Το εκτεταμένο ποίημα/επιστολή της Κλεοπάτρας Μακρίδου, με τον απρόσμενο αποδέκτη στον τίτλο,Γράμμα στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, αποτελείται από επτά ενότητες, σημειωμένες με λατινικούς αριθμούς και με άνισο αριθμό στίχων η καθεμία. Έτσι, η πρώτη ενότητα (σελ. 13-16)περιλαμβάνει 82 στίχους, η δεύτερη (σελ. 17-24) 151, η τρίτη (σελ. 25-28) 90 στίχους, η τέταρτη (σελ. 29-33) 106, η πέμπτη (σελ. 34-35), 43 στίχους, η έκτη ενότητα (σελ. 36-41) 129 και η έβδομη (σελ. 42-46) 99 στίχους. Παρατηρούμε ότι οι ενότητες δεύτερη, τέταρτη και έκτη είναι αρκετά πιο εκτεταμένες σε σύγκριση με την πρώτη, τρίτη και έβδομη. Συνολικά το ποίημα αποτελείται από επτακόσιους στίχους.
Στο ποίημα προηγείται το προλογικό σημείωμα της καθηγήτριας του ΕΚΠΑ, Τζίνας Καλογήρου, με τίτλο Πίνοντας το γάλα της Ποίησης, που αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η Κλεοπάτρα Μακρίδου προσεγγίζει τον κορυφαίο ποιητή του οικουμενικού ελληνισμού, Κυριάκο Χαραλαμπίδη, και το έργο του.
Η Κλεοπάτρα Μακρίδου στο επιστολικό της ποίημα προσφωνεί με απεριόριστο θαυμασμό τον μεγάλο ποιητή(Εσύ, Όμηρος, Πνεύμα βαθύ, Ιερέας και Κήρυκας, Συ Άρχοντας της ποίησης, Δάσκαλος μοναδικός, Μορφή αξέχαστη) και τον επικαλείται, σε μια προσπάθεια να αντλήσει δύναμη από την ποίησή του, να επικοινωνήσει μαζί του σε επίπεδο πνευματικό, να του εκφράσει τις αξίες που και η ίδια συμμερίζεται, αλλά και την αγωνία της για τον ρόλο του ποιητή/της ποιήτριας σε καιρούς χαλεπούς, όπως σημειώνει και η Τζίνα Καλογήρου στο προλογικό της σημείωμα. Το εκτεταμένο γράμμα/ποίημα της Κλεοπάτρας Μακρίδου προς τον ομότεχνό της ποιητή αποτελεί πραγματικά μια ευτυχή συνάντηση δύο πνευματικών ανθρώπων που ενστερνίζονται τα ίδια ιδεώδη. Το ποίημα ξεκινάει με την προσφώνηση «Φίλε ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη». Υπάρχουν διάσπαρτες πολλές προσφωνήσεις, με επικρατέστερη την πιο φιλική και οικεία «Κυριάκο», χωρίς το επίθετό του,που ακούγεται συνολικά στο ποίημα δεκαπέντε φορές. Σημειώνω κατά ενότητα πόσες φορές ακούγεται η οικεία προσφώνηση, αλλά και τις άλλες προσφωνήσεις που του απευθύνει η ποιήτρια. Πρώτη ενότητα:Κυριάκο (τρεις φορές), Ποιητά μου, Εσύ Όμηρος, τραγουδός αιώνων λογοτεχνικής παράδοσης. Δεύτερη ενότητα: Συ ποιητή, Κυριάκο (τέσσερις φορές), Συ θλιμμένη προσωπικότητα, Πνεύμα βαθύ εσύ. Τρίτη ενότητα:Κυριάκο (μία φορά), ποιητή, Ποιητά. Τέταρτη ενότητα:Κυριάκο (τρεις φορές), Ιερέας και Κήρυκας, Συ Άρχοντας της ποίησης, Δάσκαλος μοναδικός, Μορφή αξέχαστη. Πέμπτη ενότητα: Κυριάκο (μία φορά). Έκτη ενότητα: Κυριάκο (δύο φορές), ποιητά μου.Έβδομη ενότητα: Κυριάκο (μία φορά).
