Η Φαίδρα ανάμεσα στον πόθο και την καταστροφή
Στο θέατρο Αλκμήνη παρουσιάζεται η παράσταση «Φαίδρα του Γιάννη Ρίτσου», σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, με τη Βανέσσα Βαΐτση και τον Κωνσταντίνο Ντάτη.
Ο μονόλογος του Ρίτσου εμβαθύνει στον ψυχισμό της Φαίδρας, με έμφαση στη συναισθηματική της πάλη και στην αδυναμία της ανθρώπινης φύσης να αντιπαραταχθεί στο ασύλληπτο και καταδικασμένο. Μεταφέρει δηλαδή τον μύθο στα πάθη του ανθρώπου, που τον κάνουν να υποφέρει, να διχάζεται και να διαλύεται εσωτερικά. Η Φαίδρα μιλάει στον εαυτό της, εξωτερικεύοντας τα εσώψυχά της, με αποτέλεσμα η τραγωδία να τοποθετείται μέσα της, στην εσωτερική της σύγκρουση.
Η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία της παράστασης συνθέτει έναν χώρο έντονα συμβολικό, όπου το κόκκινο χρώμα είναι εμμονικά κυρίαρχο, αντανακλώντας την αποκλειστική προσήλωση της Φαίδρας στο αντικείμενο του πόθου της, καθώς είναι μια προέκταση της φλεγόμενης ψυχής της. Το κόκκινο χρώμα απλώνεται παντού, στα υφάσματα, στα έπιπλα, ακόμη και στο μακρύ πανί που διατρέχει τη σκηνή, σαν ένα ποτάμι πάθους που ξεχειλίζει και δεν μπορεί να περιοριστεί. Έτσι, το ρέον κόκκινο γίνεται δραματουργικό στοιχείο, υπογραμμίζοντας την ερωτική παραφορά της ηρωίδας και το μελλοντικό αίμα. Είναι όμως και μια οπτικοποίηση του χειμαρρώδους λόγου της αυτό το κόκκινο ποτάμι, που την περιβάλλει αλλά και την εγκλωβίζει σε ένα είδος προσωπικού εγκλεισμού.
Ιδιαίτερα εύγλωττη η άδεια χρυσή κορνίζα, μέσα από την οποία, διέρχεται το κόκκινο ύφασμα, σαν μια φλέβα που πάλλεται ανεξάρτητη, δημιουργώντας μια όψη τελετουργική. Κάτι που θα συνδυαστεί με την τελική έκβαση του έργου. Η κορνίζα, χωρίς εικόνα στο εσωτερικό της, μοιάζει να υποδηλώνει την απουσία του Ιππόλυτου, αλλά και την αδυναμία της Φαίδρας να δει την επιθυμία της να αντανακλάται κάπου. Ίσως, στο κενό αυτό να κατοικούν όσα χάνονται από τη μη εκπλήρωση του πάθους, αλλά και όσα θα χαθούν από την παράδοσή της σε αυτό. Ξεχειλίζοντας το πανί από τα όρια της κορνίζας δείχνει έναν συναισθηματισμό που δεν χωρά μέσα σε κανένα πλαίσιο κοινωνικής ή ηθικής τάξης. Η σκηνή λοιπόν, θυμίζοντας έναν παρηκμασμένο οίκο εξουσίας και πλημμυρισμένη από το αισθησιακό κόκκινο, δηλώνει μια επιθυμία που δεν μπορεί να συγκρατηθεί με τίποτα. Όλος ο χώρος αναπνέει μέσα στον ίδιο ερωτικό πυρετό που κατακλύζει τη Φαίδρα.
Έτσι, όλη η σκηνή έχει μετατραπεί σε ψυχικό τοπίο. Το κόκκινο είναι η ίδια η φωνή της Φαίδρας, φωνή που καίει, παρασύροντας τα πάντα στο στροβιλισμό της. Απόλυτα εκτεθειμένη, εξωτερικεύει μέσα από ένα παραλήρημα την εσωτερική της θύελλα. Η μάχη της, από το πεδίο των αισθήσεων και των στιγμιότυπων με πολύτιμες για εκείνη αναμνήσεις, διευρύνεται σε μάχη υπαρξιακή και τραγικά αδιαπραγμάτευτη.
Η Βανέσσα Βαΐτση ερμηνεύει όλη αυτή τη χωρίς ανταπόκριση ερωτική παράκρουση, απλώνοντας το ρεύμα μιας μανιασμένης φόρτισης με κάθε κίνησή της να αιωρείται δυναμικά στον χώρο. Ίσως με κάποια υπερβολή σε σημεία, αλλά ποιος μπορεί να οριοθετήσει με σύνορα μια τέτοια παραζάλη; Γίνεται φορέας της τραγικής συνείδησης μιας ηρωίδας που αγωνίζεται να συγκρατήσει τη δύναμη που την πυροδοτεί και ταυτόχρονα την καταστρέφει. Από την αρχή ο θεατής αντιλαμβάνεται πως δεν θα παρακολουθήσει μια αφήγηση, αλλά μια ψυχική απογύμνωση, όπου η ποίηση του λόγου συναντάει την ένταση της σκηνικής παρουσίας.
