«Λυρικές διαδρομές και ψηφιακές φωνές» της Νίκης Μισαηλίδη
Μακρύποδο έντομο
η μνήμη
Από υπονόμους σκοτεινούς προβάλλει,
ερωδιών παράξενες ιστορίες αφηγείται
παραστατικές πλέκει φωλεές.
Μόλις το ξεφλούδισμα αρχίζει,
τη νέα σελήνη να αναμένεις
Την ασημένια της όψη παίρνει
μέσα στην καταιγίδα (σ. 16)
Στην ποιητική συλλογή Ερωδιών παράξενες ιστορίες, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κοράλλι (2025) (ISBN: 978-618-5706-44-9), η Λίλια Τσούβα αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της μνήμης, η οποία λειτουργεί ως δημιουργικό και ποιητικό μέσο για την αναπαράσταση των παράξενων ιστοριών των ερωδιών. Ο μηχανισμός της μνήμης στην ποίηση της Λ. Τσούβα δεν περιορίζεται σε μια απλή αναδρομική λειτουργία αλλά αναδύεται ως ενεργό στοιχείο που «πλέκει [παραστατικές] φωλεές» εικόνων και συμβόλων, ενσωματώνοντας τη φύση, τον χρόνο και τις εσωτερικές συγκινήσεις του ποιητικού υποκειμένου. Ο χρόνος εμφανίζεται κυκλικός και διαχρονικός, ενώ παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυφαίνονται σε ένα πλούσιο ποιητικό ιστό, αναδεικνύοντας τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις προσδοκίες του υποκειμένου με έντονη λυρικότητα. Η γλώσσα χαρακτηρίζεται από πλούσια εικονοποιΐα, προσεκτικά επιλεγμένο λεξιλόγιο και βαθιά συναισθηματική ένταση. Η αίσθηση της φυσικής και μεταφυσικής ομορφιάς παραπέμπει στο έργο του Τζων Κητς.
Το «ασημένιο φεγγάρι» (σ. 17) «τ’ αστέρια» (σ. 17), τα «λιβάδια ασφόδελων» (σ. 25), «ο ουρανός» (σ. 25), «το γλυκό φιλί του αηδονιού» (σ. 28), «η νύχτα» (σ. 31), η «διαφάνεια της αυγής» (σ. 31), «της κουκουβάγιας κραυγή» (σ. 35), «οι παπαγάλοι μακάο» (σ. 48), «το χρυσό λιοντάρι ταμαρίν» (σ. 48), «το κίτρινο καναρίνι/με την κελαρυστή φωνή» (σ. 54), «της βικτώριας τα άνθη στον Αμαζόνιο» (σ. 48) ενώνονται με τα θραύσματα της μνήμης, τις εικόνες της εφηβικής ηλικίας και περιόδου, τα όνειρα, τη νεότητα, τις προσδοκίες και την αθωότητα. Κάθε ποίημα, με αυτόν τον τρόπο, λειτουργεί ως εικαστική δημιουργία, όπου η γλώσσα και η εικόνα συνυπάρχουν για να αναδείξουν την πλούσια συναισθηματική και αισθητική εμπειρία του ποιητικού υποκειμένου.
