ΕΛΙΕΣ
Ο δρόμος τραβά στα γκρεμνά,
εκεί που γονατίζει το χορτάρι
και φαντάσματα από άγρια ελιά,
τα κέρατά τους ακουμπισμένα στις πέτρες,
παγωμένα σαν κοπάδι ελαφιών.
Παράξενο πως ζω ακόμα,
Ανάμεσα σε τόσους τάφους και παραισθήσεις.
Φυλάγω τις βραδινές ώρες
και τα γκρίζα φυλλώματα πάνω μου.
Σκέπη μου ο ουρανός του φθινοπώρου τις ώρες.
Τα όνειρά μου δεν τα θυμάμαι
και δεν αξίζω τα δάκρυά σου.
Πολύ καιρό πριν, έσβησε το πέρασμά σου,
στις πέτρες χάθηκε το κάλεσμά σου.
Και κάπου η μοίρα μου κρύβει
τα κλειδιά δίπλα στης στέπας τη φωτιά,
και ακόλουθος της ως το πρωί
μ’ ένα κόκκινο πουκάμισο με καρτερά.
Κρύβει τα κλειδιά με μοιρολόγι τραγουδά,
πως το τραγούδι είναι αδελφικό
και ήρθε η ώρα να ετοιμαστούμε για φευγιό.
Γκρίζες ελιές, κέρατα,
βάλτε τα στους ώμους μου τώρα,
βάλτε τα , σαν σε πέτρες :
Άγια κούνια μου έγινε,
η γη με κηδείες και θανάτους.
Το ποίημα «Ελιές», γραμμένο το 1958, είναι αφιερωμένο στην Μαρίνα Τβετάγιεβα, τον τελευταίο έρωτα του ποιητή. Η εικόνα του δέντρου και του καρπού μιλάει για την πικρία, την αντοχή και την μοίρα της ποιήτριας, μοίρα άμεσα συνδεδεμένη με την ιστορική μνήμη. Ο Ταρκόφσκι δεν θέλησε να το δημοσιεύσει όσο ζούσε. Το ίδιο συνέβει και με άλλα ποιήματά του, που δεν συμπεριλήφθηκαν στην πρώτη ποιητική έκδοσή του το 1962, αλλά παρέμειναν στα χειρόγραφα.
