You are currently viewing Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Πωλ Κλωντέλ, ένας αντιφατικός, αδιάλλακτος ποιητής

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Πωλ Κλωντέλ, ένας αντιφατικός, αδιάλλακτος ποιητής

«Τα κάτεργα του ματεριαλισμού» που χαρακτήριζαν την εποχή του, του προκαλούσαν έντονη δυσφορία. Το 1896 θα αποτελέσει καθοριστική χρονιά για την πυξίδα που θ’ ακολουθήσει στη ζωή του. Η ανακάλυψη του Ρεμπώ θα τον οδηγήσει αρχικά στη διέξοδο που του ήταν απαραίτητη, αλλά η αληθινή έκλαμψη  – που θα διαφέρει από εκείνες του Ρεμπώ –και θα τον οδηγήσει – ακινητοποιώντας την ηθική του πυξίδα – στην αγκαλιά του ρωμαιοκαθολικισμού.

Αλλά ήταν άνθρωπος με ισχυρά πάθη που έπρεπε να αντιπαλέψει. Ωστόσο όπως όλοι οι πιστοί που παλεύουν, όχι άπαξ, αλλά διαρκώς με τη συνείδησή τους, προκειμένου να κλειστούν στα στενά όρια του δόγματος που ασπάστηκαν, χρειάστηκε κάποια χρόνια. Αλλά αυτό που αποκάλεσα ηθική πυξίδα κατέγραψε κάποιες αποκλίσεις. Ο Κλωντέλ υπήρξε άκαμπτος και ταυτόχρονα άνθρωπος των παθών όχι μόνο ερωτικών. Ήταν από τους πλέον γήινους συγγραφείς και ένας περιπλανώμενος ανά τον κόσμο, ο κατεξοχήν κοσμοπολίτης.

Οικογενειακά δράματα που ο ίδιος δημιούργησε αλλά και συγκρούσεις στις οποίες επιδόθηκαν οι κληρονόμοι του μετά θάνατον έκαναν την πυξίδα να κινείται ακατάπαυστα και να παλινδρομεί.

Στα σαλόνια του πολυτελούς πύργου που αγόρασε, ανέκαθεν επιβαλλόταν η σιωπή για κάποια θέματα: δεν μιλούσαν ποτέ για την Καμίλ, την μεγαλύτερη αδελφή του Πωλ Κλωντέλ, σπουδαία γλύπτρια και ερωμένη του Ροντέν. Είναι όμως γνωστό ότι λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα της, η μητέρα και ο (θρησκευόμενος) αδελφός της έκλεισαν την Καμίλ σε ψυχιατρική κλινική από όπου δεν ξαναβγήκε ποτέ, παρόλες τις εκκλήσεις για το αντίθετο του ασύλου στο οποίο διαβιούσε.

Επίσης δεν μιλούσαν ποτέ και για την ανεπίσημη οικογένεια του ποιητή, για τη Ροζαλί Βετκ και τη Λουίζ.

Η Ροζαλί ήταν ο μεγάλος έρωτας του Κλωντέλ η Υζέ στον Κλήρο του μεσημεριού και η Προυέζ στο Ατλαζένιο Γοβάκι, δύο από τα σπουδαιότερα θεατρικά έργα που συνέγραψε.  Και η Λουίζ ήταν η κόρη που απέκτησε το παράνομο ζευγάρι, το «αγαπημένο παιδί της καρδιάς μου, το ακριβό και οδυνηρό μυστικό της ζωής μου» όπως έγραφε ο Κλωντέλ σε ένα γράμμα του προς τη φίλη του Ανιές Μεγιέρ.

Ο Κλωντέλ και η Ροζαλί γνωρίστηκαν το 1900 στο πλοίο για την Κίνα. Ο νεαρός διπλωμάτης  -32 ετών τότε- ερωτεύτηκε παράφορα την κομψή γυναίκα που ταξίδευε με τα τέσσερα παιδιά της για να συναντήσει τον σύζυγό της Φράνσις Βετκ, έναν τυχοδιώκτη που έκανε δουλειές στην Άπω Ανατολή. Την πήρε μαζί του, εγκαταστάθηκαν στο γαλλικό προξενείο της πόλης Φουζού στην επαρχία Φουτζιάν και επί  τέσσερα χρόνια έζησαν ένα πάθος το οποίο παραλίγο να του καταστρέψει την καριέρα. Τον Αύγουστο του 1904 η Ροζαλί επιστρέφει στην Ευρώπη με την υπόσχεση ότι θα χώριζε τον Βετκ για να παντρευτούν. Είναι έγκυος και ο Κλωντέλ θέλει να δώσουν στο παιδί τους το όνομα Λουί ή Λουίζ ανάλογα με το φύλο. Αλλά η Ροζαλί εξαφανίζεται. Στο πλοίο της επιστροφής γνωρίζει τον Ολλανδό επιχειρηματία Ζαν Λίντνερ και εγκαθίσταται μαζί του στις Βρυξέλες. Δεκατρία χρόνια αργότερα στέλνει στον Κλωντέλ ένα γράμμα με τα νέα της Λουίζ, που θα τον εμπνεύσει να γράψει το Ατλαζένιο Γοβάκι.