Στο ποίημα «Μου τηλεφωνείς» (σσ. 14–15) η μνήμη προσωποποιείται ως ενεργό και σχεδόν αυτοδύναμο υποκείμενο, το οποίο επισκέπτεται το ποιητικό εγώ και αναμοχλεύει τον εσωτερικό του κόσμο, καθώς με την προσωποποιημένη της παρουσία, ανασύρει το παρελθόν – την εφηβική ηλικία, τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις πρώτες εμπειρίες του ποιητικού υποκειμένου – και τα επεξεργάζεται δημιουργικά μέσα από μια διαδικασία αναστοχασμού και μετασχηματισμού και «μασάς κομμάτια από μένα/κι ύστερα αφήνεις σαύρα/νέο ένα ποίημα στο πάτωμα» (σσ. 14–15). Η αναπαράσταση του παρελθόντος εμφανίζεται όχι μόνο ως φορέας ανάμνησης, αλλά και ως καταλυτικός μηχανισμός παραγωγής λογοτεχνικού νοήματος, ένα εργαλείο που αποκαλύπτει τον δυναμικό και αναμοχλευτικό της ρόλο στην ποιητική δημιουργία. Το παρελθόν δεν ανακαλείται απλώς· επανεξετάζεται και μεταμορφώνεται σε υλικό έμπνευσης, το οποίο επενεργεί στη σύνθεση νέων ποιητικών σχημάτων, όπως φαίνεται και στην ενεργή δήλωση του ποιητικού υποκειμένου:«Γι’ αυτό κι εγώ/αντί για τρεις τελείες/πουλιά θ’ αφήσω στο χαρτί/να σου τραγουδούν,/ένα λαγούτο» (σ. 13). Η χρήση του πρώτου προσώπου ενισχύει την άμεση εμπλοκή του/της δημιουργού στη διαδικασία της αναπαράστασης του παρελθόντος, υπογραμμίζοντας τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην ανάμνηση και στη δημιουργική έκφραση, καθιστώντας το παρελθόν ζωντανό και παραγωγικό, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει την εσωτερική δυναμική της ποίησης ως μέσου διαχείρισης της ανάμνησης του χρόνου.
Η εφηβική ηλικία με τα όνειρα και τις επιθυμίες αναδύεται μέσα από τον μνημονικό μηχανισμό και συν-ομιλεί με την ποίηση του Γιαχουντά Αμιχάι, στο ποίημα «Με την πλάτη γυρισμένη στην ομίχλη» (σ. 17), όπου η προσωπική εμπειρία και η συλλογική ανάμνηση συναντώνται με λυρικότητα και αμεσότητα. Η ανάκληση του χθες προσωποποιείται ως ενεργός φορέας, που ανασύρει εικόνες της νεότητας και τις τοποθετεί σε ένα ποιητικό πεδίο με συμβολική πυκνότητα. Έτσι,ο ποιητικός λόγος αποκτά εικαστική διάσταση, καθώς η προσωπική εμπειρία μεταμορφώνεται σε συμβολικό και οπτικό υλικό:
Δεν ξέρω αλήθεια
σε ποιο της μνήμης μέρος
έχω αποθηκεύσει την εικόνα:
είμαστε λέει εμείς κορίτσια
έφηβα
στο γρασίδι ξαπλωμένα.
Με την πλάτη γυρισμένη
στην ομίχλη
τ’ αστέρια να ανάψουμε
προσμένουμε
να πετάξουμε στο ασημένιο φεγγάρι,
στα σύννεφα, πούλιες χρυσές.
Η σταγόνα τώρα εκείνη από αίμα
το στήθος μου λεκιάζει
τη νοσταλγία
των άγουρων μήλων
ποτίζει.
Από το μέρος τούτο πέρασε ο άνεμος
τραγουδά ο ποιητής.
H μνήμη λειτουργεί ως δυναμικός μηχανισμός που αναμοχλεύει το παρελθόν, τα περασμένα γεγονότα και τα αγαπημένα πρόσωπα, γίνεται έρωτας και αγάπη, απώλεια και θάνατος ταυτόχρονα, εκφράζοντας την έκκληση στον κόσμο των νεκρών, όπως φαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Στης Ζωοδόχου πηγής το κοιμητήριο» (σ. 24), αποκτά σχεδόν υπερβατική διάσταση, καθώς γίνεται μέσο επικοινωνίας με τον κόσμο των νεκρών:
Όλοι, μα
όλοι κοιμούνται.
Σαν αστράκια τη νύχτα
τα καντήλια
στις φωτογραφίες λαμπυρίζουν
των πεθαμένων
Παρέα το φεγγάρι
«Άσπρο πάτο»
τσουγκρίζουν οι νεκροί
«Δεν θα ξαναγυρίσουμε»
Φωνάζουν.