Εντυπωσιακή είναι η πυκνή χρήση της προσωπικής αντωνυμίας και των συνοδευτικών ρημάτων στο β΄ενικό«εσύ, συ» και στο α΄πληθυντικό πρόσωπο,«εμείς, μας», που εναλλάσσονται και συχνά ταυτίζονται (π.χ. «Ασκητεύσαμε στην έρημο της ποίησης», «Πόσο πλανηθήκαμε κι οι δυο, Κυριάκο»), αλλά πυκνή είναι και η χρήση της κτητικής αντωνυμίας «μας» (π.χ. «Η εποχή μας», «Η Πατρίδα μας»).
Στην πρώτη ενότητα, η Κλεοπάτρα Μακρίδου, στις τρεις πρώτες στροφές, ταυτίζεται με τον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη, χρησιμοποιώντας α’ πληθυντικό πρόσωπο,με στίχους γεμάτους πικρία για την ποίηση σε αντίξοη εποχή: «Ασκητεύσαμε στην έρημο της ποίησης {…}ανάδοχοι μιας Ιστορίας διαχρονικά αντίξοης», « Δεν μας λύτρωνε τελικά η ποίηση, Κυριάκο, μας έγδερνε/κι αλλάζαμε δέρμα…». Στην τέταρτη στροφή αναφέρεται στην πατρίδα της, την Κύπρο, όπου τα παιδιά «ακόμη ξεψυχούν/με τις φωτογραφίες των πατεράδων τους στα χέρια/ {…}αλλά η φωτογραφία ανάποδη στα χέρια τους/», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε ποίημά του ο Χαραλαμπίδης. Στις επόμενες στροφές, από την πέμπτη ως την καταληκτική δέκατη της ενότητας, η Κλεοπάτρα Μακρίδου αναφέρεται στη μαθήτευση του μεγάλου ποιητή «στα θρανία του Ομήρου», που «καθάρισαν» και πλούτισαν τη γλώσσα του, τον κράτησαν όρθιο και τον έκαναν εθνικό ποιητή, αλλά και ποιητή μιας πανανθρώπινης Πατρίδας: «Μαζί με τον πόνο της Πατρίδας έφερνες μέσα σου/και τη συνείδηση του έθνους/Ήθελες μια Πατρίδα χωρίς πόνο/κι έγινες εθνικός ποιητής/μιας πανανθρώπινης Πατρίδας». Συμπάσχει και ταυτίζεται με την οργή και την πίκρα του για την απαξιωτική στάση των Ελλήνων απέναντι στην Κύπρο: «σαν έβλεπες τους Έλληνες του Λεκανοπεδίου/να ξεγράφουν την Κύπρο/καταργώντας την…/». Τον ταυτίζει με τον Όμηρο, τον αποκαλεί «συναισθηματικό αηδόνι/σπάνιου δραματικού λυρισμού/», χαρακτηρίζει την ποίησή του διακειμενική, Καβαφική, Σεφερική, με απίστευτο μυθικό πλούτο, μια «ποίηση εντρύφηση στη μυθολογική και ιστορική μνήμη».
