Δεν ακούς τα σκυλιά να γαβγίζουν
-Ιγνάσιο, σύ που είσαι εκεί πάνω, πες μου μήπως ακούς κάτι, μήπως βλέπεις κανένα φως πουθενά;
-Δεν φαίνεται τίποτα.
-Πρέπει να είμαστε κοντά πια.
-Ναι, δεν ακούγεται τίποτα όμως.
-Κοίτα καλά. -Δεν φαίνεται τίποτα.
-Αχ, καημένε Ιγνάσιο…
Η μαύρη, μακριά σκιά των δύο αντρών εξακολουθούσε να προχωρεί ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας, να σκαρφαλώνει στα βράχια, να μικραίνει και να μεγαλώνει κάτω από το φεγγαρόφωτο ανάλογα με την πορεία της στην όχθη του ποταμού. Ήταν μια μόνο σκιά που ταλαντευόταν.
Το φεγγάρι είχε ανατείλει βγαίνοντας από τη γη, σαν φλεγόμενη μπάλα.
-Πρέπει να φτάνουμε πια σε εκείνο το χωριό, Ιγνάσιο. Εσύ που ακούς καλά, κοίτα να δεις μήπως ακούσεις να γαβγίζουν σκυλιά. Θυμήσου που μας είπαν ότι η Τονάγια βρίσκεται λίγο μετά και πίσω από το βουνό. Και είναι ώρα που έχουμε περάσει το βουνό. Θυμήσου, Ιγνάσιο.
-Ναι, δεν βλέπω όμως κανένα ίχνος από χωριό.
-Έχω κουραστεί.
-Κατέβασέ με.
Ο γέρος στράφηκε γύρω, βρήκε ένα γκρεμισμένο τοίχο και ακούμπησε εκεί, χωρίς να λύσει το φορτίο από τους ώμους του. Αν και λύγιζαν τα γόνατά του, δεν ήθελε να καθίσει γιατί μετά δεν θα μπορούσε να σηκώσει το σώμα του γιου του, όπως εκεί πέρα, ώρες πριν,που τον είχαν βοηθήσει να τον πάρει στην πλάτη του. Και από τότε έτσι τον είχε κουβαλήσει.
-Πώς αισθάνεσαι;
-Άσχημα.
Μιλούσε λίγο. Κάθε φορά και λιγότερο. Κατά διαστήματα φαινόταν να τον παίρνει ο ύπνος και άλλοτε να κρυώνει. Έτρεμε. Εκείνος, ο πατέρας, καταλάβαινε πότε έπιανε τρεμούλα το γιο του από τα τινάγματα που έκανε και τότε τα πόδια του χτυπούσαν στα πλευρά του σαν σπιρούνια. Λίγο μετά τα χέρια του γιου, που πριν ήταν δεμένα στο στήθος του, ταλαντεύονταν πέρα δώθε κοντά στο κεφάλι του σαν κουδούνια.
Έσφιγγε τα δόντια του για να μη δαγκώσει τη γλώσσα του και όταν χαλάρωνε τον ρωτούσε:
-Πονάς πολύ;
-Λίγο, απαντούσε αυτός.
Στην αρχή του είχε πει. «Ακούμπα με εδώ… άσε με εδώ… Πήγαινε εσύ μόνος σου. Θα σε φτάσω το πρωί ή όταν συνέλθω λίγο.» Του το είχε πει καμιά πενηνταριά φορές. Τώρα ούτε αυτό δεν έλεγε.
Εκεί πάνω είχε βγει το φεγγάρι. Μπροστά τους. Ένα φεγγάρι, μεγάλο με χρώματα που τους έλουζε στο φως, που μάκραινε και σκοτείνιαζε ακόμα περισσότερο τη σκιά τους πάνω στη γη.
-Δεν ξέρω πια προς τα πού να κάνω, έλεγε ο πατέρας.
Κανείς όμως δεν του απαντούσε.
Ο ένας, ο γιος, πήγαινε καβάλα, το φεγγάρι τον φώτιζε ολόκληρο, το πρόσωπό του ωχρό χωρίς αίμα, να αντανακλά ένα φως σκοτεινό. Και ο άλλος, ο πατέρας, εδώ κάτω να τον κουβαλά στην πλάτη του.
-Με άκουσες ,Ιγνάσιο; Σου λέω, δεν βλέπω καλά.
