You are currently viewing Βάλτερ Πούχνερ: Οι ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας, της Αζοφικής και του Καυκάσου και το θέατρό τους στις αρχές του 20ού αιώνα. Πρώτο μέρος

Βάλτερ Πούχνερ: Οι ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας, της Αζοφικής και του Καυκάσου και το θέατρό τους στις αρχές του 20ού αιώνα. Πρώτο μέρος

Πρώτο μέρος

 

Ανάμεσα στα σημαντικά αποτελέσματα τριών ερευνητικών αποστολών στην Οδησσό, που πραγματοποιήθηκαν από τις 10 Σεπτεμβρίου έως τις 20 Σεπτεμβρίου 2008, από τις 16 Ιουνίου 2009 έως τις 9 Ιουλίου 2009 και από τις 7 έως τις 25 Σεπτεμβρίου 2010 στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος της Ακαδημίας Αθηνών “Το Ελληνικό Θέατρο στην εποχή του Μεσαίωνα, της Αναγέννησης και της Τουρκοκρατίας”, το οποίο συνοδεύεται από την εκδοτικη σειρά “Κείμενα και μνημεία του προεπαναστατικού ελληνικού θεάτρου” (“Text and Documents of the Early Modern Greek Theatre”), αποστολές που χρηματοδοτήθηκαν από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη και διεξήχθησαν από την Irena Bogdanοvić, μεταπτυχιακή φοιτήτρια (cand. phil.) του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών[1], – αποστολές που απέβλεπαν στη συγκρότηση της ιστορίας των ελληνικών παραστάσεων στην πόλη της Φιλικής Εταιρίας, από το 1814 έως την κατάληψη της πόλης από τον Κόκκινο Στρατό, από τις σκόρπιες πληροφορίες ρωσικών και ελληνικών εφημερίδων, από θεατρικά αρχεία, βιβλιοθήκες κτλ., – ανάμεσα, λοιπόν, στα αποτελέσματα των αποστολών αυτών βρίσκεται και ο εντοπισμός σημαντικών πληροφοριών σε πέντε ελληνικές εφημερίδες, οι οποίες αποδελτιώθηκαν σχετικά με τα ελληνόφωνα θεατρικά συμβάντα της πόλης, η οποία διέθετε μια σημαντική ελληνική παροικία με σφύζουσα εμπορική δραστηριότητα, με φθίνουσα ωστόσο πορεία μέσα στο 19 αιώνα[2]. Ανάμεσα στις σχετικές πληροφορίες για ερασιτεχνικές παραστάσεις και επισκέψεις περιοδευόντων θιάσων από την Ελλάδα στο σπουδαίο αυτό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας βρίσκεται ωστόσο μια σειρά από πληροφορίες για τις ελληνικές κοινότητες σε πόλεις των παρευξείνιων χωρών, που είτε προβαίνουν στην ίδρυση μορφωτικών συλλόγων με μουσικοδραματικές δραστηριότητες, οι οποίοι πραγματοποιούν επίσης θεατρικές παραστάσεις, συχνά για φιλανθρωπικούς σκοπούς ή υπέρ των ελληνικών σχολείων, είτε υποδέχονται ελληνικούς επαγγελματικούς θιάσους για σύντομη παραμονή και σχετικές παραστάσεις. Αυτές οι πληροφορίες αφορούν τα χρόνια πριν από τη Ρωσική επανάσταση και δείχνουν έναν σχετικά υψηλό βαθμό δικτύωσης των ελληνικών κοινοτήτων στις παραλίες ή στην ενδοχώρα της Μαύρης Θάλασσας, κυρίως στην τσαρική Ρωσία και λιγότερο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία[3]. Μια ματιά σε σημερινό γεωγραφικό χάρτη και στα ονόματα των πόλεων αυτών δείχνει ακόμα και σήμερα την κάποτε σημαντική παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή.

