Φόρεσε ένα ζευγάρι καλά παπούτσια, μάζεψε πίσω τα μαλλιά της με μια κόκκινη κορδέλα και με τον συνοδό της πήγε σ’ ένα μπαρ και το ‘ριξε στο ουίσκι για να πάρει θάρρος και να καυγαδίσει μ’ αυτόν που είχε γράψει σε κάποιο φοιτητικό λογοτεχνικό περιοδικό, πως η Πλαθ ήταν «απάτη». Το μόνο που τον έσπρωξε σε μια τέτοια υβριστική επίθεση ήταν ότι δεν συμπαθούσε αυτός κι η παρέα του το επιτηδευμένο ύφος των ποιημάτων της. Βρήκε τον απορριπτικό κριτικό της και προτίμησε να μην του πει τίποτα, γιατί από την εξωτερική του εμφάνιση, που ήταν το απόλυτο κριτήριό της για τους άντρες ήταν ασήμαντος και χλομός. Σε μια άκρη της αίθουσας εντόπισε έναν ευπαρουσίαστο νεαρό και πληροφορήθηκε πως ήταν απόφοιτος του Κέιμπριτζ. Εκείνη τη στιγμή αγνοούσε το όνομά του. Εκείνο που δεν μπορούσε να φανταστεί ήταν ότι θα συνδεόταν μαζί της με περισσότερους από έναν τρόπους.
Ο Τεντ Χιούζ ήταν Άγγλος κι εκείνη Αμερικανίδα. Έγραφε κι αυτός ποιήματα που εκείνη είχε καταβροχθίσει πριν την πρόσκληση στο πάρτι.
Φωνάζοντας για ν’ ακουστεί, επειδή η μουσική έπαιζε δυνατά, η Πλαθ πλησίασε τον Χιουζ που είχε εντοπίσει στην άλλη άκρη της σάλας την ίδια στιγμή που κι αυτός έκανε το ίδιο. Του απήγγειλε ένα ποίημά του κι αυτός τη ρώτησε αν της άρεσε. Η σκηνή έμοιαζε να ήταν βγαλμένη από έργο του Σαίξπηρ. Ζήτησε συγγνώμη εκ μέρους της παρέας του περιοδικού, με την οποία συμφωνούσε κι ο ίδιος και την οδήγησε σε κάποιο ήσυχο δωμάτιο για να κουβεντιάσουν πίνοντας. Τη φίλησε βίαια κι αυτή τον δάγκωσε στο μάγουλο. Της άρπαξε την κόκκινη κορδέλα από τα μαλλιά της κι εκείνη έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο χωρίς τα σκουλαρίκια της που της τα είχε αρπάξει κι αυτά. Αυτή η άγρια ερωτική σκηνή σφράγισε τη μοιραία γνωριμία τους. Θα παντρευόντουσαν λίγους μήνες αργότερα και θα ζούσαν μαζί έξι χρόνια καθόλου αδιατάρακτα, αλλά γεμάτα ποίηση και έρωτα.
Η πρώτη αυτή συνάντηση στόλισε το μάγουλο εκείνου με μια ουλή από τη δαγκωματιά της κι εκείνης μια αντίστοιχη κάτω από το δεξί της μάτι. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Σύλβια είχε γνωρίσει τον κεραυνοβόλο έρωτα – που ο Χιούζ απέδιδε στο σύμπαν.
Το αίμα που προτού το καταλάβουν,
έκανε τις τρίχες τους να σηκωθούν
Αυτός ο οιονεί πρωτογονισμός της πρώτης τους συνάντησης ήταν ως φαίνεται στο DNA του καθενός τους αλλά και της ποίησής τους. Ο Χιούζ ήταν δειλός και ντροπαλός, κάτι που έκρυβε πίσω από τη σαγήνη του λόγου του. Η Πλαθ εντυπωσιάστηκε από το παρουσιαστικό του και έγραψε στο ημερολόγιό της: «Αυτός ο μεγαλόσωμος μελαχρινός κούκλος, ο μόνος αρκετά πελώριος για μένα».