Και ο άλλος συνέχιζε να μην απαντά.
Προχωρούσε σκουντουφλώντας. Κλονιζόταν το σώμα έχανε για λίγο την ισορροπία του και μετά ίσιωνε για να σκοντάψει ξανά.
– Δεν είναι αυτός ο δρόμος. Μας είπαν ότι πίσω από το λόφο βρίσκεται η Τονάγια. Και έχουμε περάσει το λόφο. Και η Τονάγια πουθενά, ούτε ακούγεται κάτι που να μας λέει ότι είναι εδώ κοντά. Γιατί δεν θέλεις να μου πεις τι βλέπεις, εσύ που είσαι εκεί πάνω, Ιγνάσιο;
-Κατέβασέ με, πατέρα.
-Δεν είσαι καλά;
-΄Όχι.
-Θα σε πάω στην Τονάγια ή όπου αλλού χρειαστεί. Εκεί θα βρω κάποιον να σε φροντίσει. Λένε πως υπάρχει γιατρός εκεί. Εγώ θα σε πάω σε εκείνον. Ώρες σε κουβαλάω και δεν θα σε αφήσω να σε αποτελειώσουν όποιοι και να ‘ναι αυτοί που σε κυνηγούν.
Ταλαντεύτηκε λίγο. Έκανε δυο τρία βήματα πέρα δώθε και ξαναΐσιωσε.
-Θα σε πάω στην Τονάγια.
-Κατέβασέ με.
Η φωνή του ξέπνοη, μόλις ακουγόταν.
-Θέλω να πλαγιάσω λίγο.
-Κοιμήσου στην πλάτη μου. Σε έχω καλά δεμένο.
Το φεγγάρι ανέβαινε σχεδόν μπλε τώρα σε έναν ξάστερο ουρανό. Το πρόσωπο του γέρου, κάθιδρο φωτίστηκε ολόκληρο. Κατέβασε τα μάτια για να μην κοιτά μπροστά μια και δεν μπορούσε να σκύψει το κεφάλι αφού τα χέρια του γιου του το κρατούσαν σφιχτά.
-Όλα αυτά που κάνω, δεν τα κάνω για σένα. Τα κάνω για τη μητέρα σου, την πεθαμένη. Γιατί ήσουν ο γιος της. Για αυτό τα κάνω. Αυτή πάλι θα ήταν σύμφωνη, αν εγώ σε είχα αφήσει πεταμένο εκεί όπου σε βρήκα και δεν θα σε είχα μαζέψει για να σε φέρω σε μέρος που θα σε γιάτρευαν, όπως κάνω τώρα. Είναι αυτή που μου δίνει κουράγιο, όχι εσύ. Και για σένα από πού να αρχίσω, δεν σου χρωστάω τίποτα παρά μόνο μπελάδες και ντροπές και ταπεινώσεις.
Ίδρωνε μιλώντας. Το νυχτερινό αγιάζι του στέγνωνε τον ιδρώτα. Και αμέσως ίδρωνε πάλι.
-Ξεθεώθηκα, θα φτάσω όμως με σένα στην Τονάγια, μήπως και σου γιάνουν αυτές τις πληγές που σου έκαναν. Είμαι όμως σίγουρος ότι μόλις αισθανθείς καλύτερα θα ξαναπάρεις τον κακό το δρόμο. Αυτό πια δεν με νοιάζει. Φτάνει να φύγεις μακριά, εκεί που εγώ δεν θα μαθαίνω για σένα. Μόνο και μόνο αυτό… Γιατί για μένα εσύ δεν είσαι το παιδί μου. Έχω καταραστεί το αίμα που πήρες από μένα. Όσο μου έτυχε, το έχω καταραστεί. Έχω πει: «Το αίμα που εγώ σου έδωσα, να σου σαπίσει στα νεφρά!» Το είπα όταν έμαθα ότι εσύ αλήτευες στους δρόμους, ζώντας με την κλεψιά και σκοτώνοντας κόσμο… Και καλό κόσμο. Και αν όχι, εκεί είναι ο κουμπάρος μου ο Τρανκιλίνο. Αυτός που σε βάφτισε. Αυτός που σου έδωσε το όνομα. Σ’ αυτόν έτυχε η κακοτοπιά, η ατυχία να συναντηθεί με σένα. Από τότε είπα: «Αυτός δεν μπορεί να είναι γιος μου.»