Οι ελληνικές εφημερίδες της Οδησσού που αποδελτιώθηκαν είναι οι εξής: Κόσμος – αποδελτιώθηκε από την 1η Δεκεμβρίου 1906 έως τις 4 Δεκεμβρίου 1913, Φως – αποδελτιώθηκε από τις 10 Μαΐου 1909 έως τις 6 Φεβρουαρίου 1911, Ελληνικός Αστήρ – κυκλοφόρησε από τις 11 Ιουλίου 1913 έως τις 13 Μαρτίου 1916, Ήλιος – κυκλοφόρησε από τις 26 Νοεμβρίου 1916 έως τις 15 Οκτωβρίου 1917 και Αναγέννηση – κυκλοφόρησε από τις 30 Απριλίου 1917 έως τις 4 Οκτωβρίου 1917. Oι πληροφορίες σχετικά με τη θεατρική δραστηριότητα της ευρύτερης περιοχής είναι δύο ειδών: α) επιστολές και ανταποκρίσεις από άλλες πόλεις και ελληνικές κοινότητες, οι οποίες συνήθως αφορούν ερασιτεχνικές παραστάσεις για ευεργετικούς, φιλανθρωπικούς ή κοινωφελείς σκοπούς, συχνά οργανωμένες από τα ελληνικά σχολεία ή πραγματοποιούμενες από τους τοπικούς ελληνικούς συλλόγους υπέρ των ελληνικών σχολείων, και β) οι αγγελίες των δρομολογίων των επαγγελματικών θιάσων, όταν φτάνουν στην Οδησσό (δηλ. από πού έρχονται κι έχουν δώσει παραστάσεις) κι όταν αναχωρούν από την πόλη μετά από την παραμονή τους (δηλαδή πού θα μεταβούν για να  δώσουν τις επόμενες παραστάσεις).

Οι πληροφορίες αυτές για τη θεατρική δραστηριότητα των ελληνικών κοινοτήτων γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα συμπληρώνουν τα στοιχεία που έχουν δημοσιεύσει ο Ερμής Λ. Μουρατίδης το 1995[4] και ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης το 2008[5] και πρέπει να ενταχθούν σε μια ιστορία του ελληνικού θεάτρου της παραδοσιακής Διασποράς στη Βαλκανική και τις Παρευξείνιες χώρες[6] και να συνδεθούν με τις ελληνόφωνες παραστάσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ιστορία και παράδοση από το 17ο αιώνα[7]. Ο Μουρατίδης μπόρεσε να τεκμηριώσει παραστάσεις στις εξής πόλεις[8]: στο γεωργιανό λιμάνι Βατούμ (Batumi) το 1906, 1913, 1914, 1916, 1917, 1918 και 1919[9], στη σημερινή πρωτεύουσα της Γεωργίας Τιφλίδα (Tbilisi) το 1907, 1911, 1912, 1914, 1915, 1916 και 1918[10], στην Αμπίνσκ (Abinsk), στην ενδοχώρα της Νοβορωσσίσκης, το 1913, 1914, 1916, 1917 και 1918[11], στην Τάκβα (Takva) το 1913[12], στην Τουάψε (Tuapse), λιμάνι στη νότια πλευρά του Καυκάσου, το 1913[13], στην Κριμαϊκή Θεοδοσία (Feodosija) το 1915[14], στο Γκερτς (Kerč) στην είσοδο της Αζοφικής το 1916[15], στην Ανάπα (Anapa), στην απέναντι πλευρά προς τη Νοβορωσσίσκη, το 1917[16], στη Νοβορωσσίσκη (Novorossijsk), λιμάνι στη νότια πλευρά του Καυκάσου, το 1917, 1918, 1919 και 1920[17], στη κριμαϊκή Γιάλτα (Jalta) το 1918 και το 1920[18], στο Γκέλεντσικ (Gelendžik), αμέσως δίπλα στη Νοβορωσσίσκη, το 1918[19] και στην πρωτεύουσα της σημερινής Αμπχαζίας Σουχούμ (Suchumi) 1919[20]. Από τη μεριά τη Μικρασίας μαρτυρούνται παραστάσεις το 1917 στην ορεινή πόλη Καρς (σήμερα στην Τουρκία, κοντά στα αρμενικά σύνορα)[21]. Από την αποδελτίωση της εφημερίδας “Αργοναύτης” ο Φωτιάδης συγκεντρώνει πληροφορίες για ερασιτεχνικές παραστάσεις στην Τιφλίδα το 1911[22], το Βατούμ το 1906, 1913, 1916, 1917 και 1920[23], στο Tουάψε, λιμάνι στη νότια πλευρά του Καυκάσου, το 1913[24], στο Αικατερίνονταρ (Ekaterinodar) το 1916[25], στο Βλαντικαύκασο (Vladikavkas) το 1916[26], στο Αμπίνσκ (Abinsk) το 1916 και 1917[27], στην Ανάπα (Anapa) το 1917[28], στην Αλούπκα (Alupka), δίπλα από τη Γιάλτα, το 1917[29], στην Krimskaja κτλ.[30].