Η Πλαθ ήταν λεπτή, με ύψος 1,70, με καλές αναλογίες κι έγραφε στην κάμερα όπου η ευεξία της δεν ήταν δυνατόν να αποτυπωθεί. Είχε πρόβλημα με τη μύτη της που τη θεωρούσε χοντρή και πλακουτσωτή, επιρρεπή σε ιγμορίτιδες που άφηναν αποκρουστικές πηχτές μύξες. Δοκίμαζε τον αέρα με τη γλώσσα κι όταν αγχωνόταν δάγκωνε τα χείλη της. Σε γενικές γραμμές όμως είχε καλή γνώμη για την εμφάνισή της και τους σκληρούς της μύες και καμάρωνε για την επίδοσή της στο αθλητικό σεξ. Κάποιοι θεωρούσαν πως διέθετε περισσότερη ορμή παρά χάρη και θηλυκότητα.
Το Φεβρουάριο του 1956 δύο στόχους είχε στο Ημερολόγιο Εγώ, όπως το είχε ονομάσει. Ο ένας ήταν να ερωτευθεί, ο άλλος να γίνει συγγραφέας.
«Είναι ανώφελο να προσπαθείς να συλλάβεις τη ζωή», γράφει, «αν δεν κρατάς σημειώσεις». Θεωρεί πως οι λέξεις: έκρηξη, ξέσπασμα, σπάσιμο, άνεμος και πείνα αποτελούν γι αυτήν τους εναλλακτικούς όρους για τη λαγνεία και τη συγγραφή. Θεωρεί πως και τα δύο είναι βίαια και απαιτούν αντοχές.
«[…] Έχω ισχυρές σωματικές, πνευματικές και συναισθηματικές δυνάμεις που πρέπει να βρουν διεξόδους».
Νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, όπου υπέστη ψυχιατρική θεραπεία για κατάθλιψη, μετά από μια παραλίγο επιτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Η εμπειρία της αυτή αποτέλεσε το έναυσμα για το μυθιστόρημα που εξέδωσε χρόνια αργότερα με τον τίτλο ο Γυάλινος Κώδων, στο οποίο γράφει για τη θεραπεία με ηλεκτροσόκ που υφίσταται η ηρωίδα της.
Αφού βγήκε από το νοσοκομείο τον Αύγουστο του 1953, ένιωσε μια γενική αποδιοργάνωση: δεν μπορούσε να φάει, να κοιμηθεί, να διαβάσει. Είναι πιθανό να είχε οικογενειακή προδιάθεση γι αυτήν την αρρώστια.
Η γνωριμία με τον Χιούζ της είχε αφήσει εκτός από την ουλή στο μάγουλο και μια έντονη ψυχική αναστάτωση.
Παρόλα αυτά κατάφερε να επιστρέψει στις σπουδές της. Άρχισε μάλιστα να γράφει ένα ποίημα που ονόμασε Καταδίωξη:
Πεινασμένοι, πεινασμένοι αυτοί οι τεντωμένοι μηροί…
Κι εγώ τρέχω σελαγίζοντας το δέρμα μου
Ένα μήνα μετά την πρώτη επεισοδιακή γνωριμία τους, συνάντησε ξανά τον Χιούζ στο Λονδίνο. Φιλήθηκαν παθιασμένα και πέρασαν κρυφά από τη ρεσεψιόν καταλήγοντας ξαναμμένοι στο δωμάτιο της Πλαθ.
«Μπήκαν σ’ ένα βαρέλι μαζί πάνω από κάποιον Νιαγάρα».
«Μια ξάγρυπνη νύχτα σαν Ολοκαύτωμα».
Τους κατείχε ένα αίσθημα φυγής από τους αναγνώστες της υψηλής λογοτεχνίας και ήθελαν να ακολουθήσουν τον τρόπο ζωής των αυτοεξόριστων συγγραφέων, όπως ο Τζόυς, ο Ντ, Χ. Λώρενς, ο Χέμινγουαίη.
Η Πλαθ γνώριζε πολύ καλά πόσο επαρχιώτισσα ήταν ζώντας στα αμερικανικά προάστια. Ήθελε λοιπόν να ταξιδέψει σε μια χώρα του Νότου ή σε μια γερμανόφωνη χώρα για να γνωρίσει τη γλώσσα των γονιών της.