Η ηθοποιός δίνει μια εκδοχή αυτογνωσίας σε δημόσια θέα, όπου η κάθε λέξη γίνεται οξύ που καίει τη γλώσσα της, όταν δεν είναι μια απελπισμένη ικεσία αγάπης. Κάθε παύση φέρνει βάρος και η έντονη κινητικότητά της μέσα στον στενό χώρο θυμίζει μια παγιδευμένη τίγρη, αλλά μοιάζει ταυτόχρονα να την πηγαίνει περιστροφικά όλο και πιο βαθιά στη συντριβή της. Ο Ιππόλυτος, σιωπηλός και ανέκφραστος, άπιαστος, γίνεται απέναντί της ένας καθρέφτης του αντίθετου, που τονίζει το βάρος της δικής της ύπαρξης και της αδυναμίας της να απελευθερωθεί από αυτό που δεν μπορεί ούτε να αρνηθεί ούτε να ξεριζώσει από μέσα της.
Στα χαμηλόφωνα σημεία της ερμηνείας, στις στιγμές κάποιας αυτοσυγκράτησης της Φαίδρας, με τα όποια εναπομείναντα υλικά της σύνεσης, ήταν σχεδόν μαγικό που φαινόταν να ισορροπεί ακριβώς στο κέντρο της ύπαρξής της, αποδεικνύοντας ότι και εκεί είναι πάλι η ίδια, ότι και η λογική της βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την έξαψη της καρδιάς της. Επιτυχημένη αυτή η συνέπεια, αποκάλυπτε μια γυναίκα ισχυρή, που τόσο στην ώρα της έκρηξης όσο και στην ώρα που καταλάγιαζε λίγο η ταραχή μέσα της, παρέμενε αναλλοίωτα σταθερή, αποδεχόμενη την προδιαγεγραμμένη μοίρα.
Ο νεαρός Ιππόλυτος του Κωνσταντίνου Ντάτη προσθέτει το σιωπηλό αντίβαρο στον χαρακτήρα της Φαίδρας, με μια παρουσία ακέραιη, που καταφέρνει να εικονοποιήσει την αίσθηση του «στέρεου τοίχου», της απόλυτης άρνησης, πάνω στην οποία πέφτει και τσακίζεται η Φαίδρα.
Το σκηνικό, η μουσική, οι φωτισμοί και οι σιωπές, αλλά και η βαθιά φωνή του αφηγητή στην έναρξη και στον επίλογο της παράστασης συνεργάζονται για να χαράξουν τον ψυχικό λαβύρινθο της Φαίδρας, εκεί που το πάθος και η ενοχή δεν έχουν διέξοδο. Η μουσική υπόκρουση αντανακλά μια ανάσα θηλυκού πόθου, γεμάτη τραγικότητα.
Η «Φαίδρα του Γιάννη Ρίτσου» είναι παράσταση που επιδιώκει να τραβήξει τον θεατή στην υπαρξιακή δίνη όπου η επιθυμία και το πεπρωμένο γίνονται ένα. Ο λόγος, ποιητικός και άμεσος, γεμάτος εικόνες και συμβολισμούς, δεν απαλύνει το πάθος, αλλά το επαυξάνει, με έντονες διαμαρτυρίες, με τρυφερά ξεσπάσματα και αισθαντικές περιγραφές, ακόμα και με ειρωνικές διαπιστώσεις γεμάτες πίκρα.
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι μόνο η εικόνα μιας ηρωίδας εγκλωβισμένης στην επιθυμία της, αλλά και η αίσθηση της τραγικής πάλης του σώματος με το απαγορευμένο και με το αμετάκλητο του πεπρωμένου. Το κείμενο και η παράσταση μεταφέρουν τη διττή φύση του έρωτα, αφήνοντας πίσω τη σιωπηλή ηχώ του έρωτα που γίνεται θάνατος, φέρνοντας τον θεατή αντιμέτωπο με τις αχαρτογράφητες πτυχές της ανθρώπινης επιθυμίας.
Η Κατερίνα Καζολέα είναι ιστορικός τέχνης και συγγραφέας
(https://katerinakazolea.gr/)
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Κατσούγκρης
Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
Επιμέλεια μουσικής: Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
Διανομή: Βανέσσα Βαΐτση, Κωνσταντίνος Ντάτης
Σχεδιασμός φωτισμών: Μανώλης Μπράτσης
Ηχογράφηση: Studio19st – Κώστας Μπώκος
Σχεδιασμός video: Studio19st
Φωτογραφίες:Νεκτάριος Σουλδάτος
Εταιρεία Παραγωγής:ÇaVa ΑΜΚΕ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Χώρος: Θέατρο Αλκμήνη, Αλκμήνης 8-12, Αθήνα 118 54