 

Ερασιτεχνικό θέατρο

 

Ήδη από τις μέχρι τώρα αναφερόμενες περιπτώσεις, τις γνωστές στη σχετική βιβλιογραφία, φαίνεται η στενή συσχέτιση της ερασιτεχνικής θεατρικής δραστηριότητας με τα ελληνικά σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων στην ευρύτερη περιοχή και κατά την εποχή της όψιμης Τσαρικής Αυτοκρατορίας. Ελληνικές αποικίες υπήρχαν γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα ήδη στην αρχαιότητα, αλλά και στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή[31]. Συνδέονταν σχεδόν πάντα με το θαλασσινό εμπόριο, κι έτσι δεν είναι περίεργο ότι οι ελληνικές κοινότητες έχουν ιδρυθεί σε πόλεις, που είναι είτε λιμάνια του Εύξεινου Πόντου είτε προσβάσιμα διά θαλάσσης μέσω μεγάλων ποταμών. Η φιλελληνική πολιτική του Πέτρου του Μεγάλου και της Αικατερίνης Β΄ έβαλε τις βάσεις για μεγάλα κύματα μετανάστευσης από διάφορες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[32]. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα προστίθενται κύματα μεταναστών κυρίως από το χώρο του μικρασιατικού Πόντου, μετά το 1906 και από τα Βαλκάνια, και, μετά τη νεοτουρκική επανάσταση του 1908 και την αύξηση του τουρκικού εθνικισμού, ακόμα πιο έντονα από τον Πόντο[33]. Ενώ έως το πρώτο μισό του 19ου αιώνα οι Έλληνες δεν αντιστάθηκαν σημαντικά στον “εκρωσισμό”, που προαγόταν κυρίως μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα παρατηρείται μια αυξανόμενη ιδεολογική αντίσταση, η οποία βρήκε την θεσμική έκφρασή της στην φροντίδα για την ίδρυση τοπικών ελληνικών πολιτιστικών συλλόγων και την ίδρυση ελληνικών σχολείων[34]. Μεγάλο μέρος της θεατρικής ερασιτεχνικής δραστηριότητας προέρχεται από τους συλλόγους και τα σχολεία και έχει κοινωφελείς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς, συχνά και ρητά υπέρ των ελληνικών σχολείων[35]. Η ιδεολογική λειτουργία της εκπαίδευσης στις κοινότητες αυτές διαφαίνεται και από το ρεπερτόριο των ανεβασμένων έργων, όπου κυριαρχεί η πατριωτική θεματολογία ή και το ηθογραφικό στοιχείο. Την ίδια λειτουργικότητα έχουν και οι “μουσικοφιλολογικές βραδιές”, με ιστορικές ή πατριωτικές διαλέξεις, την απαγγελία πατριωτικής ποίησης, μουσικά κομμάτια Ελλήνων συνθετών και εθνικούς χορούς και ενδυμασίες· στο πλαίσιο αυτό βρίσκονται ακόμα και μυθολογικές αναπαραστάσεις ή και κανονικές θεατρικές παραστάσεις.

