You are currently viewing Λίζα Διονυσιάδου: Τρία χρόνια

Λίζα Διονυσιάδου: Τρία χρόνια

Υπάρχει μια, σχεδόν άγνωστη, νουβέλα του Τσέχοφ, δημοσιευμένη για πρώτη φορά το 1895, με τίτλο «Τρία χρόνια». Είναι μια ιστορία για την μεταμόρφωση της ψυχής που μπορεί να συμβεί σε αυτό το διάστημα, μέσα από την καθημερινή ρουτίνα και την μονοτονία της ύπαρξης. Μέσα σε τρία χρόνια, οι ήρωες, μετά τον γάμο τους, που έγινε χωρίς έρωτα, περνούν από τις εγωιστικές επιθυμίες τους  για μια αγάπη που μοιάζει ανύπαρκτη, στην κατανόηση της αξίας των απλών καθημερινών πραγμάτων, στην αποδοχή της ζωής όπως είναι και όχι όπως την είχαν φαντασθεί και την αναζήτηση της γαλήνης στα καθημερινά συνηθισμένα πράγματα. Μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια, κατέρρευσαν όλες οι ψευδαισθήσεις και των δύο. Κάποια συναισθήματα πέθαναν, άλλα όμως γεννήθηκαν.

Η πραγματικότητα ήταν πάντα εκεί με την μορφή της καθημερινής μονοτονίας. Εκείνο που απουσίαζε ήταν η αποδοχή της καθώς και η παραίτηση από τον αγώνα για μια απατηλή ευτυχία. Αυτή η εσωτερική απελευθέρωση είναι απολύτως ικανή να οδηγήσει στην γαλήνη. Η ζωή παύει να είναι ένας τελικός στόχος και βιώνεται σαν μια ατέλειωτη διαδικασία που οδηγεί σε έναν αμοιβαίο σεβασμό, και, γιατί όχι στην αγάπη.

Σε αντιδιαστολή με την ματιά του Τσέχοφ, ένας Γάλλος συγγραφέας, ο Μπεγκμεντέ, με βιβλίο του «Ο έρωτας κρατάει τρία χρόνια», γραμμένο το 1997, μας παρέδωσε μια μοντέρνα ερωτική ιστορία, χαριτωμένη, ανάλαφρη και ταυτόχρονα πικρή κι απελπισμένη. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο έρωτας κρατάει τρία χρόνια.  Αυτή η άποψη είναι αποκλειστική απόφαση των ορμονών μας. Άλλωστε, όπως λέει και ο κεντρικός ήρωας του έργου -που δεν είναι παρά το alter ego του ίδιου του Μπεγκμεντέ-, «Στους 558 τύπους ανθρώπινων κοινωνιών, μονάχα το 24% είναι μονογαμικές. Τα περισσότερα ζωικά είδη είναι πολυγαμικά.  Γι’ αυτό και το ερωτικό γαϊτανάκι δεν σταματάει ποτέ.
Ο έρωτας κρατάει τρία χρόνια
Ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι ένα αστείο σχόλιο πάνω σε αυτό το θέμα.
Ο ήρωας, Μαρκ Μαρρονιέ, βλέπει τον γάμο του να διαλύεται μετά από τρία χρόνια, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία του ότι ο έρωτας φθίνει μετά τον πρώτο χρόνο (πάθος), τον δεύτερο (τεντωμένα νεύρα) και τον τρίτο (βαρεμάρα).

Όπως κι αν έχει, τα τρία χρόνια αποτελούν ένα κομβικό σημείο για τις σχέσεις, καθώς σηματοδοτούν το πέρασμα στην πραγματικότητα.

Ίσως όχι τυχαία, ο δικός μας Γούναρης τραγούδησε τα τρία χρόνια που πέρασαν δίχως να την ανταμώσει. Πικρός ο χωρισμός που εμπόδισε την αγάπη να ανθίσει.

 

Ξαναγυρνώ όμως στον Τσέχοφ:

Έχουμε κατ’ αρχάς έναν συμβολισμό.

Ο Τσέχοφ χρησιμοποιεί το διάστημα των τριών ετών για να δείξει τη σταδιακή και «αδιόρατη» μεταμόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων και του χαρακτήρα των ηρώων .

Ο γάμος, με την ψυχολογία του οποίου ασχολήθηκαν πολλοί διανοητές,

αναλύεται από την ευαίσθητη γραφή του Τσέχοφ αριστοτεχνικά.

Η  σχέση του Λάπτεφ και της Γιούλια, δείχνει πώς ένας γάμος χωρίς έρωτα μπορεί να εξελιχθεί σε μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού ή παραίτησης μέσα από την καθημερινή τριβή.

Από την άλλη, δεν θα μπορούσε η σκέψη του Τσέχοφ να μην αγγίξει και την κοινωνική αλλαγή της εποχής.  Το έργο θεωρείται ένα «μυθιστόρημα της ζωής στη Μόσχα», που αποτυπώνει την παρακμή της τάξης των εμπόρων και τις απογοητεύσεις της ρωσικής διανόησης στα τέλη του 19ου αιώνα.

