Όσα δεν μαθαίνουμε στη δημόσια Ιστορία
Ιστορικός δεν είμαι· θα διάβαζα όμως με ενδιαφέρον ένα βιβλίο για ένα θέμα που γνωρίζουμε ήδη από τα σχολικά μας χρόνια και που επανέρχεται κάθε χρόνο στον δημόσιο λόγο με αφορμή την επέτειο της Επανάστασης του 1821 — μέσα από τις σχολικές αφηγήσεις, αλλά και μέσα από τη φωνή των ποιητών του Αγώνα, ιδίως του Διονυσίου Σολωμού. Ένα βιβλίο, ωστόσο, που υπόσχεται να αρθρώσει αλήθειες και να φωτίσει όψεις τις οποίες η σχολική Ιστορία ή άλλες δημόσιες αφηγήσεις αποσιωπούν.
Για τους περισσότερους από εμάς, η λέξη «Μεσολόγγι» παράγει συχνά έναν κούφιο απόηχο ρητορικών λόγων· το νέο βιβλίο, όμως, του Σπύρου Αλεξίου Προδομένο Μεσολόγγι (Εκδόσεις Τόπος, 2026) έρχεται να ταράξει τα νερά της εθνικής μας αυτογνωσίας. Πολύτιμος οδηγός σε αυτή τη διαδρομή λειτουργεί ο πρόλογος του σημαντικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Παντελή Μπουκάλα, ο οποίος, έχοντας και ο ίδιος καταγωγή από το Μεσολόγγι, προσεγγίζει το θέμα με τη δέουσα ευαισθησία, αλλά και με την αυστηρότητα που επιβάλλει η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας.
Ο συγγραφέας του βιβλίου, Σπύρος Αλεξίου, απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, έχει ήδη δώσει δείγματα γραφής με έργα που αναζητούν τις «ρωγμές» της επίσημης ιστορίας. Στο νέο του πόνημα δεν αναπαράγει το βολικό αφήγημα της αδιατάρακτης ελληνικής ενότητας. Αντίθετα, αναδεικνύει την ιστοριογραφία ως πεδίο έντονων συγκρούσεων, όπου η «εθνικά ορθή» αφήγηση συχνά αποσιωπά ενοχλητικές λεπτομέρειες προκειμένου να εξωραΐσει γεγονότα και επιλογές. Το κεντρικό και αμείλικτο ερώτημα που θέτει ο Αλεξίου είναι γιατί οι υπερασπιστές της πόλης αφέθηκαν τελικά να γονατίσουν απέναντι στον ανίκητο εχθρό της πείνας, τη στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση διέθετε —χάρη στα δάνεια— τις οικονομικές δυνατότητες να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό τους. Η απάντηση που προτείνει είναι κατηγορηματική: η εγκατάλειψη των αγωνιστών υπήρξε συνειδητή πολιτική επιλογή, μια μορφή προδοσίας από εκείνους που είχαν το καθήκον να τους στηρίξουν.
Η μελέτη του Αλεξίου δεν περιορίζεται στην τελική πράξη της πολιορκίας. Αντίθετα, ανασυνθέτει με ευρύ ιστορικό ορίζοντα τη διαδρομή του Μεσολογγίου από τα προεπαναστατικά χρόνια έως την καταστροφή του. Στα πρώτα κεφάλαια παρακολουθούμε τη διαμόρφωση της πόλης, την ανάπτυξή της και τον ρόλο της στην περιοχή της δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύνθετη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής: στον κόσμο των αρματολών, στις αντιπαραθέσεις μεταξύ τοπικών δυνάμεων, αλλά και στη συχνά συγκρουσιακή σχέση τους με τις πολιτικές ηγεσίες της Επανάστασης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του ρόλου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και των επιλογών του, καθώς και η διερεύνηση συμμαχιών —όπως η ελληνοαλβανική— που αναδείχθηκαν πρόσκαιρες και εύθραυστες.
Παράλληλα, το βιβλίο εντάσσει την ιστορία του Μεσολογγίου στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων, η εμπλοκή της Αιγύπτου του Μοχάμετ Άλι και η προέλαση του Ιμπραήμ Πασά διαμορφώνουν ένα σκηνικό στο οποίο η πολιορκημένη πόλη μετατρέπεται σε σύμβολο αλλά και σε πεδίο δραματικών πολιτικών επιλογών. Μέσα από αυτή τη σύνθετη ιστορική προοπτική, οι δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου και η πορεία προς την Έξοδο παρουσιάζονται όχι μόνο ως ηρωικό επεισόδιο, αλλά και ως αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας στρατηγικών λαθών, αντιπαραθέσεων και παραλείψεων.
Όπως επισημαίνει ο Παντελής Μπουκάλας, η προσέγγιση του Αλεξίου διέπεται από τον οφειλόμενο σεβασμό στη μνήμη των Εξοδιτών, αλλά και από την απαραίτητη αυστηρότητα στη διερεύνηση της στάσης των ηγετικών προσώπων και της κυβέρνησης, η οποία δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε εγκαίρως τη σημασία του Μεσολογγίου για την έκβαση της Επανάστασης.
Η πρωτοτυπία του βιβλίου έγκειται επίσης στην ανάδειξη της «μισής» ιστορίας, εκείνης που αφορά την παρουσία και τη δράση χιλιάδων γυναικών στην πολιορκημένη πόλη. Ο Αλεξίου αποκαθιστά τη συμβολή τους, παρουσιάζοντάς τες όχι απλώς ως υποστηρικτικές μορφές, αλλά ως ισότιμα μέλη του αγώνα: γυναίκες που πήραν τα όπλα, εκπαιδεύτηκαν στη χρήση τους και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή, καλύπτοντας συχνά τις απώλειες των ανδρών. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ζωντανεύει η καθημερινή τους πάλη στα σπίτια και στα τείχη, ο διαρκής φόβος για τα παιδιά τους και, τέλος, η ύστατη πράξη αυτοθυσίας στην πυριτιδαποθήκη.
Το ύφος του συγγραφέα διακρίνεται για τη βαθιά εντιμότητα με την οποία αντιμετωπίζει τις πηγές, αποφεύγοντας τον εύκολο εντυπωσιασμό ή την ωραιοποίηση. Με κριτική ματιά αξιοποιεί τον πλούτο των πρωτογενών μαρτυριών —από τα Ενθυμήματα του Κασομούλη έως τα Ελληνικά Χρονικά του Μάγερ— φωτίζοντας παράλληλα το στρατηγικό σχέδιο της οθωμανικής «τανάλιας» που έσφιγγε σταδιακά γύρω από την πόλη. Το Προδομένο Μεσολόγγι δεν αποτελεί μια ακόμη εξιστόρηση του παρελθόντος, αλλά μια πρόσκληση να αναστοχαστούμε την Έξοδο ως γεγονός που θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε μια διαφορετική ιστορική εξέλιξη για το ελληνικό κράτος.
Πρόκειται, τελικά, για μια μελέτη που απαιτεί κριτική ετοιμότητα από τον αναγνώστη και υπόσχεται να φωτίσει —όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μπουκάλας— τη «σκοτεινή κουκκίδα» πάνω στο λαμπρό στεφάνι της δόξας των «ελεύθερων πολιορκημένων».
Αγάθη Γεωργιάδου