Στις τρεις πρώτες στροφές της δεύτερης ενότητας, της πιο εκτεταμένης (περιλαμβάνει 19 στροφές και 151 στίχους), η ποιήτρια αναφέρεται, σε β’ ενικό πρόσωπο, στη σχέση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη με την Ιστορία, αλλά και την ιστορία της εισβολής του 1974 και τον καημό του για την Αμμόχωστο, τη Βασιλεύουσα. Στη συνέχεια σημειώνει πως το ποίημά του «βούλωνε τις ρωγμές που άφηναν /στο σώμα της Κύπρου/τα ξίφη της ελίτ του Λεκανοπεδίου», την προδοσία δηλαδή της Κύπρου από την Ελλάδα. Στις επόμενες πέντε στροφές η ποιήτρια ταυτίζεται με τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, υιοθετώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και, σε αντίθεση με άλλους ποιητές, του θυμίζει: «εμείς αντέξαμε, Κυριάκο,/Μες στη μοναξιά των δακρύων μας/την ανομβρία της συλλογικής μνήμης/τα παζάρια του εξευτελισμού/{…}Από τις στάχτες των ερειπίων αναπλάθαμε το όνειρο/του ερχόμενου κόσμου/{…}Τότε συνειδητοποιήσαμε ευθαρσώς, Κυριάκο,/πως το σκότος σκέπαζε τον Τόπο μας/και μόνο όταν η δύναμη της ομόνοιας/υπερνικήσει τη διχόνοια/τότε η Ελευθερία θα είναι με το μέρος μας/». Οι επόμενες τρεις στροφές αναφέρονται στην Ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη στον ρόλο της στη ζωή του, αλλά και στις σημαντικές διαστάσεις της: «Η Ποίηση ψωμί και νερό σου/κι ανάσα ζωής/χέρι με χέρι βαδίζεις/μες στην τραγική εποχή μας// {…}Πνεύμα βαθύ εσύ/συλλαμβάνεις την Οντολογική κι Εσχατολογική/σημασία των πραγμάτων/{…}γίνεσαι διάδοχος μιας τεράστιας κληρονομιάς/που γονιμοποίησε τον Κόσμο/». Οι επόμενες οκτώ στροφές αναφέρονται στην προδοσία της μάνας Ελλάδας και στην απογοήτευση των δύο ποιητών από τη στάση της, που δηλώνεται με μια έντονη αντίθεση,αναφέρεται επίσης στα πενήντα χρόνια της σκλαβιάς και της ατίμωσης και στον ρόλο της ποίησης για τους δύο πρωταγωνιστές της επιστολής, καθώς και στην πλάνη τους από τους «σαλτιμπάγκους» της πολιτικής. Με μια εντυπωσιακή παρομοίωση παρουσιάζει την πατρίδα της σαν μια κόρη που τρέχει να συναντήσει τη μάνα που άσπλαχνα την εγκατέλειψε στα χέρια του βιαστή της: «Η Πατρίδα μας/κόρη με λιωμένα χέρια/{…}Τρέχει τα βράδια σαν τρελή/μες στα ξεσχισμένα φουστάνια της/να συναντήσει τη μάνα της που την εγκατέλειψε/στα χέρια του βιαστή της//{…}Ενώ εμείς την περιμέναμε μέσα/από της Ιστορίας τον θρύλο/να κατέβει Αφροδίτη…//Κόσμος χωρίς ποίηση, μόνο πόνος/Πόσο πλανηθήκαμε κι οι δυο, Κυριάκο/μέσα στη μουσική των σαλτιμπάγκων/{…} Πενήντα χρόνια σκλαβιάς κι ατίμωσης/μας έγδαραν/Κουρασμένοι, γυρεύουμε λίγα γραμμάρια/αγάπης/να σηκώσουν τη σκόνη/κατακάθι πάνω στο παχύ δέρμα του χρόνου/ Κι η ποίηση /{…}γιατρειά που δεν βρήκαμε»/. Η δεύτερη ενότητα κλείνει με μια έντονη αντίθεση πάλι,με πρόταξη του «εμείς» και διακήρυξη της αγάπης για την πατρίδα: «Εμείς, Κυριάκο, γράφουμε ποιήματα/για να μην πεθάνει η Κύπρος…/».