Περιηγήθηκε στην Κυανή Ακτή πάνω σ’ ένα σκούτερ κι εγκατέλειψε κάθε αυτοσυγκράτηση, επιζητώντας να ζήσει στ’ άκρα. Στην Ευρώπη ένιωθε πως ήταν κοντά στα θέατρα του Λονδίνου και στα ρεύματα που ανθούσαν στην εποχή της καθώς και στους ανθρώπους που τα αντιπροσώπευαν. Επιθυμούσε να πετάξει από πάνω της την ετικέτα του κολεγιοκόριτσου και να ζήσει, έστω για λίγο, μποέμικα. Ο στόχος της ήταν να παντρευτεί έναν καλλιεργημένο άντρα έτοιμο να φτιάξει μια οικογένεια μαζί της και ν’ ανθίσει το ποιητικό της ταλέντο πλάι στο δικό του. Αυτός ήταν για κείνη ο Χιούζ.
Η Πλαθ είχε μια τραυματική σχέση για δύο ολόκληρα χρόνια μ’ έναν αριστοκράτη εραστή που προωθούσε το έργο της, αλλά μάλλον δεν ήθελε να παντρευτεί.
Ο θάνατος του πατέρα της στα οκτώ χρόνια της είχε αφήσει ένα αίσθημα εγκατάλειψης από το οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει κάνοντας πολλές γνωριμίες με άντρες που εκείνη εγκατέλειπε.
Στα 16 της χρόνια έγραψε ένα ποίημα γι αυτό το σύνδρομο της εγκατάλειψης με τίτλο: «Η Αριάδνη που εγκατέλειψε ο Θησέας», στο τέλος του οποίου γράφει: «τα μικρά κύματα σπάζουν/ πράσινο γυαλί, πνιγμένο στον αφρό […] γιατί στέκεσαι και ακούς μόνο τους λυγμούς του ανέμου πάνω στην άμμο».
Η Σύλβια και ο Τεντ είναι πλέον παντρεμένοι. Η σύγκρουση των δύο Εγώ υπήρξε μια πρόκληση που έμενε ανοιχτή. Ο αρχικός παθιασμένος τους έρωτας είχε το πιο καταστροφικό τέλος. Το ζευγάρι είχε λίγα χρήματα και υψηλές φιλοδοξίες. Κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος στην Ισπανία έμαθαν με ποιους τρόπους μπορούν να κάνουν ο ένας τον άλλον δυστυχισμένο.
Η Πλαθ υποψιαζόταν ότι ο Χιούζ την απατούσε και πήρε το βιβλίο με τα έργα του Σαίξπηρ και το έκανε κομμάτια. Ο Χιουζ θεωρούσε πως η ανακάλυψη της σχέσης του ήταν «η μοιραία σφαίρα που την βύθισε στην απελπισία». Φυσικά δεν ήταν καθημερινά σε σύγκρουση. Μαγείρευαν –κυρίως η Πλαθ – που είχε αποκτήσει εμμονή με τη μαγειρική, πιστεύοντας πως αυτό τη βοηθούσε να μπει στο ρόλο της καλής συζύγου. Υπερηφανευόταν πως είχε ζήσει πολλά και είχε γίνει σοφή. Από κοντά διάβαζε και τα φεμινιστικά κείμενα της Βιρτζίνια Γουλφ.
Έγραφαν ένα τετράωρο την ημέρα κι όταν απόκτησαν παιδιά μοίραζαν το χρόνο τους στα δύο.
«Ο πέτρινος άντρας έφτιαξε σούπα.
Η φλεγόμενη γυναίκα την έφαγε». Γράφτηκε με αφορμή μια τροφική δηλητηρίαση στην οποία τη φρόντισε ο Χιούζ.
Σε κάποιο ποίημα η Πλαθ για να ξεφύγει από τις δυσλειτουργίες της σχέσης της, φαντάζεται ένα άλλο ζευγάρι που καθρεφτίζεται σε μια λίμνη και ενσαρκώνει εντελώς αντίθετους ρόλους, σ’ ένα ψυχόδραμα γεμάτο λογομαχίες, καυγάδες και αποξένωση: «με το ένα χέρι θέλει να τη φέρει κοντά, αλλά εκείνη αποφεύγει το άγγιγμά του, η διάθεσή του είναι μελαγχολική. Βλέποντάς την να παγώνει αποστρέφει το πρόσωπό του».
