραφή βραδύνει το ρυθμό της, επιτρέποντας στην συγγραφέα να απολαύσει την ευεργεσία της μνήμης της αλλά ταυτόχρονα μεταδίδοντας συγκίνηση και στον αναγνώστη.
Η εποχή μας μόνο να ζηλέψει μπορεί -με λίγες εξαιρέσεις πιστεύω- αυτό που έζησαν ο Γιώργος Αυλάμης και η Αθηνά Γεωργακάκου ως προσωπική ιστορία ανθρώπινης σχέσης ζευγαριού, που φυσικά μακροημέρευσε ως οικογένεια με τρία παιδιά και τώρα -αν και μόνο για την Αθηνά πια- με τρία εγγόνια.
Η επαγγελματική πορεία του Γιώργου Αυλάμη ως γιατρού είναι ένα από τα σημαντικά κομμάτια του βιβλίου για δύο λόγους. Πρώτον επειδή θεωρείται ένας χειρουργός, που πέρασε από το ιατρικό στερέωμα ως κορυφή δεξιότητας και υπόδειγμα αφοσίωσης στο λειτούργημα. Χαρακτηριστικά θα πω ότι πολλά αποτυχημένα χειρουργεία από όλες τις περιοχές της Ελλάδας κατέληγαν για διορθωτική επέμβαση στα χέρια του. Επίσης, όσοι μαθήτευσαν δίπλα του -και ήταν πολλών νέων χειρουργών εμμονή να το καταφέρουν- τον θαυμάζουν απεριόριστα και ως δάσκαλο. Τρίτον κανείς δεν βρέθηκε να πει ότι ο Αυλάμης αξιοποίησε την φήμη του για να εκμεταλλευτεί τους ασθενείς που τον εμπιστεύονταν.
Υπάρχει και μια άλλη πτυχή, που μέσα από την επαγγελματική πορεία του Αυλάμη αποκαλύπτεται, κι αυτή αφορά το πώς και πόσο η πολιτειακή συνθήκη της Ελλάδας δεν μπορούσε να εξασφαλίσει σε έναν δημόσιο λειτουργό τέτοιας αναγνωρισμένης αξίας την ανταπόδοση που του οφείλει. Ο Αυλάμης δεν έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου ούτε διευθυντής κλινικής σε μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο, επειδή κάποιος «ημέτερος» έπρεπε να προτιμηθεί ή επειδή η συμμετοχή του στην εθνική αντίσταση δεν συνιστούσε θετική πολιτική σκευή.
Βρέθηκα στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στις 9 Ιανουαρίου του 26 και η αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στην οδό Ακαδημίας ήταν γεμάτη γιατρούς, άνδρες και γυναίκες, κάποιας ηλικίας. Ήταν συγκινητική η προσέλευση τόσων συναδέλφων του και ήταν συγκινητικά τα όσα ακούστηκαν από τους επίσης συναδέλφους και νεώτερους του Αυλάμη ομιλητές, όπως και του γιου του Παύλου, που είναι καθηγητής φιλολογίας στο King’s College London, και της Αθηνάς Γεωργακάκου Αυλάμη. Ήταν μια παρουσίαση αντάξια του βιβλίου και του προσώπου που κυριαρχεί στις σελίδες του. Είναι παρηγορητικό να ακούει κανείς τόσο επαινετικά λόγια για έναν σπουδαίο άνθρωπο, όταν ο ανταγωνισμός είναι μια μάστιγα σε πολλά περιβάλλοντα σήμερα και είναι μια συνθήκη, που δεν ωφελεί καμιά επιστήμη, καμιά τέχνη, καμιά ποιότητα.
Θα κλείσω, για την επίγευση, με μια ανέκδοτη ιστορία που μας αφηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ο καθηγητής, επίσης χειρουργός, Διονύσης Βώρος μετά το τέλος των ομιλιών.
Όταν χειρουργούσε στο Ιπποκράτειο, τα μεταπολεμικά χρόνια, υπήρχε ένας κλητήρας, ο Γιάννης. Κάποια στιγμή η γυναίκα του έπρεπε να χειρουργηθεί και, φυσικά, την πήγε στον καλύτερο: τον Αυλάμη. Η γυναίκα ανάρρωσε, όλα καλά. Ο Γιάννης κυνηγούσε, ωστόσο, τον Αυλάμη όπου τον έβλεπε: «Γιατρέ θέλω να σε εδώ στο γραφείο σου, γιατρέ πες μου πότε μπορώ να σε δω…» «Γιάννη, μια χαρά δεν είναι η γυναίκα σου, τι να με δεις… πες μου … τι είναι;». Επέμενε ο Γιάννης ώσπου ενέδωσε ο Αυλάμης και τον φώναξε στο γραφείο του. «Άκου γιατρέ» του λέει. «Δε μπορώ να το κρατάω άλλο στην ψυχή μου. Εμένα με διόρισαν εδώ για να δίνω στην ασφάλεια πληροφορίες ειδικά για σένα και να μη φαίνομαι. Αλλά μην ανησυχείς. Λέω ότι πας στο σπίτι σου μετά το χειρουργείο και όταν πας στο καφενείο -ούτε που το ήξερε ο Αυλάμης το συγκεκριμένο καφενείο που του ανέφερε- παίζετε χαρτιά με τους φίλους σου και μιλάτε για γυναίκες και κυνήγια».
Επίλογος
Ένα καλό βιβλίο έχει πολλές φανερές αρετές που το καθιστούν αξιανάγνωστο. Πάντα όμως υπάρχει και κάτι σαν το κρυφό του άρωμα, που λειτουργεί για κάθε αναγνώστη εξατομικευμένα. Εγώ, διαβάζοντας το βιβλίο της Αθηνάς, διέκρινα μια αλήθεια που με ανακούφισε. Ότι σ’ αυτόν τον κόσμο που «δεν θ’ αλλάξει ποτέ», όπως λέει το τραγούδι του Κεμάλ, περνούν άνθρωποι προικισμένοι που, προσφέροντας τον εαυτό τους γενναιόδωρα, αλλάζουν τον μικρόκοσμό μας και τον κάνουν καλύτερο. Οι άνθρωποι αυτοί καταγράφονται στη συλλογική μας μνήμη ως φορείς προσδοκίας για το μέλλον.
Ελπίζω η Αθηνά να γράψει κι άλλο βιβλίο. Θα εκπλαγώ αν δεν το κάνει…
Κατίνα Βλάχου