Στην τρίτη ενότητα οι πέντε πρώτες στροφές αφιερώνονται και εξυμνούν την ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, που αποκτά οικουμενικό χαρακτήρα,η έκτη στροφή αναφέρεται στη Μάνα Γη και στα δεινά της, ενώ η καταληκτική στροφή απευθύνεται στον Θεό σαν προσευχή, με μια έντονη συναισθηματική φόρτιση: {…}«ξεπερνώντας τα σύνορα/η ποίησή σου, Κυριάκο/γίνεται οικουμενική/κι αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο//». Με μια σειρά τεσσάρων ενεργητικών κυρίως ρημάτων στον ίδιο στίχο, «βλέπεις, χαίρεσαι, κρίνεις, σατιρίζεις», η Κλεοπάτρα Μακρίδου περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο μεγάλος ποιητής αντιμετωπίζει τη ζωή και τον θάνατο: «Με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία/βλέπεις χαίρεσαι κρίνεις σατιρίζεις/τα ευτράπελα της ζωής/αλλά η αγάπη για τη ζωή/αντίβαρο στον χάροντα». Στην τέταρτη στροφή η ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη χαρακτηρίζεται με τολμηρές μεταφορές «σφιχτοδεμένο σώμα, Κόρη λαμπερή, θησαυρός, κιβωτός εξήντα χρόνων ζωής ποιητικής», ενώ το καταληκτικό τετράστιχο αναφέρεται στον πόθο του ποιητή να ξαναβρεθεί στο σπίτι του στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, παραλληλίζοντας τον πόθο του με τη νοσταλγία του Οδυσσέα: «ψυχή και ιδανικό ο πόθος/καπνό στο τζάκι του σπιτιού σου, Ποιητά, στην κατεχόμενη Αμμόχωστο/να αποθρώσκει…». Παρατηρούμε τη λόγια προσφώνηση «Ποιητά», με κεφαλαίο το «Π». Όπως ήδη αναφέραμε, η έκτη στροφή με έντονες μεταφορές και έκφραση πόνου αναφέρεται στη «Μάνα Γη καθρέφτης της μνήμη μας/είδωλο, σκιά, Σταυρός του Μαρτυρίου», αλλά και στην προσφυγιά: «κι η προσφυγιά μας/Βαρύ το κρύο/πώς να περάσουμε τον χειμώνα/με μόνο την ελπίδα καβάλα στον ώμο;». Η καταληκτική έβδομη στροφή είναι μια δραματική επίκληση στον Θεό, αλλά και μια προσπάθεια εμψύχωσης της Μάνας Γης, που παρομοιάζεται με μια απελπισμένη γυναίκα που κλαίει: «Δώσε, Κύριε, ν’ αντέξουμε/το μαρτύριο του χωρισμού/{…}Πόσο θα κλαίμε τα παιδιά μας στα πηγάδια;/Πόσο θα ψάχνουμε τους αγνοούμενους…;/Κράτα, Μάνα Γη,/καθώς απελπισμένη κάθεσαι/στον βράχο της υπομονής/τη μοίρα σου να κλαίεις/Κράτα τη μνήμη ζωντανή/να θρέψεις τα παιδιά σου…!».
Στην τέταρτη ενότητα οι πέντε πρώτες στροφές αναφέρονται στην προδοσία των Αθηναίων και πώς την άντεξαν και την πολέμησαν οι δυο τους, ποιητής και ποιήτρια. Στις στροφές αυτές, όπως είναι φυσικό, αφού υπάρχει ταύτιση των δύο ποιητών, επικρατεί το «εμείς». Είναι όμως και ένα μεγάλο «κατηγορώ» της Κλεοπάτρας Μακρίδου «κατά του παγκόσμιου κεφαλαίου, του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και της νέας τάξης πραγμάτων», που βρίσκονται σε αντίθεση με «τις αξίες του κάλλους, του καλού και τ’ αγαθού, της ελευθερίας των λαών να αποφασίζουν για το μέλλον τους», αξίες που εκπροσωπούν οι ίδιοι. Στις επόμενες επτά στροφές αλλάζει το ρηματικό πρόσωπο και γίνεται «εσύ», αφού αναφέρονται στην ποίηση («τέχνη της αφαίρεσης») και στον λόγο του Κυριάκου Χαραλαμπίδη («Χαρισματικός προφορικός