Πιστός καθρέφτης αυτής της δραστηριότητας είναι η ίδια η Οδησσός, για την οποία διαθέτουμε τις περισσότερες πληροφορίες[36]. Εκεί υπάρχει η Ελληνεμπορική Σχολή από το 1817, η οποία θα λειτουργήσει για εκατό συναπτά χρόνια, ώσπου να ιδρυθεί και δεύτερο ελληνικό σχολείο, το Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο (1872)[37]. Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα η οικονομικά και κοινωνικά πανίσχυρη Ελληνική Αγαθοεργός Κοινότητα Οδησσού (Grečeskoe bagotvoritel’noe obščestvo, 1871) ανέπτυξε μια σειρά από φιλανθρωπικές και ευεργετικές δραστηριότητες[38], ανάμεσα στις οποίες πρωτεύουσα θέση κατείχε η φροντίδα για τις δύο ελληνικές σχολές· η έννοια της “προοδευτικότητας” είχε συνδεθεί με την ελληνοπρεπή μόρφωση (διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας, πατριδογνωσία) και την πρόνοια για φτωχούς, ηλικιωμένους (γεροντοκομείο) και αρρώστους της ελληνικής κοινότητας. Μέσα στο πνεύμα αυτό διοργανώθηκαν και οι “μουσικοφιλολογικές” βραδιές, που έλαβαν χώρα συνήθως στο θέατρο “Αρμονία” ή στην Ελληνική Λέσχη[39]. Ενώ η ερασιτεχνική θεατρική κίνηση πριν από την επανάσταση του 1821 συνδέεται άμεσα με την Ελληνεμπορική Σχολή, στην οποία δίδαξε και ο Γεώργιος Λασσάνης[40], φαίνεται πως υπήρξε και μετεπαναστατικά κάποια συνέχεια της δραστηριότητας αυτής: το 1827 τεκμηριώνεται μια παράσταση των “Σουλιωτών” στη σχολή[41], το 1834 ανεβάζεται ο “Αριστόδημος” στην αίθουσα του Χρηματιστηρίου[42]. Αυτή η ερασιτεχνική θεατρική δραστηριότητα τεκμηριώνεται μόνο σποραδικά, αλλά χαρακτηριστικά πάντα σε σχέση με τα ελληνικά σχολεία: το 1861/62 ιδρύεται Ερασιτεχνικός Θεατρικός Όμιλος, που οργανώνει παραστάσεις υπέρ του Λυκείου “Richelieu”[43], το 1872 παίζεται ξανά ο “Αριστόδημος” καθώς και δύο άλλα έργα υπέρ του Ροδοκανάκειου Παρθεναγωγείου[44]. Στην ελληνική Εθνική Γιορτή της 25 Μαρτίου παίζονται και πατριωτικά κομμάτια σε φιλανθρωπικές παραστάσεις, που οργανώνει η Ελληνική Αγαθοεργός Κοινότης στην Λέσχη “Ομόνοια”, όπως π. χ. το 1899[45]. Το σχετικό υλικό που μπορεί να προσκομιστεί τώρα από τις ελληνικές εφημερίδες της Οδησσού είναι αρκετά πλούσιο. Αλλά η Οδησσός δεν θα μας απασχολήσει στο μελέτημα τούτο· το πλούσιο σχετικό υλικό που συγκεντρώθηκε από τις ρωσικές και ελληνικές εφημερίδες θα παρουσιαστεί σε ξεχωριστή μονογραφία.

Η λειτουργική σχέση της ερασιτεχνικής θεατρικής κίνησης με το σχολείο ή υπέρ του ελληνικού σχολείου με σκοπό την προστασία της γλώσσας και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης συνδέει το φαινόμενο και με το προεπαναστατικό ελληνικό θέατρο· απλώς η διαφοροποίηση έγκειται α) στην ύπαρξη, τώρα, της απελευθερωμένης Ελλάδας ως κρατικής οντότητας και β) στην ιδεολογική αντίσταση στον εκρωσισμό: οι τσαρικές αρχές δεν έβλεπαν με καλό μάτι την ίδρυση και λειτουργία αυτόνομων ξενόγλωσσων σχολών στην επικράτειά τους, σχολών που δεν βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ρωσικού εκπαιδευτικού συστήματος[46]. Ωστόσο πολλές ελληνικές κοινότητες μιμήθηκαν το παράδειγμα της Ελληνεμπορικής Σχολής της Οδησσού, που στηριζόταν στις ισχυρές πλάτες της οικονομικώς ανεξάρτητης Ελληνικής Αγαθεργού Κοινότητας, η οποία για καιρό λειτουργούσε σχεδόν ως κράτος εν κράτει, χάρη στην αναγνώριση αλλά και την ανοχή των τσαρικών αρχών· η Ελληνική Αγαθοεργός Κοινότης διατηρούσε άριστες σχέσεις με το επίσημο κράτος και έδωσε κατά καιρούς σημαντικά χρηματικά ποσά για έκτακτες ανάγκες της τσαρικής Αυτοκρατορίας[47]. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η ελληνική κοινότητα της πόλεως δεν ήταν ποτέ μεγάλη, και η εμπορική και οικονομική της ισχύ ήταν φθίνουσα μέσα στο 19ο αιώνα[48]. Μολοντούτο, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οξύνονται τα εθνικά προβλήματα μετά το 1897, το μακεδονικό ζήτημα, το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων στη Βουλγαρία το 1906[49], τη νεοτουρκική επανάσταση το 1908, πολλές, ακόμα και μικρές κοινότητες αρχίζουν να ιδρύουν πολιτιστικούς συλλόγους με σαφώς πατριωτικά και απροκάλυπτα εθνικά κριτήρια και σκοπούς, καθώς και ανεξάρτητες ελληνικές σχολές, χρηματοδοτούμενες από την ίδια την κοινότητα, για να αντισταθούν στην πολιτιστική και γλωσσική αφομοίωση μέσα στον περιβάλλοντα κοινωνικό και πολιτισμικό χώρο.