Η μνήμη δεν περιορίζεται σε αναδρομή· αναπαριστά και ενεργοποιεί συναισθηματικά το παρελθόν, ενώ παράλληλα προσφέρει μια μορφή διαλόγου με το μη ορατό και υπερβατικό, ενσωματώνοντας στοιχεία νοσταλγίας, πένθους και υπαρξιακής συνειδητότητας.Ταυτόχρονα αναδεικνύει την ικανότητά της να συνδέει τον κόσμο των ζωντανών με εκείνον των νεκρών, δημιουργώντας έναν λυρικό χώρο όπου ο έρωτας, η αγάπη, η απώλεια και ο θάνατος συνυπάρχουν αρμονικά και διαλεκτικά. Η επικοινωνία με τον κόσμο των νεκρών αποκτά ακόμη πιο προσωπικό και βιωματικό χαρακτήρα όταν το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται ρητά στο δεύτερο πρόσωπο, εγκαθιδρύοντας έναν άμεσο διάλογο με τα αγαπημένα πρόσωπα. Η επίκληση προς τον πατέρα και τη μητέρα δεν λειτουργεί απλώς ως συναισθηματική εξομολόγηση, αλλά ως πράξη μνημονικής ανασύστασης και υπαρξιακής αναζήτησης. Στους στίχους «Γύρνα, πατέρα, τα παραμύθια να τελειώσεις./Λείπεις, πολύ λείπεις./Έτσι την ουσία σου, έμαθα» (σ. 23) και «Δώσε/λίγο από του ματιού σου το λευκό/της καρδιάς το αγριοκυπάρισσο/των χεριών την ηρεμία./Νικήτρια να βγει η ανθρωπότητα./Αλλά κι εγώ/δύσκολα φως του ήλιου/κάποια πρωινά/διακρίνω» (σ. 26), η απουσία μετατρέπεται σε ενεργό παρουσία μέσω της γλώσσας.Η ίδια μνημονική λειτουργία εντείνεται στο ποίημα «Ελεγεία» (σ. 32), στο οποίο η κατονομασία των νεκρών συνιστά πράξη αντίστασης στη λήθη.Η απαρίθμηση των νεκρών προσώπων προσλαμβάνει τελετουργικό χαρακτήρα, μετατρέποντας τη γλώσσα σε τόπο φιλοξενίας των απόντων και η ποίηση καθίσταται χώρος συνάντησης ζώντων και νεκρών, πεδίο στο οποίο η αγάπη, η απώλεια και η ελπίδα συνυπάρχουν διαλεκτικά, επιβεβαιώνοντας ότι η γλωσσική πράξη δύναται να αναστείλει -έστω και προσωρινά- τη σιωπή του θανάτου.
Μέσα σε ήχους
κενών
κλείνει της ημέρας η αυλαία
Συνωστίζονται οι νεκροί στον ουρανό
Ενθάδε η Μαρία
ο Φώτης
η Ελένη
κείται.
Βροχή καταρρακτώδης
Λιβάδια θρήνου
Το κορίτσι με τα πράσινα μάτια
η γιαγιά
ο Μιχάλης
το μωρό
ο ορειβάτης.
Μια σκιά απεγνωσμένα από-
ζητούν από τη λήθη
να προφυλαχτούν
Ένα εγχειρίδιο οδηγιών χρήσης,
στης δύσης τους μαύρους λόφους
να βολτάρουν κάπως.
Η αναγεννητική δύναμη του έρωτα και το μοτίβο του «φιλιού» αναδεικνύονται ως κεντρικά θεματικά στοιχεία σε πολλά ποιήματα της συλλογής, όπου τα στοιχεία της φύσης συμμετέχουν ενεργά στην ανάδειξη της ερωτικής διάθεσης και στη δημιουργία ενός λυρικού κλίματος. Στους στίχους «Τρεκλίζει το φεγγάρι/το φιλί καθώς σιγοπίνω./Υψώνοντας κούπα/ «Στην υγειά μας φεγγάρι»/τού φωνάζω./«Στους γαλαξίες/έρωτος φιλί με πάει» (σ. 27), το φιλί ενσαρκώνει μια στιγμή υπέρβασης του χρόνου, γέφυρα ανάμεσα στο εγώ και το εσύ, όπου η αίσθηση της έντασης της ζωής συνυπάρχει με την πρόσκαιρη υπενθύμιση της θνητότητας.Στην «Ωδή στο φιλί» (σσ. 28–29), η ποιήτρια διερευνά την ανυψωτική και μεταμορφωτική δύναμη του φιλιού ως λυρική και φαντασιακή διαδικασία, που μεταφέρει την ποιητική φωνή από την πραγματικότητα στον κόσμο του φανταστικού και του παραμυθιού:
Φλογερό φιλί
Στη νεραϊδοφωλιά σου βάλε με
μαγικά της αγάπης ξόρκια να τραγουδώ
νέα φιλιά να σβήνουν τα παλιά
Με τα σαντάλια σου
αλλοπαρμένη
στα ύψη να πετάω