Ο Κλωντέλ εντωμεταξύ έχει παντρευτεί την Ρεν Σεν Μαρί Περέν, γόνο πολύ καλής οικογενείας της Λυών με την οποία θα αποκτήσει πέντε παιδιά. Από την στιγμή, όμως που αρχίζει να επικοινωνεί ξανά με τη Ροζαλί, η οικογένεια Κλωντέλ θα γίνει άνω κάτω εξαιτίας  της ζήλειας αλλά και των χρημάτων που στέλνει κάθε τόσο ο συγγραφέας στην κόρη του και τη μητέρα της η οποία έχει ξεπέσει οικονομικά.

Παράλληλα με τον θυελλώδη ιδιωτικό βίο, καθόλου «θεάρεστο», ο Κλωντέλ έκανε καριέρα ως διπλωμάτης και φυσικά υπήρξε σημαντικός συμβολιστής ποιητής και δημιουργός ενός ιδιότυπου ποιητικού θεάτρου με έντονα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

Ο Κλωντέλ όντας μεταφυσικός και μυστικιστής προσδοκά έναν κόσμο πέραν του φαινομενικού, υπήρξε ενάντιος στην επιστημονική ρητορεία και ακολούθησε τον Λεόν Μπλουά. Για τον Κλωντέλ αληθινή πατρίδα αποτελούσε ο Μεσαίωνας, τα σύμβολα του και η λογοτεχνία του.

Αλαζονικός, υπερήφανος χριστιανός, αμετάπειστος, δεσποτικός, άτεγκτος απέναντι στις αμφιβολίες και τις αδυναμίες της ψυχής. Ο Κλωντέλ ήταν αδιάλλακτος και στην λογοτεχνική του κριτική θεωρώντας ασήμαντο τον Κορνέιγ, κακοποιά στοιχεία τον Γκαίτε και τον Ρενάν, ειδεχθείς τον Ουγκό και τον Μισλέ. Ζει σε ατμόσφαιρα ολοκληρωτικής απολυταρχικής πίστης αγνοώντας την εποχή του. Όντας ξένος προς τους λογοτεχνικούς κύκλους – αν εξαιρέσουμε τη σχέση του με τον Μαλαρμέ και τον Ζιντ – αγνοήθηκε επί μακρόν και στην αρχή έμεινε και εκτός της καταξίωσης που πρόσφερε η Γαλλική Ακαδημία.

Ο Κλωντέλ γεννήθηκε στη Βιλνέβ-συρ-Φερ, ένα χωριό στο βορρά της Γαλλίας, στο νομό Εν (Aisne) στη διοικητική περιοχή Ο-ντε-Φρανς (Hauts-de-France), σε οικογενειακό περιβάλλον αγροτών και κυβερνητικών υπαλλήλων. Ο πατέρας του ήταν υποθηκοφύλακας. Η μητέρα του προέρχονταν από μια οικογένεια Καθολικών αγροτών και ιερέων της Καμπανίας. Αφού πέρασε τα πρώτα του χρόνια στην Καμπανία, φοίτησε στο λύκειο Louis-le-Grand (στο ίδιο που είχε φοιτήσει και ο Σαρλ Μπωντλαίρ) από το 1882, όταν οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι. Άπιστος αρχικά στα εφηβικά του χρόνια, βίωσε μια ξαφνική μεταστροφή στον καθολικισμό στην ηλικία των δεκαοχτώ ετών την Ημέρα των Χριστουγέννων του 1886 καθώς άκουγε τη χορωδία να ψέλνει τον Εσπερινό στον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων: «Σε μια στιγμή η καρδιά μου αγγίχτηκε και πίστεψα».

Ο Πωλ Κλωντέλ σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες.

Το 1890 πέτυχε πρώτος στις εξετάσεις στο υπουργείο Εξωτερικών και άρχισε μια λαμπρή σταδιοδρομία στο γαλλικό διπλωματικό σώμα, στο οποίο υπηρέτησε από το 1893 έως το 1936. Λόγω της εργασίας του βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, στην Κίνα, όπου έμεινε για 14 χρόνια, σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης: Πράγα, Φρανκφούρτη, Αμβούργο κ.α. και στη Νότια Αμερική. Ενώ υπηρετούσε στη Βραζιλία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επόπτευε τη συνεχή παροχή προμηθειών από τη Νότια Αμερική στη Γαλλία. (Ένας από τους γραμματείς του κατά τη διάρκεια της αποστολής της Βραζιλίας ήταν ο Νταριύς Μιλώ, αργότερα παγκοσμίως γνωστός συνθέτης, ο οποίος μελοποίησε πολλά ποιήματα του Κλωντέλ και έγραψε το λιμπρέτο στο Βιβλίο του Χριστόφορου Κολόμβου (le Livre de Christophe Colombe, 1933).

