You are currently viewing Κυριάκος Ιωάννου: Αθηνά Τέμβριου, Εν αρχή ην η θάλασσα, Λευκωσία, Εν Τύποις, 2025, ISBN 9925625440, 9789925625444

Κυριάκος Ιωάννου: Αθηνά Τέμβριου, Εν αρχή ην η θάλασσα, Λευκωσία, Εν Τύποις, 2025, ISBN 9925625440, 9789925625444

Εκείνο που πρέπει να λεχθεί από την αρχή είναι ότι στη συλλογή αυτή, με τρόπο μαεστρικό και ρηξικέλευθο, συμφύρονται όψεις της μετανεωτερικότητας με ορισμένες εκφάνσεις μιας πιο παραδοσιακής ποιητολογικής οπτικής. Το τελικό αποτέλεσμα, πάντως, είναι, όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε στη συνέχεια, από κάθε άποψη ελκυστικό, άρα και θετικό.

Τίτλος: Εν αρχή ην η θάλασσα, από τις λευκωσιάτικες εκδόσεις Εν Τύποις(2025). Πρόκειται για την τέταρτη ποιητική συλλογή της κύπριας λογοτέχνιδος, δοκιμιογράφου και εκπαιδευτικού Αθηνάς Τέμβριου, προηγήθηκαν οι συλλογές Της πατρίδας και της νιότης(1997), Μετάβαση(2009), και Ανάμεσα στους ήχους(2017), κάτι που σημαίνει ότι η δημιουργός έχει ήδη διανύσει μια τριακονταετή, σχεδόν, διαδρομή, κατά τη διάρκεια της οποίας εκδίδει περίπου μία ποιητική συλλογή κάθε δέκα χρόνια.

Η υπό παρουσίαση συλλογή εκτείνεται σε 36 σελίδες και αποτελείται από τρία μέρη: ένα εναρκτήριο ποίημα, το κύριο μέρος που τιτλοφορείται «Στιγμές ένυδρες» και απαρτίζεται από είκοσι (άτιτλα μεν, αλλά με προτεταγμένη λατινική αρίθμηση) ποιήματα, και από ένα επιλογικό ποίημα που έχει πρωτοδημοσιευτεί στη συλλογή Της πατρίδας και της νιότης. Γενικά, πρόκειται για ολιγόστιχα – κάποτε, δε, και για «στιγμιαία» –  ποιήματα που δεν υπερβαίνουν τη μία σελίδα (πιο συγκεκριμένα: το μεγαλύτερο είναι συνθεμένο σε 21 στίχους και το μικρότερο σε δύο· σύνολο στίχων ολόκληρης της συλλογής: 224).

Ο τίτλος της συλλογής παραφράζει τη γνωστή βιβλική πρόταση «εν αρχή ην ο Λόγος» (πρβλ. τον αναμετρούντα στίχο της Α. Τέμβριου «“Εν αρχή ην ο λόγος” μα η θάλασσα αντήχησε πρώτη» [«VI», στ. 13]), αλλά, ταυτόχρονα, οδηγεί τη σκέψη μας και στο έργο μείζονων ποιητών της νεοελληνικής λογοτεχνίας –οι Γ. Σεφέρης και Οδ. Ελύτης, για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι δίνουν βαρύτητα στη θάλασσα ως το πρωταρχικό στάδιο της εξέλιξης του κόσμου.

Από θεματική άποψη είναι εμφανές ότι η θάλασσα, συνεπικουρούμενη από επαναλαμβανόμενες λέξεις όπως «ουρανός», «κύματα», «ήλιος», «άγκυρα», «γλαυκός»/«γαλάζιος», αλλά και «άνθρωπος», «κόσμος» και «σκέψεις», διαδραματίζει ρόλο καθοριστικό, καθώς γύρω από (και μέσα σε) αυτή στροβιλίζονται τα ένυδρα συναισθήματα και οι λογισμοί του ποιητικού υποκειμένου.

