You are currently viewing Τάσος Μιχαηλίδης: Βανέσα Σπρινγκορά, «Συναίνεση και ανισότητα: μια αφήγηση βίας», εκδόσεις Μετρονόμος, ISBN 97866185963101

Τάσος Μιχαηλίδης: Βανέσα Σπρινγκορά, «Συναίνεση και ανισότητα: μια αφήγηση βίας», εκδόσεις Μετρονόμος, ISBN 97866185963101

Η «Συναίνεση» δεν είναι απλώς ένα αυτοβιογραφικό κείμενο· είναι μια πληγή που μιλά  με  μια φωνή  νεανική, αποσπασματική, πυρακτωμένη, γεμάτη από την αλαζονεία του τραύματος και τη μέθη της επίγνωσης. Εδώ, η γλώσσα δεν υπηρετεί την αφήγηση, την καίει. Όπως στο  «Μεθυσμένο Καράβι» του Ρεμπώ ,το υποκείμενο αφήνεται να παρασυρθεί από δυνάμεις που δεν ελέγχει, πιστεύοντας πως πλέει προς την ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα βυθίζεται. Η «Συναίνεση» του τίτλου λειτουργεί ειρωνικά, σχεδόν σαρκαστικά: μια λέξη καθαρή, νομική, ψυχρή, τοποθετημένη πάνω σε ένα παιδικό σώμα που δεν γνωρίζει ακόμη το βάρος των λέξεων. Η Σπρινγκορά αποδομεί αυτή τη λέξη  αλλά με εικόνες  και οι εικόνες στάζουν αίμα.

Το βιβλίο κινείται σαν ρημαγμένο ποίημα σε πρόζα. Δεν υπάρχει εξωραϊσμός, αλλά ούτε και κραυγαλέα καταγγελία. Υπάρχει εκείνη η ρεμπωτική διαύγεια που γεννιέται αφού το σώμα έχει ήδη πληρώσει το τίμημα. Η συγγραφέας γράφει από το μετά, όμως το μετά δεν είναι λύτρωση· είναι γνώση. Και η γνώση πονά περισσότερο από την άγνοια. Όπως ο Ρεμπώ εγκατέλειψε την ποίηση όταν κατάλαβε τι του είχε κοστίσει, έτσι κι εδώ η γραφή μοιάζει με έσχατη πράξη: όχι εξομολόγηση, αλλά πράξη αυτονομίας.

Η Συναίνεση είναι ένα βιβλίο που αρνείται την άνεση του αναγνώστη. Δεν ζητά συμπόνια, ζητά εγρήγορση,  ξεσκεπάζει έναν ολόκληρο πολιτισμό που ντύνει την εκμετάλλευση με λέξεις όπως «έρωτας», «πνευματική μύηση», «επιλογή». Σε αυτό, η Σπρινγκορά είναι βαθιά ρεμπωτική: ανατινάζει τη γλώσσα των μεγάλων για να σώσει τη σιωπή του παιδιού που υπήρξε.

Αν ο Ρεμπώ έγραφε πως «το εγώ είναι ένας άλλος», εδώ το εγώ είναι ένα παιδί που του κλάπηκε το δικαίωμα να γίνει εαυτός. Και το βιβλίο αυτό δεν προσφέρει παρηγοριά , προσφέρει φως. Σκληρό, αλύγιστο, ανυπόφορα καθαρό.

Η Συναίνεση της Βανέσα Σπρινγκορά είναι ένα κείμενο που γράφεται σαν να γεννήθηκε από πυρετό, απογυμνώνει και  αποκαλύπτει. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου η μνήμη δεν λειτουργεί ως καταφύγιο αλλά ως καμίνι,  ό,τι εισέρχεται, βγαίνει αλλοιωμένο, μα αληθινό.