Το φιλί λειτουργεί ως πυρήνας της ερωτικής εμπειρίας και ως κινητήρια δύναμη της δημιουργίας, συνδέοντας προσωπικό βίωμα, αισθητική ευαισθησία και λυρική έκφραση. Η ποιητική αναφορά σε λογοτεχνικές μορφές, όπως ο Τζων Κητς και η Φάννυ Μπρων, ενισχύει τη διαχρονική διάσταση του θέματος: το φιλί γίνεται πηγή έμπνευσης για την ποίηση, όπως δηλώνεται στους στίχους «από το πρώτο μας φιλί/στα ποιήματά μου μπαινοβγαίνεις» (σ. 31). Η μυθολογική διάσταση του έρωτα αναδύεται στα ποιήματα «Η Αταλάντη προς τον Ιππομένη» (σ. 42) και «Ο Ιππομένης προς την Αταλάντη» (σ. 43), στα οποία η Λίλια Τσούβα μεταπλάθει τον μυθολογικό κύκλο, εξυμνώντας τον έρωτα μέσα από έντονες εικόνες σωματικής και συναισθηματικής έντασης: «Απ’ του λαιμού σου τους κήπους/κρεμάστηκα/των χειλιών σου το αίμα» (σ. 42) και «Τον έρωτα κρέμαγες τρόπαιο/στο υπέρθυρο» (σ. 43).
Πέρα από τον λυρικό και ελεγειακό χαρακτήρα της, οι στίχοι της Λίλιας Τσούβα στρέφονται και προς τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, αγγίζοντας ζητήματα που αφορούν τη συλλογική εμπειρία και τα παγκόσμια προβλήματα της εποχής. Στο ποίημα «Μια γενιά» (σ. 33), η ποιήτρια προσεγγίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία την ευθραυστότητα της παγκόσμιας ειρήνης και τη δραματική επίδραση του πολέμου στη ζωή των παιδιών. Οι στίχοι αποτυπώνουν με έντονη ρεαλιστική δύναμη τη φρίκη της πολεμικής σύγκρουσης και την απώλεια της παιδικής αθωότητας:
Χωρίς σκελετό τα παιδιά της Γάζας
με μπουκιές τρέφονται
χημικών
μπάλες πύρινες κλωτσούν
Και η κραυγή μου προς Σε ελθέτω
Δεν κατοικούν σε σπίτια
με σκρίνια καλαίσθητα
στρώματα πουπουλένια
Ο μικρός Αμάρ να κοιμηθεί επιθυμεί
το σχολείο νοσταλγεί η Χαγιάτ
Όπλο έγινε το όνειρο
αίματα γέμισε ο χρόνος
Μια ολόκληρη γενιά χωρίς κόκαλα
Τον παράδεισο είδε μόνο σε αντικατοπτρισμό.
Διαβολικός κυκλικός χορός
χωρίς τέλος παράστασης
Και η κραυγή μου προς Σε ελθέτω
Το λιτό, αιχμηρό και ρεαλιστικό λεξιλόγιο λειτουργεί ως ισχυρό καλλιτεχνικό μέσο για την αναπαράσταση της βίας και της καταστροφής που επιφέρει ο πόλεμος και ο έντονα εικονο – πλαστικός και μεταφορικός λόγος υποδηλώνοντας, την ευαλωτότητα και την αποδυνάμωση μιας ολόκληρης γενιάς παιδιών, που στερούνται τις στοιχειώδεις συνθήκες ασφάλειας και προστασίας, συνιστούν μια αντι – πολεμική ποιητική κραυγή. Παράλληλα, ο επαναλαμβανόμενος στίχος «Και η κραυγή μου προς Σε ελθέτω» λειτουργεί ως έντονη διακειμενική αναφορά στον Τόμας Μαν, ενώ ταυτόχρονα αντλεί από τη βιβλική παράδοση της επίκλησης και της προσευχής. Έτσι η ποιητική φωνή μετατρέπει την περιγραφή της πολεμικής φρίκης σε δραματική ικεσία προς μια υπερβατική δύναμη, εντείνοντας την ηθική και συναισθηματική ένταση του ποιήματος και προσδίδοντας στον ποιητικό λόγο μια καθολική ανθρωπιστική διάσταση.Με τον τρόπο αυτό, η ποίηση της Τσούβα υπερβαίνει τα όρια της προσωπικής εμπειρίας και αποκτά σαφή κοινωνική και ηθική λειτουργία. Ο ποιητικός λόγος μετατρέπεται σε μέσο ευαισθητοποίησης και προβληματισμού, αναδεικνύοντας την ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και υπενθυμίζοντας τη διαχρονική δύναμη της ποίησης να παρεμβαίνει στον δημόσιο και ανθρωπιστικό διάλογο της εποχής.