«Ονειρευόμαστε την τελειότητα και ήμασταν… ο παράδεισος που ονειρεύτηκαν αυτοί οι δύο σε απόγνωση».
Τα ποιήματα έρεαν, κυριολεκτικά, από τα δάχτυλα της Πλαθ και μέσα σε 6 εβδομάδες έγραψε το ένα τρίτο της πρώτης της συλλογής Ο Κολοσσός και άλλα ποιήματα.
Σημαντικό επίτευγμα αποτελούσε η τολμηρή αντιμετώπιση του νευρικού κλονισμού της Πλαθ σ’ ένα της ποίημα με τίτλο: Ποίημα για τα γενέθλια.
Η Πλαθ ήταν βέβαια ψυχωτική. Τ΄ όνομά της απαντάται συχνότατα στα ευρετήρια ψυχιατρικής λογοτεχνίας ως παράδειγμα μελέτης. Χαρακτηρίζεται ως ‘αμφίθυμη’ και ‘σχιζοειδής προσωπικότητα’ με ‘κυρίαρχα καταθλιπτικά γνωρίσματα’.
«Νιώθω ότι είμαι τρελή όπως κάθε συγγραφέας πρέπει να είναι».
Θεωρούσε ότι τη διαπερνούσαν δύο αντίθετα ηλεκτρικά ρεύματα, χαρούμενα θετικά και απεγνωσμένα αρνητικά που εξουσιάζουν τη ζωή της.
Μετακόμισαν από την Αμερική στην Αγγλία κι έζησαν μια δύσκολη ζωή. Δεν είχαν καιρό για να γράψουν. Η Πλαθ έγραφε σε μια τάβλα από φτελιά – ξύλο που χρησιμοποιούν στα φέρετρα.
Ένα πορτραίτο της Πλαθ από τον Χιούζ:
Σκύβεις πάνω του σε κατάσταση ευφορίας
Σα ζώο που μυρίζει τον άγριο άνεμο
Ακούγοντας τα δικά σου βάσανα
Το 1957 η Πλαθ ολοκληρώνει τις σπουδές της στο Κέιμπριτζ και παίρνει θέση λέκτορα στο κολλέγιο Σμιθ. Ζουν με υποτροφίες που τους εξασφαλίζουν χρόνο για να γράφουν. Ενώ βάζουν χρήματα στην άκρη για να ταξιδέψουν. Ως τον χωρισμό τους, το 1962, είχαν καθιερωθεί ως συγγραφείς και ζούσαν αποκλειστικά από αυτό.
Διαβάζοντας το ημερολόγιό της που διακόπτεται απότομα το 1959 παρακολουθούμε το πορτραίτο μιας γυναίκας από μια γυναίκα που εξελίσσεται σε συγγραφέα.
«Έχω βιώσει την αγάπη, τη θλίψη, την τρέλα και, αν δε μπορώ να προσδώσω νόημα σ’ αυτές τις εμπειρίες, καμιά καινούργια εμπειρία δε θα με βοηθήσει». Αποτύγχανε συνεχώς στη συγγραφή μυθιστορήματος οποιουδήποτε είδους ώσπου έγραψε το μοναδικό της μυθιστόρημα Ο Γυάλινος Κώδων.
Είναι καυστική απέναντι στους μυθιστοριογράφους, αλλά κάποια στιγμή εξομολογείται στο ημερολόγιό της: «Κρυφή αμαρτία: ζηλεύω, ποθώ, λαχταρώ – χαμένη, με κόκκινα τακούνια, κόκκινα γάντια, μαύρο μακρύ παλτό, βλέπω την εικόνα μου ν’ αντανακλάται στις βιτρίνες, στα παράθυρα των αυτοκινήτων, μια ξένη, με πιο έντονη όψη από αυτή που ήξερα».
Στα μαθήματα δημιουργικής γραφής του Ρόμπερτ Λόουελ η Πλαθ δεν εύρισκε ενδιαφέρον, αλλά συνάντησε την Αν Σέξτον με την οποία έβγαινε μετά το μάθημα. Είχε παρόμοια ψυχιατρικά προβλήματα με την Πλαθ, αλλά άλλο χαρακτήρα. Η Πλαθ αναφέρει πως η Σέξτον είχε «την υπέροχη και ζηλευτή απλότητα ενός ατόμου που… δεν ονειρεύτηκε ποτέ τον εαυτό της ως γεννημένη συγγραφέα». Η Πλαθ κατονόμαζε ως μοναδική αντίπαλό της τη Βιρτζίνια Γουλφ: «Ποιά είναι η φωνή μου; Σαν της Γουλφ, αλίμονο, αλλά σκληρή. Παρακαλώ, ας είναι σκληρή».