λόγος, χυμώδης, σαγηνευτικός, περιεκτικός, ουσιαστικός, με εκθαμβωτική ευφράδεια»). Στο προτελευταίο τρίστιχο η Κλεοπάτρα Μακρίδου ονομάζει τον ποιητή «Άρχοντα της ποίησης, Δάσκαλο μοναδικό/Μορφή αξέχαστη στη μνήμη των νέων», και στην καταληκτική στροφή επισημαίνει τη σημαντικότητα της άποψής του να θεωρεί τον αναγνώστη συνδημιουργό του. Θα παραθέσω κάποιους ενδεικτικούς στίχους από την ενότητα αυτή: «Εκείνο που έτρωγε τα μύχια μας, Κυριάκο,/ήταν που των Περσών ο απεσταλμένος/ζητούσε «γην και ύδωρ»/σε αψεγάδιαστα ελληνικά/ {…}Την ύβριν της προδοσίας δεν αντέχαμε/{…}Και στρέφαμε τα βέλη μας/ενάντια στους αρνητές της Ιστορίας/{…}και κλαίγαμε για την κατάντια του Νησιού/{…}Πολεμούσαμε τον εθισμό στη δουλικότητα/κι εκείνα τα μαγειρεμένα ξαναζεσταμένα λόγια/τερατόμορφα ανθρωποειδή/του παγκόσμιου κεφαλαίου/{…}αλλά εμείς επιμένουμε στις αξίες του κάλλους/του καλού και τ’ αγαθού»/. Και λίγο παρακάτω με περηφάνια και εθνική συνείδηση διακηρύσσει, σε αντίθεση με αυτά που πιστεύει το «Εθνικό κέντρο», δηλαδή η Αθήνα: «Κι ενώ Περιφέρεια είμαστε, Κυριάκο,/για το Εθνικό κέντρο/Νήσος που κείται μακράν/εμείς κέντρο την αποκαλούμε/Κέντρο της συνείδησής μας/Εστία κι Αφετηρία/που η λησμοσύνη του Χρόνου/ κι η αδήριτη ιστορική αναγκαιότητα/δεν θα εξοστρακίσουν ως περιθωριακό…//{…} «Δίπλα στο στίγμα της τραυματισμένης Κυπροσύνης/πορεύεται κι ένας διάλογος με την Ελληνικότητά μας/ την αναμέτρησή μας/με τις μυθολογικές και ιστορικές ταυτότητές μας//».
Στην πέμπτη ενότητα, την πιο μικρή των 43 στίχων, που αποτελείται μόνο από 4 στροφές, η ποιήτρια μιλά για τις πηγές έμπνευσης του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και τα πρόσωπα που τον σημάδεψαν, ξεκινώντας από τη Σαπφώ και φθάνοντας στον Ευαγόρα, τον Αυξεντίου, τους Αγνοούμενους και τους Πρόσφυγες. Στη συνέχεια αναφέρεται στο ευρύ θεματικό πεδίο της ποίησης του και στη γλώσσα του ποιητή, με την πλούσια «κυπριακή ντοπιολαλιά, τους Σολωμικούς απόηχους και τις Παλαμικές πνοές», ένα μίγμα λογιότητας και λαϊκής μουσικότητας, σε ποιήματα πολύστιχα, μουσικά.
Η έκτη ενότητα, που αποτελείται από εννέα στροφές και εκτείνεται σε 129 στίχους, αρχίζει με ένα ρέκβιεμ για τις μεγαλουπόλεις, «την Κοινωνία του ξεπεσμού, τους απρόσωπους ανθρώπους και τις επιφανειακές σχέσεις, τα μπερδεμένα μυαλά, το μίσος που θρέφει τη ζωή, ενώ οι ποιητές κοιμούνται σαν γέρικα πεύκα στην άκρη του γκρεμού». Μέσα σ’ αυτήν τη δυστοπική και άνυδρη ατμόσφαιρα η ποιήτρια απευθύνεται, σαν προσευχή στην Ποίηση: «Ποίηση θεά μάνα/ζωοδότειρα/πότισε τα ξεραμένα δέντρα μας/{…}φέρε μύρο στις πληγές/κι έλεος/και λάδι/στα βάσανά μας/». Έπειτα απευθύνεται σε β’ πρόσωπο στον ποιητή που μιλά με θαυμασμό και πόνο για την Αμμόχωστο, συγκινείται από τη γεμάτη αξιοπρέπεια στάση του απέναντι στους «αιθεροβάμονες», που ήθελαν λύση του κυπριακού, με βάση το δίκαιο του ισχυρού, και ταυτίζεται μαζί του: «Δεν είναι η Αμμόχωστος «πόλη φάντασμα»/{…}έλεγες, Κυριάκο, Είναι διττή πραγματικότητα/πόθος εμπράγματος/ορίζοντας