Για την ημέρα της γυναίκας επιλέξαμε να μιλήσουμε για μια γυναίκα εικαστικό που κινείται στο πεδίο του μύθου· τόσο από τη θεματική των έργων της όσο και από την προσωπική της διαδρομή. Μια γυναίκα που έζησε τα 94 χρόνια της ζωής της πάνω στη γη δημιουργώντας ακούραστα με χρώματα, με πενάκι, με τα γραπτά της. Που διαφοροποιείται από τους άντρες σουρεαλιστές οι οποίοι έχουν για όχημά τους το όνειρο, σύμφωνα με τις θεωρίες του Φρόυντ. Η Carrington χρησιμοποιεί τον μαγικό ρεαλισμό, ένα σύμπαν γεμάτο σύμβολα, ζώα, ένα σύμπαν ρευστό όπου τα πάντα αλλάζουν και μετασχηματίζονται σε μορφή, σε ύλη.
Υπάρχουν καλλιτέχνες που ανήκουν, που εντάσσονται απόλυτα σε ένα κίνημα, και υπάρχουν και οι άλλοι που περνούν διαμέσου σαν ένα θραύσμα φωτός, αφήνοντας πίσω τους μια τροχιά τόσο προσωπική, ώστε το ίδιο το κίνημα μοιάζει για αυτούς απλώς ένας σταθμός, ένα όχημα μέσω του οποίου θα μπορέσουν να καταθέσουν την ατομική τους θεώρηση για τη ζωή.
Η Leonora Carrington ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Το όνομά της συνδέθηκε νωρίς με τον κύκλο των σουρεαλιστών και με τη χαρισματική προσωπικότητα του Max Ernst. Η ίδια καταθέτει: «Η οικογένειά μου δεν ανήκε στους διανοούμενους· ήμασταν μια χαρακτηριστική οικογένεια της καλής αστικής τάξης. Ό,τι έμαθα για τις τέχνες και τη λογοτεχνία τα οφείλω στον Μαξ». Κάτι που δεν ισχύει απόλυτα, όπως θα δούμε λίγο αργότερα. Ωστόσο η ερωτευμένη Leonora καταθέτει ένα τμήμα της αλήθειας που την εκπροσωπούσε σε μια σχέση αμοιβαίας αγάπης και εκτίμησης. Και αργότερα θα πει βεβαίως: «Δεν ήμουν η μούσα κανενός, δεν είχα χρόνο για τέτοια πράγματα. Ήμουν πολύ απασχολημένη με την επανάσταση που είχα κηρύξει εναντίον των γονιών μου καθώς επίσης και με την προσπάθειά μου να γίνω καλλιτέχνης».

Figuras fantásticas a caballo
Η πορεία της υπήρξε από την αρχή παράλληλη με αυτή των σουρεαλιστών, απρόθυμη ωστόσο να υπακούσει στους κανόνες οποιασδήποτε ομάδας. Αν κάτι χαρακτηρίζει την καλλιτεχνική της ταυτότητα είναι η αίσθηση μιας βαθιάς εσωτερικής αυτονομίας. Η Carrington δεν ακολούθησε κανένα μύθο· δημιούργησε τον δικό της.
Η βιογραφία της μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να ξεκινά μέσα από τις πιο προβλέψιμες συνθήκες. Γεννημένη το 1917, σε μια εύπορη αγγλοϊρλανδική οικογένεια, μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον αυστηρής κοινωνικής τάξης και προσδοκιών. Ο πατέρας της, επιφανής βιομήχανος, εφοδίασε τη θυγατέρα του με μια ανώτερη παιδεία, με δασκάλους στο σπίτι και φοίτηση σε καθολικά εκπαιδευτήρια. Αργότερα της παρέχει μαθήματα ζωγραφικής στη Φλωρεντία και στο Λονδίνο, κοντά στον Γάλλο μοντερνιστή Amédée Ozenfant. Οι σπουδές αυτές εξοικειώνουν τη νεαρή Leonora με μια τέχνη πολύ παλιότερη, σημαντικότερη και πιο παράξενη από εκείνη που θα της παρείχαν οι ευγενείς προσδοκίες της αγγλικής καλής κοινωνίας.
Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος κόσμος των προνομίων που προσπαθεί να πλάσει ένα σεμνό, πειθήνιο κορίτσι, με μια ζωή πειθαρχημένη, είναι αυτός που την προμηθεύει με τα καλύτερα εργαλεία διαφυγής από τα πλαίσια που ο αυτός ο ίδιος ο κόσμος θέτει.