Ο Άριελ αν και ξέρουμε πως είναι το πνεύμα του καλού στον Σαίξπηρ, «εδώ είναι το άλογο της συγγραφέως», υποστηρίζει ο Λόουελ.
Σχεδόν καθαρή συγκίνηση μπορεί ν’ αντέξει τον «Θεό, τη μεγάλη στάση στην κενή του νύχτα», τον πυρετό […] αξιοπρεπή αγγλικά, κυπαρίσσια, η σελήνη, η μαύρη μπότα, λουλούδια με στόματα σαν πληγές […] αυτοκτονία, μίσος για τον πατέρα της , μίσος για τον εαυτό της – τίποτα δεν είναι πάρα πολύ για το μακάβριο κέφι της πειθαρχίας της».
«Είχε ένα λύγισμα ιτιάς στο βάδισμά της, χαμηλή μέση, με αιχμηρούς αγκώνες», συνεχίζει ο Λόουελ, «νευρική, μ’ ένα νευρικό γέλιο, χαριτωμένη-μια λαμπερή τεταμένη παρουσία».
Ένας σκύλος γυμνάζοντας τα πόδια του σε γκάλοπ
Εκβιάζοντας ένα κοπάδι γλάρων ν’ ανατιναχτεί στην άμμο
Τ’ αχλάδια παχαίνουν σαν μικροί Βούδες
Το 1960 οι Χιούζ μετεγκαθίστανται από τη Βοστώνη στο Λονδίνο. Η Πλαθ ήταν κατενθουσιασμένη που μέσα σε μια μόλις εβδομάδα ο Βρετανός εκδότης Χάινεμαν δέχτηκε να εκδώσει την πρώτη ποιητική της συλλογή Ο Κολοσσός και άλλα ποιήματα:
Τριάντα χρόνια τώρα έχω προσπαθήσει
Να βγάλω τη λάσπη απ’ το στόμα σου
[…]
Ο ήλιος κάτω από το στύλο της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου έχουν παντρευτεί τη σκιά.
Δεν περιμένω ν’ ακούσω πια το γδάρσιμο μιας καρίνας
Στις απρόσωπες πέτρες της αποβίβασης.
Η Πλαθ τότε ήταν έγκυος στη Φρίντα που πρόλαβε έτσι να μπει στην αφιέρωση. Κι έκανε όνειρα για ηλιόλουστες διακοπές στην Ελλάδα. Ένα χρόνο αργότερα η Πλαθ ήταν πάλι έγκυος στο δεύτερο παιδί της. Το σπίτι τους ήταν πια ανυπόφορα μικρό. Αγόρασαν τελικά σπίτι στην επαρχία. Οικονομικά στηρίζονταν ακόμη στους γονείς τους.
Η Πλαθ έμαθε να είναι σύζυγος, τώρα ζει τη μητρότητα.
Η αγάπη είναι μια σκιά
Πώς ψεύδεσαι και κλαις γι αυτήν
Η Πλαθ νιώθει να απομακρύνεται συναισθηματικά από το σύζυγο της και βρίσκει διέξοδο στην ποίησή της. Μετά τη γέννηση του γιού της η Πλαθ σαν να ξυπνά από λήθαργο γράφει μια σειρά από πολύ καλά ποιήματα.
Έτσι κι αλλιώς, δώρα δεν θέλω φέτος.
Στο κάτω κάτω κατά λάθος είμαι ζωντανή.
Ευχαρίστως θα σκοτωνόμουν κείνη τη φορά, με κάθε δυνατό τρόπο.
Τώρα είναι αυτά τα πέπλα, σαν κουρτίνες τρεμολάμπουν
Ο κόσμος με μια στριγκλιά θ’ ανατιναχτεί, μαζί και το κεφάλι σου,
Ανάγλυφος, μπρούτζινος, μια ασπίδα αρχαϊκή [μτφρ. Έφη Φρυδά]
Είχε αρχίσει να κυριαρχεί στο σπιτικό τους μια μορφή αστάθειας όταν δέχθηκαν την επίσκεψη του ζεύγους Ντέιβιντ και Άσια Γουέβιλ για να περάσουν το Σαββατοκύριακο στην κατοικία τους στο Κορτ Γκρην.