Μια ανταπόκριση από τη μικρασιατική πόλη Αρτεχάν στον Καύκασο (ορεινή πόλη βορειοδυτικά του Καρς, σήμερα κοντά στα αρμενικά σύνορα, και νοτιοανατολικά του γεωργιανού Βατούμ) από το 1907 δίνει μια γλαφυρή εικόνα της κατάστασης της ελληνικής εκπαίδευσης στην ευρύτερη περιοχή, στα 115 χωριά των νομών Κοταΐδος (Kutaisi), Τιφλίδος και Καρς, που έχουν ελληνικό πληθυσμό (άρθρο αρ. 7 του παραρτήματος). Αντί οι ανταποκριτές των εφημερίδων να γράφουν για τα επιτεύγματα “των Ελλήνων του Γαϊτανίου [Taganrok στην Αζοφική], Σεβαστουπόλεως [Sebastopol στην Κριμαϊκή], Βατούμ και Πορτσόμ [Boržomi, νοτιοανατολικά από το Kutaisi στην ενδοχώρα της Γεωργίας], οίτινες πάντα ήσαν και θα είνε Έλληνες, και της προόδου των σχολών αυτων, ας γράψουν περί της οπισθοχωρήσεως των άλλων Ελλήνων του Καυκάσου, οίτινες είνε και οι περισσότεροι”· στα 14 ελληνικά χωριά του Suchumi στη Αμπχαζία μόνο δύο έχουν Έλληνα δάσκαλο, στα 24 χωριά της Τιφλίδος δεν υπάρχει κανένας και ο κόσμος έχει ξεχάσει τα ελληνικά· στα 75 χωριά του Καρς με ελληνόφωνο πληθυσμό μόνο 10 Έλληνες δάσκαλοι υπάρχουν. Και ο αρθρογράφος προειδοποιεί: “Οι κάτοικοι, λοιπόν, των άνω χωρίων απωλέσθησαν και θα απολεσθώσιν διά παντός εθνικώς, εάν δεν ληφθή φροντίς υπέρ αυτών και εάν δεν εξυπνίση το εν αυτοίς καθεύδον εθνικόν αίσθημα, διότι την σήμερον λείπει εξ αυτών το κύριο όργανον της εθνικής ζωής, το σχολείον” (αρ. 7, “Κόσμος” αρ. 47, 9 Μαρτίου 1907, παράρτημα αρ. 7).