Πέρα από όλες τις λογοτεχνικές αναφορές στην εικόνα των ανθρώπινων σχέσεων μέσα σε τρία χρόνια, υπάρχουν και τα γνωστά και οικεία σε όλους μας παραμύθια. Οι ήρωες τους συχνά  καλούνται να φέρουν σε πέρας μια αποστολή ή να περιμένουν μια λύτρωση (όπως ένας βαθύς ύπνος) που διαρκεί τρία χρόνια, συμβολίζοντας τη μετάβαση σε μια νέα κατάσταση ύπαρξης.

Στην Ελληνική παράδοση ο αριθμός τρία, ως χρόνια ή ως προσδιορισμός, συχνά ταυτίζεται με το μοιραίο ή με την ολοκλήρωση μιας δοκιμασίας. Στα τραγούδια της ξενιτιάς για παράδειγμα, τα τρία χρόνια αναφέρονται ως η περίοδος της απουσίας, πριν η αναμονή γίνει αβάσταχτη ή πριν ο ξενιτεμένος θεωρηθεί χαμένος.

Η χρήση της περιόδου των «τριών χρόνων» δεν είναι τυχαία, καθώς ο αριθμός 3 θεωρείται παγκοσμίως (και ειδικά στην ελληνική παράδοση) ο αριθμός της πληρότητας και της τελείωσης (Φιλοσοφική Λίθος).

Στις λαϊκές παραδόσεις και τα παραμύθια, το «τρία» αντιπροσωπεύει τις τρεις δοκιμασίες που πρέπει να περάσει ο ήρωας για να αποδείξει την ολοκλήρωση μιας δοκιμασίας . Έτσι, τα τρία χρόνια είναι το διάστημα που απαιτείται για να θεωρηθεί μια προσπάθεια (ή ένα βάσανο) ολοκληρωμένο. Αν κάτι αντέξει τρία χρόνια, θεωρείται πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός.

Στην ψυχολογία του δημοτικού τραγουδιού και του ρεμπέτικου, τα τρία χρόνια λειτουργούν ως το «σημείο καμπής».

Στην ξενιτιά: Είναι ο χρόνος που η ελπίδα της επιστροφής αρχίζει να φθίνει.

Στη φυλακή: Είναι η περίοδος που ο κρατούμενος παύει να είναι «νέος» και γίνεται «παλιός», έχοντας πλέον εμπεδώσει τη μοναξιά του.

Ο αριθμός 3  στην θρησκευτική παράδοση, συνδέεται άρρηκτα με την Αγία Τριάδα και την τριήμερη Ανάσταση . Στη λαϊκή αντίληψη, η επανάληψη μιας πράξης τρεις φορές (ή η διάρκεια τριών ετών) προσδίδει μια «μαγική» ισχύ που επικυρώνει την αλλαγή της κατάστασης (από τη ζωή στον θάνατο, από την αναμονή στη λύτρωση).

 Λογοτεχνικά, τα τρία χρόνια προσφέρουν την τέλεια δομή: (Αρχή, μέση, τέλος).

Πρώτος χρόνος: Η αρχή της δράσης/πόνου.

Δεύτερος χρόνος: Η κορύφωση της δοκιμασίας.

Τρίτος χρόνος: Η κατάληξη (θάνατος, επιστροφή, ή οριστική παραίτηση).

Στον  Όμηρο  τα τρία χρόνια αποτελούν το μέγιστο διάστημα που μπορεί ένα ψέμα ή ένα τέχνασμα να μείνει κρυφό. Το τέταρτο έτος φέρνει πάντα την αποκάλυψη και την κρίση (Πολιτιστική Πύλη Θράκης).

Είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να αποδειχθεί αν η πίστη της Πηνελόπης είναι ακλόνητη. Μετά την τριετία, η κοινωνική πίεση γίνεται πλέον αβάσταχτη, οδηγώντας στην κορύφωση του δράματος.

Ο Όμηρος συχνά συνδέει τις τριετείς περιόδους με κύκλους σοδειάς ή θυσιών, προσδίδοντας μια τελετουργική χροιά στο πέρασμα του χρόνου (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας).

 

Θα μπορούσα να αναφέρω και την σημασία των τριών χρόνων στην πολιτική, όπου τα τρία χρόνια κατά κανόνα καθορίζουν την συνέχεια της διακυβέρνησης ή την αλλαγή της , με τις εκλογές που είθισται να γίνονται στον τέταρτο χρόνο, αλλά προτιμώ να παραμείνω στην περισσότερο ανθρώπινη πλευρά της σημασίας του χρονικού διαστήματος «τρία χρόνια», καθώς τα τρία πουλάκια που κάθονταν  στο γνωστό  κλέφτικο τραγούδι (μοιρολόι) περιγράφουν  συμφορές.

 

 

Λίζα Διονυσιάδου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λίζα Διονυσιάδου

Η Λίζα Διονυσιάδου γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Σοβιετική Μόσχα και εργάσθηκε σε Αθήνα και Πειραιά. Ασχολείται με την λογοτεχνική γραφή τα τελευταία είκοσι χρόνια. Έχει εκδώσει ποιήματα (ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ), μικρές ιστορίες (ΡΟΕΣ) και μυθιστορίες (ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ).

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.