Η Πλαθ αποχώρησε πρώτη από τη συντροφιά και φώναξε τον Χιούζ, αυτός όμως παρέμεινε με τους καλεσμένους και ως το επόμενο πρωί ο Χιούζ ήταν ερωτευμένος με την Άσια.
Οι διπολικές διαταραχές θετικές και αρνητικές επέστρεψαν την Άνοιξη μαζί με όμορφα ποιήματα. Ωστόσο η Σύλβια είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται τη σχέση που άρχισε να δημιουργείται ανάμεσα στον άντρα της και τη μοιραία επισκέπτρια, Άσια. Κι όταν κατάλαβε ότι επικοινωνούσαν και τηλεφωνικά ξερίζωσε το τηλέφωνο από τον τοίχο. Αμέσως μετά ο Χιούζ έφυγε για το Λονδίνο όπου πήγαινε πια συχνά. Η απομάκρυνσή τους είχε μεγαλώσει. Ο Χιούζ τίναξε το γάμο τους στον αέρα και υποσχέθηκε στην Άσια ότι θ’ αφήσει τη Σύλβια. Και το πραγματοποίησε.
Ο Χιούζ είχε φύγει από το σπίτι. Εκείνη είχε μείνει μόνη με τα παιδιά της. Σταμάτησε να τρώει κι άρχισε να καπνίζει και έπαιρνε υπνωτικά για να κοιμηθεί. Τα γράμματά της ήταν πονεμένα και γεμάτα εκδίκηση.
Για την Πλαθ η οργή της δεν προερχόταν από την εγκατάλειψη του Χιούζ αλλά από τον πολύ πρόωρο χαμό του πατέρα της. Το περίφημο ποίημα Μπαμπάς δεν είναι τυχαίο πως γράφτηκε μετά την οριστική αναχώρηση του Χιούζ, ο οποίος ήταν γι αυτήν ένα πατρικό υποκατάστατο.
Δεν κάνεις, δεν κάνεις πια
Άλλο, μαύρο παπούτσι
Μέσα στο οποίο έχω ζήσει σαν ένα πόδι
Για τριάντα χρόνια, φτωχό και άσπρο,
Μόλις τολμώντας ν’ αναπνεύσω ή να βγάλω Κιχ.
Μπαμπά, έπρεπε να σ’ έχω σκοτώσει.
Πέθανες πριν προλάβω-
Βαρύς σα μάρμαρο, μια σακούλα γεμάτη Θεό,
Εφιαλτικό άγαλμα μ’ ένα γκρίζο δάχτυλο του ποδιού
Μεγάλο σαν μια φώκια του Φρίσκο [μτφρ. Νανά Ησαΐα]
Είναι η στιγμή που η Πλαθ συμπληρώνει τα τριάντα και δολοφονεί συμβολικά όχι μόνο τον Μπαμπά αλλά και τη μητέρα της, πάλι μ’ ένα ποίημα που συγκρίνει την Ωρέλια Πλαθ με τη Μέδουσα.
Η Πλαθ ξανακερδίζοντας το χαμένο χρόνο και ανακτώντας την αυτοπεποίθηση της ξανάγινε κομψή, όπως ήταν νεώτερη.
Η Πλαθ θεωρούσε πως το μυθιστόρημά της ο Γυάλινος Κώδων, με θέμα την τρέλα, θα την καθιέρωνε σαν συγγραφέα δημοφιλών μυθιστορημάτων.
Είχε πια ολοένα αυξανόμενη οικονομική ανασφάλεια – ο Χιούζ δεν βοηθούσε με τη διατροφή – και της έλειπε ο χρόνος που είχε για γράψιμο, λόγω της φροντίδας των παιδιών.