Η φωνή που μιλά είναι νεανική ακόμη κι όταν έχει ωριμάσει φέρει πάνω της το ίχνος της πρόωρης μύησης, εκείνης που δεν χαρίζεται αλλά επιβάλλεται. Η συγγραφέας επιστρέφει στο παιδικό της σώμα  με ακρίβεια σχεδόν χειρουργική. Το σώμα αυτό παρουσιάζεται ως έδαφος κατάληψης, πάνω του εγγράφονται λέξεις, επιθυμίες, εξουσίες ξένες. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται δεν εξωραΐζει τη βία,  την αφήνει να φανεί μέσα από τις λεπτομέρειες, μέσα από τις σιωπές, μέσα από τις μικρές καθημερινές μετατοπίσεις που, αθροιστικά, συνθέτουν την καταστροφή.

Η «Συναίνεση» φορτισμένη με ενήλικη λογική, τοποθετείται πάνω σε μια παιδική συνείδηση που δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να διακρίνει. Το βιβλίο αποκαλύπτει το πώς μια κοινωνία μπορεί να χειραγωγεί το λεξιλόγιο για να μεταμφιέζει την κακοποίηση σε επιλογή και την ανισότητα σε ρομαντική αφήγηση. Εδώ, η γλώσσα των μεγάλων είναι ύποπτη, γλυκιά, διανοουμενίστικη, ναρκωτική. Και απέναντί της, η παιδική φωνή μαθαίνει να σιωπά, να προσαρμόζεται, να συγχέει τον θαυμασμό με την υποταγή.

Η πρόζα της Σπρινγκορά είναι κοφτερή, εικόνων πυκνή, σχεδόν οραματική. Οι προτάσεις συχνά μοιάζουν να γεννιούνται από εσωτερικούς σπασμούς. Άλλοτε κυλούν σαν ρεύμα που παρασύρει τα πάντα, άλλοτε σπάνε απότομα, σαν ανάσα που κόβεται. Δεν υπάρχει γραμμικότητα με την παραδοσιακή έννοια.  Ο χρόνος λειτουργεί όπως η μνήμη, επιστρέφει, επαναλαμβάνεται, φωτίζει ξανά το ίδιο γεγονός από διαφορετική γωνία, πιο σκοτεινή κάθε φορά. Το παρελθόν δεν είναι πίσω,  είναι μέσα.

Το πιο οδυνηρό στοιχείο του βιβλίου δεν είναι η ίδια η πράξη της κακοποίησης, αλλά η αργή διαμόρφωση της συνείδησης που μαθαίνει να τη θεωρεί φυσική. Το κορίτσι εσωτερικεύει το βλέμμα του άλλου, δανείζεται τη φωνή του, βλέπει τον εαυτό της μέσα από αυτόν.  Η  απώλεια δεν αφορά μόνο το σώμα, αλλά και τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού. Το βιβλίο καταγράφει αυτή τη διπλή απώλεια με τρομακτική διαύγεια.

 Η γραφή είναι  μια πράξη ρήξης. Μέσα από το βιβλίο , η συγγραφέας ανακτά τη γλώσσα που της είχε αφαιρεθεί. Ονομάζει, αποδομεί, ξεσκεπάζει. Η αφήγηση γίνεται πεδίο αντίστασης, όχι θριαμβευτικής αλλά αναγκαίας.  Το υποκείμενο παύει να είναι αντικείμενο ιστορίας άλλων και γίνεται φορέας της δικής του αλήθειας.

Η Συναίνεση είναι ένα βιβλίο , αιχμηρό, βαθιά πολιτικό χωρίς να υψώνει συνθήματα. Καταγγέλλει όχι μόνο ένα πρόσωπο, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα σαγήνης που νομιμοποιεί την ανισότητα όταν αυτή ντύνεται με πολιτισμό και κύρος. Είναι ένα κείμενο το οποίο επιχειρεί  ταράξει τον αναγνώστη.  Και το πετυχαίνει, γιατί γράφεται με εκείνη τη γλώσσα που δεν φοβάται να καεί για να φωτίσει.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.