Θα ανοίξω το παράθυρο
Κράτησε πολύ η αγκαλιά μας.
Αγαπηθήκαμε
ως το κόκαλο.
Ακούω το τρίξιμο των οστών, βλέπω
τους δυο σκελετούς μας.
Τώρα περιμένω
να φύγεις,
ώσπου ο χτύπος των παπουτσιών σου
να σβήσει στα σκαλιά.
Ύστερα — σιωπή.
Απόψε θα κοιμηθώ μόνη
πάνω στα σεντόνια καθαρότητας.
Η μοναξιά
είναι η πρώτη πράξη υγιεινής.
Η μοναξιά θα πλατύνει τους τοίχους του δωματίου,
θα ανοίξω το παράθυρο
και θα μπει ένας πλατύς, παγωμένος αέρας,
υγιής σαν τραγωδία.
Θα μπουν ανθρώπινες σκέψεις
και ανθρώπινες υποθέσεις,
ξένες δυστυχίες και μια ξένη ιερότητα.
Θα μιλούν σιγά και αυστηρά.
Μην ξανάρθεις.
Πολύ σπάνια
γίνομαι ζώο.
Θηλυκός και Αρσενικός
Με γονιμοποίησες και εγώ γέννησα μαργαριτάρια,
αληθινά. Κοίτα.
Με κοιτάς αποσβολωμένος,
σε φοβίζει αυτός ο πλούτος
που δεν καταλαβαίνεις.
Πετραδάκι που προκάλεσες τη χιονοστιβάδα,
δες πώς λάμπει
η λαχανιασμένη της χλιδή.
Άκου τον βαρύ ύμνο
της πτώσης.
Πετραδάκι χωρίς μάτια και αυτιά.
Μοναξιά
Μοναξιά,
το τεράστιο μαργαριτάρι της μοναξιάς,
μέσα της κρύφτηκα.
Χώρος,
που απλώνεται,
μέσα του γιγαντώνομαι.
Η σιωπή, πηγή των φωνών.
Η ακινησία, μητέρα της κίνησης.
Είμαι μόνη.
Είμαι μόνη, άρα είμαι τίποτα.
Τι ευτυχία.
Είμαι τίποτα, άρα μπορώ να είμαι τα πάντα.
Ύπαρξη χωρίς ουσία,
ουσία χωρίς ύπαρξη, ελευθερία.
Είμαι καθαρή σαν αυτό που δεν υπάρχει,
ασφαλής σαν την πλατωνική ιδέα,
πλούσια σαν τη δυνατότητα.
Γελώντας απλώνω τα χέρια
προς τα χίλια υπέροχα μου μέλλοντα.
Μπορώ να γίνω αφρός στη θάλασσα
και να αποκτήσω την ευτυχία εφήμερης ύπαρξης.
Ή μια μέδουσα και να κατέχω
όλη την ομορφιά της μέδουσας.
Ή ένα πουλί με την ευτυχία της πτήσης του,
ή μια πέτρα με την ευτυχία της αιωνιότητας της,
ή τον Γαλαξία.
Είμαι μόνη, είμαι δυνατή.
Η μοναξιά με προστατεύει.
Είμαι μόνη, άρα δεν υπάρχω,
δεν υπάρχω, άρα υπάρχω
τέλεια όπως η τελειότητα,
πολύμορφα όπως η πολυμορφία.
Ύστερα θα έρθουν οι άνθρωποι.
Θα μου δώσουν δέρμα, χρώμα ματιών, φύλο και όνομα.
Θα μου δώσουν παρελθόν και μέλλον
του είδους homo sapiens.
Με τη γαλάζια πιτζάμα
Κοιμάμαι με τη γαλάζια πιτζάμα,
στα δεξιά μου κοιμάται το παιδί μου.
Ποτέ δεν έκλαψα,
ποτέ δεν θα πεθάνω.
Κοιμάμαι με τη γαλάζια πιτζάμα,
στα αριστερά μου κοιμάται ο άντρας μου.
Ποτέ δεν χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο,
ποτέ δεν φώναξα από φόβο.
Πόσο πλατύ είναι αυτό το κρεβάτι,
επάνω του χώρεσε
τόση ευτυχία.
Κοιμισμένες βλεφαρίδες
Λαχταρώ το λιβάδι
όπου έμεινε
στο βαθούλωμα του πατημένου χορταριού
το ζεστό μας φίλημα.
Λαχταρώ το δάσος·
στους ανοιξιάτικους του βρύους του
μπλέχτηκαν
οι κοιμισμένες βλεφαρίδες
δυο αναστεναγμών μας
σφιχτά αγκαλιασμένων.
Ελατήριο
Η μεγαλύτερη ευτυχία που μου δίνεις
είναι η ευτυχία να μη σ’ αγαπώ.
Ελευθερία.
Ζεσταίνομαι δίπλα σου
στη ζεστασιά αυτής της ελευθερίας,
πράα με την πραότητα της δύναμης.
Τρυφερή,
σε εγρήγορση σαν ελατήριο.
Σε κάθε αγκάλιασμά μου
κρύβεται η ετοιμότητα της φυγής —
όπως στο σώμα του αθλητή
το άλμα που έρχεται.
Ίδια μέσα μας
Πηγαίνοντας σε σένα
για μια γιορτή του έρωτα,
στη γωνία του δρόμου
είδα μια γριά ζητιάνα.
Της έπιασα το χέρι,
φίλησα το απαλό της μάγουλο·
μιλήσαμε· κι εκείνη ήταν
μέσα της ίδια μ’ εμένα,
από την ίδια ράτσα ανθρώπων·
το ένιωσα αμέσως —
όπως ένα σκυλί
αναγνωρίζει με την όσφρηση
ένα άλλο σκυλί.
Της έδωσα χρήματα,
δεν μπορούσα να την αποχωριστώ.
Ο άνθρωπος έχει πάντα ανάγκη
από κάποιον δικό του. ( κοντινό)
Και ύστερα πια δεν ήξερα
γιατί συνέχιζα
να έρχομαι σε σένα.
Η Άννα Σφιρστσίνσκα (Anna Świrszczyńska, 1909–1984), γνωστή και ως Άννα Σβιρ (Anna Swir), ήταν σημαντική Πολωνή ποιήτρια, δραματουργός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Βαρσοβία στις 7 Φεβρουαρίου 1909 και πέθανε στην Κρακοβία στις 30 Σεπτεμβρίου 1984. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στην Αντίσταση και εργάστηκε ως νοσοκόμα σε αυτοσχέδιο νοσοκομείο κατά την Εξέγερση της Βαρσοβίας, εμπειρία που επηρέασε βαθιά το έργο της.
Η ποίησή της εστιάζει στο γυναικείο σώμα, τη μητρότητα, τον ερωτισμό, αλλά και στην εμπειρία του πολέμου, τον πόνο και την επιβίωση. Το ύφος της χαρακτηρίζεται από λιτότητα, αμεσότητα και αντι-ρομαντική διάθεση.
Κατά τη δεκαετία του 1970 αναγνωρίστηκε ως μία από τις πρώτες φεμινιστικές ποιητικές φωνές στην Πολωνία. Το έργο της μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, μεταξύ άλλων στα αγγλικά από τον νομπελίστα ποιητή Τσέσλαβ Μίλοζ.