νόστου/νόημα πνευματικό/{…} «Δεν είναι όμορφο να δείχνεις ταυτότητα/για να περάσεις απέναντι στην Πατρίδα σου»/{…}κι εσύ είπες όχι, Κυριάκο/ {…} Γιατί η υπέρτατη αξία της ζωής/δεν έγκειται στην επιβίωση/αλλά στην αφύπνιση του νου και του πνεύματος/{…}Και αποστόμωνες τους αιθεροβάμονες/που ονειρεύονταν λύση με βάση το δίκαιο του Ισχυρού/{…}Και το μάτι μου δάκρυσε /σαν συνάντησε το δικό σου//». Στις επόμενες πέντε στροφές υιοθετεί πάλι το πληθυντικό «εμείς» και το κτητικό «μας», μιλάει με θαυμασμό και περηφάνια για την πατρίδα της: «Το Χώμα μας/Χώμα Ιερό/Επάνω Του έχουμε αφήσει τη μνήμη μας/πάνω σε κάτι βουνά που βρυχώνται εκδίκηση/{…}Αφροδίτη δελφίνι σε γιαλούς/αήττητη Νήσος μου πάνω από τη θάλασσα/». Και, σαν προσευχή: «ν’ απαλλαχτούμε από τον Σουλτάνο/να φέρουμε τη Δικαιοσύνη και την Ισότητα/{…}να μη μείνουμε αιχμάλωτοι δια βίου/ενός ανεκπλήρωτου ονείρου//Συμβιβασμός, κομφορμισμός, γίνανε Εξουσία/Στα έγκατα μας όμως/{…}η ψυχή ανυποψίαστη σχεδιάζει νέες εξορμήσεις//». Παρατηρούμε πως λέξεις με ιδιαίτερη βαρύτητα τις γράφει πάντα με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα.
Στην έβδομη και τελευταία ενότητα, που αποτελείται από έντεκα στροφές, η ποιήτρια διαχωρίζει το «εμείς» και «εμάς» από το «αυτοί», που είναι ένα πλήθος «σαλτιμπάγκων» μιας παρακμής (και στη δεύτερη ενότητα, όπως είδαμε, χρησιμοποιεί τον ίδιο χαρακτηρισμό), που: «Όποιος παλεύει με την ουσία δεν τους γεμίζει/το μάτι/στην εποχή της Εικόνας και της Παμφόλυγας/Κι αυτοί δεν είναι ανόητοι, ξέρουν τι θέλουν/την ευκολία της ψευδαίσθησης». Στη συνέχεια, με μια προστακτική που εκφράζει ευχή, προτρέπει να σπείρει τη συνείδηση και την αγάπη, «για να μοσχοβολήσει η Κύπρος, μακριά από τη διχόνοια που γεννά μόνο τον πόνο, τον φόνο, το ψέμα, τη Δυσνομία, την Άτη». Με παράπονο συνεχίζει ότι πάντα «μοχθούσαμε για να επιβιώσουμε, αφού ποτέ δεν μας προσφέρθηκε ουρανός, ούτε φτερά για να πετάξουμε». Στην επόμενη πολύ επίκαιρη στροφή διαπιστώνει με πικρία πως «Κάθε εποχή και ο Τρωικός της πόλεμος/όσο υπάρχει ζωή/υπάρχει και πόλεμος/Στη γειτονιά της Βαβέλ/στη γειτονιά μας/αλληλοτρώγονται πάλι δύο κόσμοι//». Έτσι, η ποίηση έπεσε σε λήθη: «Επήλθε η σκιά στην Ποίηση». Και, αφού διαπιστώνει επίσης πως «Στην εποχή μας η γνώση θυσιάζεται/στον βωμό της πληροφόρησης/{…}Το μέλλον ανήκει στους πλαστογράφους/της Ιστορίας…», καλεί σε ανάληψη του χρέους: «Σε μας είναι να κάνουμε την ήττα της Κύπρου/νίκη και παρελθόν/για να έχει μέλλον». Οι δύο τελευταίες στροφές αναφέρονται στο «εμείς» και ονομαστικά στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, με έναν λόγο τολμηρό και αιχμηρό μαζί: «Εμείς, Κυριάκο,/στηλιτεύσαμε την παρακμή/{…}αντιπαλεύσαμε τη μικρονοϊκή αυτάρκεια/των εμπόρων του πολιτισμού/που γέμιζε τη δημόσια σκηνή με λέξεις/μεταλλαγμένων νοημάτων…/». Και καταλήγει με ένα αισιόδοξο μήνυμα για το μέλλον και τον Άνθρωπο: «Όσο ο λόγος μας αυτός διαβάζεται/τόσο θα υπάρχει αντίσταση στην Ισοπέδωση/{…}και όραμα μέλλοντος Ιστορικού/για τον Άνθρωπο/».