Η ποιητική γραφή της Λίλιας Τσούβα δεν περιορίζεται μόνο σε υπαρξιακές ή κοινωνικοπολιτικές θεματικές, αλλά στρέφεται και προς τα σύγχρονα πολιτισμικά και τεχνολογικά φαινόμενα της ψηφιακής εποχής. Στο ποίημα «Ωδή σε influencers» (σ. 57), η δημιουργός εμπνέεται από τον τρόπο επικοινωνίας και αυτοπροβολής που διαμορφώνεται μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχολιάζοντας κριτικά και με έντονη ειρωνική διάθεση το φαινόμενο της ψηφιακής επιρροής και της διαδικτυακής προβολής. Η ποιήτρια αξιοποιεί λεξιλόγιο και όρους που προέρχονται από το περιβάλλον των social media, όπως «views», «stories», «followers» και «cost per view», δημιουργώντας ένα υβριδικό γλωσσικό πεδίο στο οποίο ο ποιητικός λόγος συναντά τη γλώσσα της σύγχρονης ψηφιακής επικοινωνίας:
Κόρη των βαμμένων νυχιών
των φουσκωτών χειλιών
του άψογου κορμιού
Αναρίθμητα τα views
τα stories σου
Όλη μέρα πάνω απ’ το κινητό
Μιλάς φωτογραφίζεις γράφεις.
Fulltime business η μέρα σου
Value for money στις εταιρείες
Δικαίως
το cost per view
του marketing σου
ανεβάζεις
Σταχτοπούτα.
Προώθηση η προσφορά σου.
Με μπλοκ επιταγών ξεπλένεις
την κάθε αλληλεπίδραση με followers.
Στο ίδιο πνεύμα, η ποιήτρια στρέφεται και προς τις τεχνολογικές μεταμορφώσεις που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο πολιτισμό, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα «Τραγούδι για την τεχνητή νοημοσύνη (generative AI)» (σ. 58). Η ποιητική αυτή σύνθεση εντάσσει την τεχνητή νοημοσύνη σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό και συμβολικό πλαίσιο, συνδυάζοντας στοιχεία της ψηφιακής τεχνολογίας με αναφορές στην ιαπωνική πολιτισμική παράδοση.Η αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη εγγράφεται στο πλαίσιο των ριζικών κοινωνικών και τεχνολογικών μετασχηματισμών «μιας νέας εποχήςˑ/της πέμπτης Βιομηχανικής/Επανάστασης/του Ανθρωπόκαινου».
Η ποιητική συλλογή Ερωδιών παράξενες ιστορίες αναδεικνύει έναν πολυδιάστατο ποιητικό κόσμο, στον οποίο ο λυρισμός συνυφαίνεται με τον στοχασμό πάνω στον χρόνο, τον έρωτα, την απώλεια και τις σύγχρονες κοινωνικές και τεχνολογικές μεταβολές. Μέσα από πλούσια εικονοποιία, συμβολισμούς της φύσης και διακειμενικές αναφορές, η Λίλια Τσούβα διαμορφώνει έναν ποιητικό λόγο που γεφυρώνει το προσωπικό βίωμα με τη συλλογική εμπειρία, αναδεικνύοντας τη δυναμική της ποίησης ως μορφής καλλιτεχνικής και στοχαστικής έκφρασης, ικανής να γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν, το προσωπικό με το συλλογικό και το πραγματικό με το φαντασιακό.