the girl Leonora
Η μικρή Leonora φοίτησε σε διάφορες σχολές καλογραιών απ’ όπου απεβλήθη επανειλημμένως για απείθεια. Οι κανόνες πειθαρχίας την έκαναν να πλήττει μέχρι δακρύων, η εξουσία την εξόργιζε, δεν διέθετε ίχνος από την υπακοή που η κοινωνία ανέμενε από μια καλοαναθρεμμένη κόρη. Έγραφε με το αριστερό, κάτι που οι καλόγριες έβρισκαν «πράξη διαβολική», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, προκαλούσε τις δασκάλες με τη στάση, με τις ερωτήσεις της, οι κανόνες του εκπαιδευτήριου ήταν, το λιγότερο, διαπραγματεύσιμοι γι’ αυτήν. Το ανήσυχο πνεύμα, το ριζοσπαστικό της χιούμορ δεν χωρούσαν στα στενά πλαίσια του ρόλου για τον οποίο την προόριζαν. Ο βιομήχανος υφαντουργίας πατέρας, εκπρόσωπος του βρετανικού ιδεώδους τάξης και σταθερότητας, προνομίων και αυστηρής κοινωνικής πειθαρχίας, ήθελε την κόρη του μια debutante, μια νεαρά του καλού κόσμου που, με τις ευλογίες της κατάλληλης μόρφωσης, θα εντασσόταν σε ένα κόσμο ευγενών, ανάμεσα σε ανθρώπους με το κύρος που προσδίδει το χρήμα και η υψηλή κοινωνική τάξη. Ωστόσο, ο αυστηρός αυτός υφαντουργός έπλασε μια υφαντουργό ενός απόλυτα προσωπικού σύμπαντος που αντιμετώπιζε με δυσπιστία καθετί που ανήκε στην πεπατημένη. Ήδη από την παιδική της ηλικία η Leonora αντιστεκόταν σε κάθε μορφή καθορισμένης πορείας και ταυτότητας.

Leonora, the absolute beauty
Σε αυτή την προδιάθεση, σε αυτή την εσωτερική σοφία συνέβαλαν καθοριστικά οι πρώιμες επιρροές της. Η μητέρα της και η Ιρλανδή γκουβερνάντα της την εξοικείωσαν με τους θρύλους της κέλτικης παράδοσης. Μέσα από ιστορίες γεμάτες πνεύματα της φύσης, μεταμορφώσεις, ζώα που αλλάζουν μορφή και σχήμα, που συνομιλούν με τους ανθρώπους, η μικρή Leonora απέκτησε τη διαίσθηση των γυναικών που κατέχουν γνώσεις μυστικές. Των γυναικών που απεικονίζει στα έργα της. Έτσι η πραγματική της παιδεία δεν διαμορφώθηκε στις σχολικές αίθουσες, αλλά στο σπίτι, μέσα από τις αφηγήσεις των δύο αυτών γυναικών που αποτέλεσαν τη λυδία λίθο της ζωής και του έργου της.

Pastoral 1950
Στο μυθολογικό αυτό υπόστρωμα προστέθηκε σύντομα και η λογοτεχνία της φαντασίας, η παράδοξη λογική της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» του Λούις Κάρρολ. Εκεί, μαζί με τη μικρή Αλίκη, η Leonora περιπλανιέται σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες της πραγματικότητας καταρρέουν, όπου η ταυτότητα μετατρέπεται, η πραγματικότητα ανατρέπεται συνεχώς και η λογική αποδεικνύεται ένα εύθραυστο κατασκεύασμα. Η νεαρή Leonora Carrington αναγνώρισε σε αυτόν τον κόσμο κάτι βαθιά οικείο: την ιδέα ότι η πραγματικότητα μπορεί να είναι ρευστή και ότι η φαντασία δεν είναι φυγή αλλά ένας εναλλακτικός τρόπος κατανόησης του κόσμου.
Από τη θεωρία στη ζωή
Η Carrington δεν εγκατέλειψε ποτέ τη διπλή αυτή κληρονομιά: τη μυθολογία και το παράλογο.
Όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1930 έρχεται σε επαφή με τον κύκλο των σουρεαλιστών στο Παρίσι και με τη θεωρητική επιρροή του André Breton. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι βρίσκεται σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον που ανταποκρίνεται στις δικές της αναζητήσεις. Ο σουρεαλισμός διακηρύσσει την απελευθέρωση της φαντασίας, την εξερεύνηση του ασυνειδήτου και την ανατροπή της αστικής λογικής.
Ωστόσο, η πραγματικότητα του κινήματος ήταν πιο σύνθετη. Παρά τη ριζοσπαστική του ρητορική, ο σουρεαλισμός διατηρούσε μια βαθιά συντηρητική αντίληψη για τη θέση της γυναίκας. Οι γυναίκες του κύκλου αντιμετωπίζονταν ως μούσες, ως μυστηριώδεις φιγούρες που, ενσαρκώνοντας το ανορθολογικό, ενέπνεαν τους άνδρες δημιουργούς. Η μορφή της femme-enfant — της γυναίκας που ενσαρκώνει την αθωότητα, το μυστήριο και την ερωτική φαντασίωση — έγινε ένα από τα αγαπημένα μοτίβα του κινήματος. Η Carrington γνώρισε αυτή την πραγματικότητα από κοντά. Η σχέση της με τον Ernst την έφερε στο επίκεντρο της σουρεαλιστικής σκηνής και ταυτόχρονα την τοποθέτησε σε μια θέση που πολλές γυναίκες καλλιτέχνιδες της εποχής γνώρισαν: τη θέση της συντρόφου ενός ήδη αναγνωρισμένου δημιουργού. Παρόμοια πορεία ακολούθησαν και άλλες σπουδαίες γυναικείες μορφές, όπως η Leonor Fini, η Remedios Varo και η Dorothea Tanning — καλλιτέχνιδες με έντονη προσωπική γλώσσα που για δεκαετίες ωστόσο παρέμειναν στη σκιά του κινήματος. (Για αυτές έχουμε ήδη γράψει σε παλιότερα άρθρα στο περιοδικό μας· και ενδεχομένως να ξαναγράψουμε).