Ολοκληρώνοντας την περιδιάβασή μας στο πρωτότυπο, εκτεταμένο σε 700 στίχους επιστολικό ποίημα, Γράμμα στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, που απευθύνεται στον μεγαλύτερο εν ζωή ποιητή Ελλάδας και Κύπρου, με παγκόσμια εμβέλεια, συνοψίζουμε τα εξής: Ότι ξεδιπλώνει στις επτά ενότητές του τον θαυμασμό και την ιδεολογική ταύτιση της Κλεοπάτρας Μακρίδου με τον μεγάλο ποιητή, αλλά εκφράζει και την αγωνία της για τον ρόλο της ποίησης και των ποιητών σε καιρούς χαλεπούς, σε αντίθεση με την αξιοπρεπή και περήφανη στάση των δύο ομότεχνων ποιητών. Επισημαίνουμε ακόμη ότι στηλιτεύει με καυστική γλώσσα την εγκατάλειψη της πατρίδας της, εκφράζει την οργή και τον αποτροπιασμό της για τη στάση των Αθηνών και των «σαλτιμπάγκων» πολιτικών στην περίοδο της τουρκικής εισβολής του 1974, αλλά και την απογοήτευσή της για τη σημερινή εποχή, με τους πολέμους, την «Κοινωνία του ξεπεσμού, του παγκόσμιου κεφαλαίου και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, εποχή των επιφανειακών σχέσεων και των απρόσωπων ανθρώπων». Το ποίημα όμως κλείνει με το αισιόδοξο μήνυμα που φέρνει η Ποίηση, όταν ο λόγος της αντιστέκεται στην ισοπέδωση και οραματίζεται ένα διαφορετικό μέλλον για τον Άνθρωπο.
Στο ποίημα αυτό η Κλεοπάτρα Μακρίδου χρησιμοποιεί έναν εντυπωσιακά πλούσιο λόγο, άλλοτε τρυφερό και επαινετικό για την ποιητική τέχνη και στάση ζωής του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, καθώς κι όταν μιλά για την Πατρίδα της, κι άλλοτε οργισμένο, κοφτερό, επιθετικό, τολμηρό, χειμαρρώδη,γεμάτο πάθος, που πηγάζει από τον πόνο για το Νησί της, εναντίον όλων όσοι το πρόδωσαν και το εγκατέλειψαν βάναυσα στην τύχη του. Τον λόγο αυτόν τον οργισμένο, που προέρχεται από το τραύμα της Κύπρου, τον συναντούμε σε πολλές ποιητικές συλλογές της ποιήτριας. Υιοθετεί τις προσωπικές αντωνυμίες «εσύ, συ», όταν αναφέρεται προσωπικά στον ποιητή, με μια ποικιλία προσφωνήσεων, όπως έχουμε σημειώσει παραπάνω, συχνά εναλλάξ με το «εμείς, μας», όταν ταυτίζεται μαζί του, και κάποτε σε έντονη αντίθεση με άλλες συμπεριφορές. Το ποίημα είναι κατάστικτο από τολμηρές μεταφορές, παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις, εικόνες, αντιθέσεις και διακρίνεται για την πλούσια χρήση λόγιων και καθημερινών λέξεων.Όταν μια λέξη φέρει βαρύ σημασιολογικό φορτίο, υιοθετεί το κεφαλαίο στο αρχικό γράμμα της λέξης.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό κείμενο, πρώτα, γιατί έχει τη μορφή επιστολής προς τον οικουμενικό ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη, και έπειτα, γιατί είναι πλούσιο σε νοηματικό, ιδεολογικό, γλωσσικό, ποιητικό επίπεδο. Ο αναγνώστης συγκινείται, προβληματίζεται, συμπάσχει, αναστοχάζεται.Έτσι θεωρούμε ότι πραγματοποιείται και ο σημαντικότερος στόχος της ποιήτριας, Κλεοπάτρας Μακρίδου, η επιτυχημένη, δηλαδή, πρόσληψη του ποιήματός της και των βαθύτερων νοημάτων του από τον αναγνώστη