Το 1936 αποσύρθηκε από τη διπλωματική υπηρεσία και αποτραβήχθηκε στο κτήμα του στο Μπρανγκ, στο νομό Ιζέρ, στα ανατολικά της Γαλλίας, όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη και τον σχολιασμό της Αγίας Γραφής.

Το 1946 εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Το 1951 τιμήθηκε με τον μεγάλο σταυρό της γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής.

Πέθανε το 1955, σε ηλικία 86 ετών. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη στο Παρίσι, στην εκκλησία της Παναγίας των Παρισίων και λίγους μήνες αργότερα ενταφιάστηκε στο Μπρανγκ.

Μετά την ήττα της Γαλλίας το 1940, ο Πωλ Κλωντέλ απηύθυνε το ποίημα Λόγια στον στρατάρχη (Paroles au Maréchal) στον στρατάρχη Φιλίπ Πεταίν, όπου τον παρακινούσε να διασώσει το σπασμένο, τραυματισμένο σώμα της Γαλλίας. Παρόλο που το ποίημα αυτό δεν ήταν ύμνος στον Πεταίν αλλά ένας πατριωτικός θρήνος για την κατάσταση της Γαλλίας χρησιμοποιήθηκε μερικές φορές εις βάρος του. Ωστόσο, οι κατηγορίες ότι ήταν συνεργάτης, με βάση αυτό το παραπάνω ποίημα, αγνοούν το γεγονός ότι η υποστήριξη στον στρατάρχη Πεταίν και στην παράδοση ήταν, στο καταστροφικό κλίμα της ήττας, της συναισθηματικής κατάρρευσης και της εξάντλησης του 1941, ευρέως διαδεδομένη σε όλο το γαλλικό λαό (όπως αποδεικνύεται από τη μεγάλη πλειοψηφία υπέρ του Πεταίν και της διάλυσης της Τρίτης Δημοκρατίας στο γαλλικό κοινοβούλιο το 1940, με υποστήριξη που εκτείνονταν σε όλο το πολιτικό φάσμα). Επιπλέον, το 1935, είχε γράψει μια ανοιχτή επιστολή στην Παγκόσμια Εβραϊκή Διάσκεψη καταδικάζοντας τους νόμους της Νυρεμβέργης ως «αποτρόπαιους και ηλίθιους». Επίσης, τα ημερολόγια του Πωλ Κλωντέλ καθιστούν σαφή τον συνεχή αποτροπιασμό του για το ναζισμό, καταδικάζοντας τον ήδη από το 1930 ως «δαιμονικό» και «σατανικό» και αναφερόμενος στον κομμουνισμό και το ναζισμό ως «Γωγ και Μαγώγ», η δε στάση του προς το κράτος του Βισύ γρήγορα σκληρύνθηκε.

«Το μεγαλύτερο κύμα ποιητικής θάλασσας που δεχτήκαμε μετά την εποχή του Ουγκώ» σημείωσε ο Τιμπωντέ, ενώ ο Ζακ Ριβιέρ υπογραμμίζει πως «δεν επιθυμεί τη συναίνεσή μας, αλλά απαιτεί την ψυχή μας για να την προσφέρει στο θεό».

 

Βοηθήματα:
-Πωλ Κλωντέλ, το Ατλαζένιο Γοβάκι, μτφρ. Στρατής Πασχάλης, Άγρα, 2014, από το βιογραφικό κείμενο που προτάσσεται.
-Βικιπαίδεια

Κώστας Γιαννόπουλος

Ο ΚΩΣΤΑΣ Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Συνεργάστηκε για μια πενταετία με την εφημερίδα «η Εποχή» (όπου διατηρούσε τη στήλη'Περίτεχνα' και έφτιαχνε σκίτσα) και με το περιοδικό ‘''Στίγμα''’ από την ίδρυση του ως την αναστολή της έκδοσής του. Υπήρξε, επίσης, σύμβουλος του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων όπου οργάνωσε ''5 συζητήσεις για ποίηση σαν παρτίδες πόκερ''Δημοσίευσε βιβλιοκριτικές στην «Καθημερινή» και στη «Νέα Εστία», παρουσίασε στο Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ εκπομπές με ελληνική μελοποιημένη ποίηση, και αρθρογράφησε στο περιοδικό «Γαλέρα» καθώς και στα περιοδικά ''Νέο επίπεδο'' και ''Διαβάζω'' Εξέδωσε μια μονογραφία για τον Περικλή Γιαννόπουλο και μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον Μιχαήλ Μητσάκη. Έχει γράψει ακόμη ένα θεατρικό μονόλογο και ένα βιογραφικό δοκίμιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τα οποία είναι ανέκδοτα. Δημοσίευε στο περιοδικό «Ιστορία εικονογραφημένη» και συνεργάζεται με το περιοδικό δρόμου, ΣΧΕΔΊΑ ενώ είναι αρχισυντάκτης του Στρόβιλος.gr.

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.