Leonor Fini and Leonora Carrington, in 1952.
Αξίζει να σταθούμε στο σημείο αυτό για να υπογραμμίσουμε κάποια δεδομένα που αφορούν την ιστορική στιγμή. Στις αρχές του 20ου αιώνα, γύρω στο 1930 η καλλιτεχνική «αξιοπιστία» δεν είχε να κάνει μόνο με το ταλέντο -κάτι που βέβαια δεν έχει αλλάξει ιδιαιτέρως- αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση. Το ταλέντο, η φαντασία, η δημιουργική ιδιοφυία έπρεπε να περάσει μέσα από κάποια συγκεκριμένα δίκτυα: εκθέσεις, μανιφέστα, καλλιτεχνικά περιοδικά, κριτικούς, γκαλερί. Στα περισσότερα απ’ αυτά τα σχήματα κυριαρχούσαν βέβαια άνδρες -άνδρες καλλιτέχνες, άνδρες κριτικοί, άνδρες γκαλερίστες, άνδρες που λειτουργούσαν ως κλειδοκράτορες της λεγόμενης σοβαρής τέχνης. Η νεαρή καλλιτέχνης, παρά τη φαντασία, τη μόρφωση, την αποφασιστικότητα, ήταν πολύ πιθανό να παρέμενε εκτός νυμφώνος, αόρατη για πάντα, αν δεν εξασφάλιζε μια κάποια πρόσβαση στα συγκεκριμένα δίκτυα.
Και εδώ απαντάται το παράδοξο ερώτημα γιατί οι ταλαντούχες γυναίκες αυτές προσδέθηκαν στο άρμα της ανδρικής παρέας των σουρεαλιστών; Η απάντηση μπορεί να μας εξοργίζει αλλά παραμένει βέβαια απλή, και απαντάται από τα ιστορικά δεδομένα.
Και βέβαια η Leonora Carrington δεν βρέθηκε ανάμεσα στους σουρεαλιστές γιατί χρειαζόταν τις ιδέες, τις θεωρίες τους, αλλά γιατί χρειαζόταν την αναγνωσιμότητα. Η μερική έστω ένταξή της στους κύκλους αυτούς ήταν θέμα στρατηγικής. Ήταν η κίνηση της βασίλισσας του σκακιού που μπήκε στο παιχνίδι αλλά ποτέ δεν έμεινε πραγματικά μέσα στο επιβεβλημένο πεπερασμένο πλαίσιο της σκακιέρας.
Μία από τις διαφοροποιήσεις της κοσμοθεωρίας της Leonora Carrington, αλλά και των προαναφερθεισών γυναικών του κύκλου αυτού είναι ότι εκεί που ο σουρεαλισμός χρησιμοποιεί τη γυναίκα ως σύμβολο του ανορθολογικού, η Carrington για την οποία μιλάμε στο παρόν κείμενο, χρησιμοποιεί το ανορθολογικό ως εργαλείο για να επαναπροσδιορίσει/επαναδιατυπώσει τη γυναικεία ταυτότητα. Οι μορφές της μόνο παθητικές δεν είναι. Οι μορφές της Leonora Carrington είναι μάγισσες, ιέρειες, αλχημίστριες, είναι πλάσματα υβριδικά που γνωρίζουν τα μυστικά της φύσης.