Στο πρώτο από τα ποιήματα του κύριου μέρους, ένα τετράστιχο απαλλαγμένο εντελώς από επίθετα, η Α. Τέμβριου επισημαίνει ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε μέσα στη θάλασσα. Στα ποιήματα της συλλογής αυτής η θάλασσα συμβολίζει την αλήθεια όταν όλα τα άλλα σωπαίνουν, τις αναμνήσεις, την αγάπη, την ευτυχία, ενώ οι τρικυμίες αντικατοπτρίζουν τις αργοπορημένες επαναστάσεις και το κύμα τις στιγμές της ζωής. Επίσης, η θάλασσα είναι ο χώρος όπου επικρατούν η δικαιοσύνη, η ελπίδα και η πραγματοποίηση του θαύματος.  Ταυτόχρονα, αποτελεί και τον αρχηγέτη της ποίησης, καθώς αυτή είναι που «έγραψε το πρώτο ποίημα» («VI», στ. 15) – ο συγκεκριμένος αυτεπίστροφος ετασμός συγκαταλέγεται ασφαλώς μεταξύ των χαρακτηριστικών της μετανεωτερικότητας. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, θα προσθέταμε ότι ο στίχος της Α. Τέμβριου αποκτά ανθρώπινες ιδιότητες, «γνωρίζει καλά πότε να ταξιδέψει και πότε ν’ αράξει / σε λιμάνια μακρινά και νέα» («ΙΙ», στ. 9-10), και, «σαν γεννιέται, προσδοκά εν καιρώ / ν’ ανταμώσει το βλέμμα της θάλασσας» (ό.π., στ. 11-12). Μάλιστα, σε ένα έξοχο τρίστιχο, όπου, ξανά, η θάλασσα – μέσω των λέξεων «δίχτυα», «σπαρταρά» και «αλμύρα» – παφλάζει την παρουσία της, η δημιουργός καταφέρνει να συμπυκνώσει το προσωπικό της μανιφέστο για την ποίηση: «Ο στίχος εισχωρεί στης φαντασίας τα δίχτυα / και σπαρταρά μέχρι να λυτρωθεί η γης / μ’ αλμύρα και δροσιά, μένος κι αγάπη» («ΧΙΙΙ», στ. 1-3).

Ξεχωριστή θέση κατέχει το εισαγωγικό ποίημα που φέρει τον ίδιο τίτλο με τη συλλογή. Αποτελείται από δεκαέξι στίχους που κατανέμονται σε τέσσερις τετράστιχες στροφές. Στο ποίημα αυτό η Α. Τέμβριου ζωγραφίζει την εικόνα μιας θαλασσινής ή και θαλασσοφίλητης εκκλησίας, η οποία δεν αποτελείται ούτε από τοίχους, εικόνες και τέμπλο ούτε από ιερείς (: ανθρώπους), καντήλια και θυμιατό (: ιερατικά σύμβολα). Αντίθετα, η εκκλησία αυτή οικοδομήθηκε με χρωματιστές και γυαλιστερές πέτρες, αλλά και με κοχύλια που λειτουργούν ως αναμμένα κεριά, ενώ μοναδικοί προσκυνητές της είναι οι γλάροι και λίγοι ψαράδες (: αγνοί και ανεξίκακοι άνθρωποι). Επιπρόσθετα, εκφράζεται η βεβαιότητα ότι, αν ο «αλιεύς των ψυχών» ερχόταν ξανά στη γη, θα επέλεγε τη θάλασσα προκειμένου να δημιουργήσει τον κόσμο από την αρχή (κάθαρση), και όχι τη γη· και τότε, αν συνέβαινε αυτό,οι (προσωποποιημένες) εκφάνσεις της φύσης, το κύμα, ο ήλιος και ο αέρας, θα συμμετείχαν στη διαδικασία της δημιουργίας. Πρόκειται, με λίγα λόγια, για ένα ποίημα, το οποίο, μέσω μιας γνωστής χριστιανικής εικόνας, της εκκλησίας,έχει ως στόχο να καθαγιάσει και να δοξάσει τη θάλασσα.

 

Εν αρχή ην η θάλασσα

 

Η εκκλησιά του είναι δίπλα στο κύμα

δίχως τοίχους, εικόνες και τέμπλο.

Πλήθος χρωματιστές, λείες πέτρες και

κοχύλια μερονύχτια ανάβουν.

 

Αν ερχόταν ξανά,

θα διάλεγε τη θάλασσα

να θελήσει τον κόσμο απ’ την αρχή,

ο αλιεύς ψυχών.

 

Θα μουρμούριζε το κύμα ανάσταση,

ο ήλιος το άσμα της Άνοιξης,

ο αγέρας θα έφερνε ξανά στη στεριά

λίγες στάλες απ’ την αγάπη.

 

Η εκκλησιά του είναι δίπλα στο κύμα

δίχως ράσα, καντήλια και θυμιατό.

Μονάχα γλάροι προσκυνητές και

λίγοι ψαράδες που ρίχνουν τα δίχτυα του.