Η παρατεταμένη κακοκαιρία που έπληξε το Λονδίνο εξάντλησε σωματικά και ψυχικά την Πλαθ και τα παιδιά που βασανίζονταν από υψηλούς πυρετούς, χωρίς καμιά βοήθεια από πουθενά. Σ’ αυτά προστέθηκε και το γεγονός της φτωχής ανταπόκρισης και της απαρέσκειας για τον Γυάλινο Κώδωνα. Η υποδοχή αυτή ωστόσο ήταν προσωρινή, καθώς μεταθανάτια θα εθεωρείτο βιβλιογραφική αναφορά στην κλινική κατάθλιψη. Αλλά εκείνη ήταν ψυχικά πολύ ταλαιπωρημένη που φοβόταν ότι θα κατέληγε μόνιμη τρόφιμος κάποιας ψυχιατρικής κλινικής και θα έχανε την επιμέλεια των παιδιών της. «Όλα καταστράφηκαν, διαστρεβλώθηκαν και διαλύθηκαν», έγραψε σε μια φίλη της. Αλλά τις καταγραφές του ημερολογίου της, τις έκαψε ο Χιούζ. Στο γιατρό της είχε γράψει: «Νιώθω το μυαλό μου να αποσαρθρώνεται πάλι». Αυτό το ‘πάλι’ την έπειθε για τη σοβαρότητα της αρρώστιας της.
Μια προοπτική επανασύνδεσης με τον Χιούζ καταστράφηκε σύντομα. Ίσως και επειδή η Πλαθ πίστευε ότι η φήμη του Χιούζ εμπόδιζε την δική της ανέλιξη. Πάντως δεν μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή της Πλαθ μέσα από τα καμένα ημερολόγιά της παρά μόνο τους ισχυρισμούς του Χιούζ. Έτσι η εικόνα που έχουμε γι αυτές τις τελευταίες μέρες της Πλαθ είναι ολότελα συγκεχυμένη και μονόπλευρη.
«Τέλειωσαν οι μέρες μας», σκέφτηκε ο Χιούζ μετά την τελευταία φορά που είδε την Πλαθ με ό,τι κι αν σήμαινε αυτή η σκέψη.
Ανεξάρτητα από το αν η αιτία της αυτοκτονίας της Πλαθ ήταν κάποιο αντικαταθλιπτικό που της είχαν χορηγήσει ή αν ευθυνόταν γι αυτό κάποια χημική αντίδραση του εγκεφάλου της, ή η απελπισία ή η μοναξιά της η ζοφερή πραγματικότητα ήταν πως η Πλαθ αυτοκτόνησε εκείνη τη νύχτα της 11ης Φεβρουαρίου του 1963, χώνοντας το κεφάλι της μέσα στο φούρνο αερίου. Αφού είχε μονώσει το δωμάτιο των παιδιών και είχε ετοιμάσει το πρωινό τους. Ήταν πολύ μικρά ακόμη τα παιδιά. Η κόρη ήταν 3 ετών και ο γιός 13 μηνών. Η Πλαθ δεν είχε καταφέρει να τα μεγαλώσει, τώρα έπρεπε να τα φροντίσει ο Χιούζ που μετακόμισε στο σπίτι τους.
Πήραν το σώμα της Πλαθ στο νοσοκομείο για την καθιερωμένη νεκροψία και μετά την πήγαν σ’ ένα γραφείο τελετών για να την ντύσουν, να την αρωματίσουν και να την αποθέσουν σε φέρετρο.
Ο Χιούζ ήταν συντετριμμένος από την απώλεια και ζήτησε να τον συνοδεύσει κάποιος κοινός φίλος. Στην κηδεία δεν παραβρέθηκαν η μητέρα της και η πεθερά της, παρά μόνο ο αδελφός της.
Η μοναξιά την ακολούθησε και μετά το θάνατό της, εκτός από τους αναγνώστες της που πολλαπλασιάστηκαν και τη δικαίωσαν ως σπουδαία ποιήτρια.
Σημείωση: Συμβουλεύτηκα και άντλησα παραθέματα και πληροφορίες από τα εξής δύο βιβλία: Ντάϊαν Μίντλμπρουκ, Σύλβια Πλαθ- Τεντ Χιούζ, μτφρ. Βασίλης Μανουσάκης, Μεταίχμιο, 2006 & ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ, Εισαγωγή- μτφρ. Νανά Ησαΐα, Μπουκουμάνης, 1974-
Κώστας Γιαννόπουλος