a young Leonora
Η Carrington δεν έμεινε ποτέ στη σκιά που έριξαν οι μεγάλοι σουρεαλιστές της εποχής. Από τα πρώτα κιόλας έργα της είναι φανερό ότι ουδόλως ενδιαφέρεται να αναπαράγει τη φαντασίωση της γυναίκας που έχουν υιοθετήσει οι σουρεαλιστές. Στόχος της είναι να δημιουργήσει έναν εντελώς διαφορετικό εικαστικό κόσμο. Στους πίνακές της η γυναίκα δεν εμφανίζεται ως αντικείμενο επιθυμίας αλλά ως φορέας γνώσης και μεταμόρφωσης, όπως ήδη είπαμε. Οι μορφές της είναι πλάσματα που συνομιλούν με ζώα και πνεύματα, όντα συχνά υβριδικά που συμμετέχουν σε παράξενες τελετουργίες.
Η φαντασία της Carrington δεν είναι το ασυνείδητο των ονείρων, όπως, κατά Φρόυντ, επιτάσσει η θεωρία των σουρεαλιστών, αλλά κάτι πολύ αρχαιότερο: είναι μια προσωπική μυθολογία. Μια μυθολογία που δεν γεννήθηκε στο Παρίσι ούτε βέβαια στα μανιφέστα του σουρεαλισμού, κατά Breton. Που έχει ρίζες βαθιά στον εσωτερικό κόσμο της εικαστικού.
Σε μια συνύπαρξη κέλτικης παράδοσης, μεσαιωνική αλχημείας, λογοτεχνικής φαντασίας, η Carrington υφαίνει την εμπειρία της γυναικείας ύπαρξης. Ο κόσμος της δεν είναι ένας κόσμος φυγής από την πραγματικότητα αλλά, μέσω μιας βαθιάς προσωπικής αίσθησης ανυπακοής απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας -οικογενειακής, κοινωνικής, καλλιτεχνικής– δομεί έναν κόσμο μεταμόρφωσης της πραγματικότητας.
Ίσως για τον λόγο αυτό το έργο της Leonora Carrington άργησε τόσο να αναγνωριστεί πλήρως.

The House Opposite (1945)
Για μεγάλο χρονικό διάστημα η ιστορία της τέχνης προτιμούσε να τη βλέπει μέσα από τη σχέση της με τον Ernst, και ως περιφερειακή μορφή του σουρεαλισμού. Ωστόσο σήμερα γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η Leonora Carrington δεν ήταν μια δευτερεύουσα φιγούρα του κινήματος, αλλά μια δημιουργός που χρησιμοποίησε το κίνημα ως αφετηρία. Και αυτός είναι ο λόγος που το έργο της σήμερα μοιάζει πιο σύγχρονο παρά ποτέ. Γιατί η τέχνη της δεν μιλά μόνο για τη φαντασία· μιλά για την επιμονή μιας γυναίκας που, ενώ την προόριζαν απλώς να εμπνέει τους άνδρες, εκείνη κατάφερε να δημιουργήσει τη δική της πραγματικότητα που δεν έχει απλώς να κάνει με κάποιες φανταστικές εικόνες, αλλά με τη δημιουργία ενός εναλλακτικού μύθου ως προς τη γυναικεία εμπειρία. Ενός κόσμου όπου η γνώση δεν ανήκει στην εξουσία αλλά στη μεταμόρφωση, όπου η ταυτότητα δεν είναι σταθερή αλλά ρευστή, όπου η φαντασία δεν λειτουργεί ως διακόσμηση της δεδομένης πραγματικότητας, αλλά ως δύναμη που μπορεί να την αναδιαμορφώσει.
Σε μια εποχή που οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν ως μούσες, η Leonora Carrington επέλεξε να γίνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο -και αυτό όχι μόνο στην καλλιτεχνική τάξη πραγμάτων αλλά και στη ζωή της την ίδια: ανέπτυξε ένα απόλυτα δικό της σύμπαν, έγινε δημιουργός του προσωπικού της μύθου.
(Ακολουθεί 2ο μέρος. Η διαδρομή της Leonora Carrington ανάμεσα στους σουρεαλιστές. Η σχέση με τον Breton, η ερωτική σχέση με τον Ernst, ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος και οι επιπτώσεις στους σουρεαλιστές, ο εγκλεισμός, ο γάμος, η φυγή στο Μεξικό, η κοινότητα καλλιτεχνών εκεί, η αδελφική/αγωνιστική σχέση με τη Remedios Varo, ο 2ος γάμος και τα παιδιά. Τα τελευταία γόνιμα χρόνια.
Επιπλέον, κάποια από τα σημαντικότερα έργα της και η ανάλυσή τους).