-Κοίτα μήπως και βλέπεις κάτι.
-Δεν βλέπω τίποτα.
-Τόσο το χειρότερο για σένα, Ιγνάσιο.
-Διψάω.
-Βαστάξου! Πρέπει να είμαστε κοντά. Φταίει που είναι ακόμα νύχτα βαθιά και μάλλον έχουν σβήσει τα φώτα στο χωριό. Όμως θα έπρεπε τουλάχιστον να ακούς αν γαυγίζουν τα σκυλιά. Κάνε να ακούσεις.
-Δωσ’ μου νερό.
-Εδώ δεν έχει νερό. Δεν έχει παρά πέτρες. Βαστάξου. Ακόμα κι αν υπήρχε, δεν θα σε κατέβαζα για να πιεις νερό. Ποιος θα με βοηθούσε για να σε φορτωθώ ξανά και μόνος μου εγώ δεν μπορώ.
-Διψάω πολύ και νυστάζω πολύ.
-Θυμάμαι όταν γεννήθηκες. Έτσι ήσουν από τότε. Ξυπνούσες πεινασμένος και έτρωγες για να ξανακοιμηθείς. Και η μάνα σου σού έδινε νερό γιατί της είχες στραγγίξει όλο το γάλα. Δεν χόρταινες και ήσουν κακότροπος πολύ. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι με τον καιρό εκείνα τα νεύρα θα σε χτυπούσαν στο κεφάλι… Αλλά έτσι έγινε. Η μητέρα σου, που αναπαύεται εν ειρήνη, ήθελε να μεγαλώσεις και να γίνεις δυνατός. Πίστευε ότι, όταν εσύ θα μεγάλωνες, θα ήσουν το στήριγμά της. Δεν είχε εκτός από σένα κανέναν άλλο. Το άλλο παιδί που θα γεννούσε την έστειλε στον τάφο. Και εσύ, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, θα τη σκότωνες δεύτερη φορά αν ήταν ζωντανή.
Κατάλαβε πως ο άντρας που κουβαλούσε στους ώμους του, σταμάτησε να σφίγγει τα γόνατα στα πλευρά του και άφησε ελεύθερα τα πόδια να ταλαντεύονται πάνω του, πότε από την μια μεριά και πότε από την άλλη. Του φάνηκε επίσης πως το κεφάλι ψηλά πάνω του, τρανταζόταν σαν να έκλαιγε με λυγμούς.
Πάνω στα μαλλιά του αισθάνθηκε ότι έπεφταν χοντρές σταγόνες σαν δάκρυα.
-Κλαις, Ιγνάσιο; Είναι αλήθεια ότι η θύμηση της μάνας σου σε κάνει να κλαις; Ποτέ όμως δεν έκανες κάτι για εκείνη. Μας το πλήρωνες πάντα με κακό. Είναι σαν να σου στάξαμε στο σώμα κακία αντί για στοργή. Και να, βλέπεις; Τώρα σε τραυμάτισαν. Είδες τι έγινε με τους φίλους σου. Τους σκότωσαν όλους. Όμως εκείνοι δεν είχαν κανέναν. Θα μπορούσαν μια χαρά να πουν: «Δεν έχουμε κανέναν να λυπηθεί για μας.» Αλλά εσύ, Ιγνάσιο;
Φάνηκε πια το χωριό. Είδε να γυαλίζουν οι στέγες στο φως του φεγγαριού. Ένιωθε ότι τον πίεζε το βάρος του γιου του και ότι λύγιζαν τα γόνατά του στην τελευταία προσπάθεια να φτάσουν. Πλησιάζοντας στο πρώτο οίκημα έγειρε στο πεζοδρόμιο, στο αντέρεισμα και έλυσε το σώμα, άψυχο,παράλυτο σαν να του είχαν σπάσει τις αρθρώσεις.
Ελευθέρωσε με δυσκολία τα δάχτυλα του γιου του από πάνω του. Είχαν κάνει όλο το δρόμο με το να κρατιέται εκείνος από το λαιμό του. Με το που ελευθερώθηκε άκουσε σαν από όλες τις μεριές τα σκυλιά να γαυγίζουν.
-Και συ δεν τα άκουγες, Ιγνάσιο;… Είπε.- Ούτε καν σε αυτό που ήλπιζα τουλάχιστον,δεν με βοήθησες.
Ευμορφία Μαντζαβίνου