 

Από την άλλη, το ενδιαφέρον ποίημα «ΙΧ» ενδεχομένως να αποκαλύπτει τη διαδικασία της δημιουργίας του, μεταφέροντάς μας, έτσι, στο  ποιητικό εργαστήρι της Α. Τέμβριου, καθώς φαίνεται να συγκροτείται από τους στ. 1, 4 και 7:

 

Η απογοήτευση

λυτρώνει

τη μοίρα της εξουσίας·

 

οι οποίοι, ως τα κατεξοχήν οικοδομικά υλικά, εγκεντρίζονται με μια επιτυχημένη θαλασσινή και… τρικυμισμένη μεταφορά, και μια εμφατική φράση:

 

Η απογοήτευση

σαν πηδάλιο

επαναστάτη

λυτρώνει

στη φουρτούνα

ακόμα

και τη μοίρα της εξουσίας.

 

Ο γλάρος εμφανίζεται τρεις φορές στη συλλογή, και, αν εξαιρέσει κανείς μία αναφορά στο περιστέρι («ΧΙΙ», στ. 8), συνιστά τον μοναδικό εκπρόσωπο της ποιητικής πανίδας της Α. Τέμβριου. Αρχικά, όπως είδαμε, εμφανίζεται ως γλάρος προσκυνητής στη θαλασσινή εκκλησία («Εν αρχή ην η θάλασσα», στ. 15). Στη συνέχεια, όμως, μετατρέπεται σε γλάρο που φτερουγίζει είτε ως γητευτής («ΧΙΙ», στ. 10) είτε με παράπονο και βιασύνη («XVΙΙ», στ. 1). Μάλιστα, στην τελευταία παρουσία του είναι ο πρωταγωνιστής του ποιήματος· ενός ποιήματος το οποίο δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στα πιο γλαφυρά ποιήματα που έχουν γραφτεί για το συγκεκριμένο θαλασσοπούλι:

 

XVΙΙ

 

Φτερούγισε ο γλάρος πάνω από τα νερά

παραπονεμένος και βιαστικός.

Ούτε ένα ψίχουλο να χορτάσει το βλέμμα του,

ούτε μια στάλα ελπίδας στο πήγαινε έλα του

τελευταίου περαστικού,

μα η αύρα του μεσημεριού,

το γαλήνιο κύμα της απεραντοσύνης,

η προσδοκία της υψηλής πτήσης

τον έστελνε πέρα δώθε στο δροσερό ταξίδι του.

 

Η χρήση του β΄ προσώπου, όπου αυτή χρησιμοποιείται, σε συνταίριασμα με την αποστροφή, συμβάλλει στην αισθητική αρτίωση των ποιημάτων, καθώς προσδίδει οικειότητα με τον αναγνώστη και παραινετικό ύφος: «Να προσμένεις την άνοιξη που σε φιλεύει φως» («XIV», στ. 1). Ακολουθεί καταγραφή των βασικότερων εκφραστικών μέσων: παρομοιώσεις («σαν γενναίες γυναίκες» [«ΙΙΙ», στ. 11], «σαν πηδάλιο / επαναστάτη» [«ΙΧ», στ. 2-3]), αντιθέσεις (ουρανός – θάλασσα, σκοτάδι – αστέρια, αλμύρα – δροσιά, κτλ.), ανθρωπομορφισμός (π.χ. του στίχου [«ΙΙ», στ. 9], της ηχούς[«VI», στ. 5], της μνήμης [«XVΙΙΙ», στ. 11], κτλ.),οπτικές (οι γυναίκες που σαν άλλες Καρυάτιδες κρατούν στους ώμους τους το γαλάζιο [«ΙΙΙ», στ. 11]) και γευστικές (η αλμύρα της θάλασσας στα χείλη [«ΙΙΙ», στ. 14]) εικόνες· καθώς και πρωτότυπων αποφθεγματικών στίχων: «Οι χειμώνας δεν είναι ποτέ μουντός. / Απλά, ο ήλιος κρύβεται πίσω από τις συνειδήσεις» («XV», στ. 7-8), «Το γαλάζιο της θάλασσας / θέλγει το χάδι του ουρανού» («ΧΧ», στ. 1-2).

Καταληκτικά, η ολιγοσέλιδη ποιητική συλλογή Εν αρχή ην η θάλασσα της Α. Τέμβριου, εμβαπτισμένη στην κολυμβήθρα της μετανεωτερικότητας και της παράδοσης, αλλά και διανθισμένη με την πηγαία φιλοσοφική διάθεση της δημιουργού της, μπορεί να διαβαστεί και ως ενιαία σύνθεση, καθώς σε όλα τα ποιήματα, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, ακούγεται ο φλοίσβος της θάλασσας, και από πίσω οι υποτονθορύζουσες σκέψεις της ίδιας της ποιήτριας.

 

Κυριάκος Ιωάννου
Βιογραφικό
Ο Κυριάκος Ιωάννου είναι Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ΑΠΘ, υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού Κυπριακή Εστία και πρόεδρος του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής. Διδάσκει Νεοελληνική και Παγκόσμια Λογοτεχνία στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.