Σ’ αυτή την τονωτική λειτουργία της εθνικής συνείδησης είναι ταγμένες και στρατευμένες και οι σχολικές γιορτές, οι μουσικοφιλολογικές βραδιές των συλλόγων, οι θεατρικές παραστάσεις των ερασιτεχνών και τελικά και οι επαγγελματικές παραστάσεις των μετακινούμενων θιάσων από την Ελλάδα, οι οποίοι οικονομικά βρίσκουν ένα πρόσφορο έδαφος για την επιβίωσή τους και ιδεολoγικά καθίστανται, κυρίως από τους συντάκτες των τοπικών ελληνικών εφημερίδων, σε αποστόλους του πατριωτικού φρονήματος. Οι υψηλοί τόνοι των συντακτών φτάνουν ενίοτε και σε παραληρηματικό λόγο, όπως π. χ.  στην εφημερίδα “Φως” της Οδησσού με την ευκαιρία της ίδρυσης ελληνικού μουσικοφιλολογικού συλλόγου στο Σουχούμι της Αμπχαζίας το 1910: “Η μία μετά την άλλην αι εν Ρωσσία Ελληνικαί Κοινότητες, μετ’ απείρου της ευχαριστήσεώς μας βλέπομεν ότι χωρούσιν εμπρός, πάντοτε εμπρός. / Τοιαύτα σωματεία Ελληνικά εν Ρωσσία χρήσουζιν όντως πάσης ηθικής και υλικής υποστηρίξεως, καθόσον εκπληρούσιν εν τη ξένη ύψιστον σκοπόν εθνικής ωφελείας, διά της εις τους νέους εμπνεύσεως της προς την Μούσαν και την καλλιτεχνίαν επιδόσεως, δι’ ώς προικίζεται το πνεύμα το Ελληνικόν, το αθάνατον εις τους αιώνας μας. Το παράδειγμα της αιθούσης Υάλτας ακολουθεί το ωραίον Σουχούμ, ευελπιστούμεν δε ότι και άλλοι Ελληνικαί κοινότητες θα μιμηθώσι τας ανωτέρω Ελληνικάς παροικίας, ίνα κρατύνηται το αίσθημα της απανταχού της Ρωσσίας ελληνικής νεολαίας. Έφθασεν επί τέλους η στιγμή και διά τους εν Ρωσσία Έλληνας, όπως αποδείξωσιν ότι υπάρχωσιν οργανωμένοι εν τη ξένη, ως αι παροικίαι της Αιγύπτου και Αμερικής. Είνε καιρός, τα εκασταχού Κοινοτικά Συμβούλια, να δράσωσι, και να τεθώσιν επί κεφαλής των τοιούτων ευγενών σκοπών της ελληνικής νεολαίας. Διότι, όταν εν ελληνικαίς αιθούσαις ψάλλεται “Ο θάνατος του Μάρκου Βότσαρη” και “Ο δαυλός του Κανάρη” ενούται αδιασπάστως εις έν η απανταχού της γης ελληνική οικογένεια. Εμπρός νεότης μας ελληνική εν Ρωσσία, εμπρός, εμπρός πάντοτε εμπρός…” (“Φως”, αρ. 38, 24 Ιανουαρίου 1910, αρ. 25 του παραρτήματος).

Αυτές οι ελληνικές κοινότητες, παλαιές και καινούργιες, έχουν αφήσει σημάδια της παρουσίας τους και σε πολλά ονόματα πόλεων στην περιοχή: στην ενδοχώρα της Οδησσόυ Tiraspol και Grigoriopol, ανατολικά της Οδησσού Cherson και Nikopol, στην Κριμαία Jevpatorija, Sevastopol, Simferopol, Feodosija, στην Αζοφική Maryupol, βορείως του Καυκάσου Stavropol κτλ. Ένδειξη για το ποιες κοινότητες ήταν οι πιο δραστήριες αποτελεί π. χ. ένα ευχητήριο τηλεγράφημα προς τον Παναγιώτατο Επίσκοπο με την ευκαιρία του Πάσχα (“Κόσμος”, αρ. 67, 20 Απριλίου 1907): στέλνεται από το Ταϊγάνι, τη Συμφερούπολη, τη Σεβαστόπολη, το Ροστόβι (Rostov na Donu στο βάθος της Αζοφικής), το Βατούμ, το Πότι (Poti, λιμάνι βορείως του γεωργιανού Βατούμ), Ευπατορία, Αικατερινοδάρ, Αρμαβίρ (Armavir, βορείως του Καυκάσου), επίσης Βλαδικαύκασον (Vladikavkaz, βορείως της Τιφλίδας), Νοβορρωσσίσκη, Θεοδοσία κτλ.

Αν θέλουμε να χωρίσουμε την περιοχή που καλύπτουν οι ελληνικές εφημερίδες της Οδησσού με ανταποκρίσεις από άλλες πόλεις σχετικά με το θεατρικό γίγνεσθαι σε γεωγραφικές ζώνες, τότε θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε τα εξής: Α) την ευρύτερη ενδοχώρα της Οδησσού, Β) τη χερσόνησο της Κριμαίας, Γ) πόλεις και λιμάνια της Αζοφικής Θάλασσας, Δ) τον υπερκαυκάσιο χώρο με τα λιμάνια στις νότιες βουνοπλαγιές της οροσειράς του Καυκάσου, την Αμπχαζία και τη Γεωργία, Ε) την περιοχή του Καρς στα σημερινά τουρκοαρμενικά σύνορα, και στ) τις δυτικές παραλίες της Κασπίας Θάλασσας.

Α) Σ’ ένα από τα πρώτα φύλλα της εφημερίδας “Κόσμος”, κατά τον Δεκέμβριο του 1906, αναφέρεται χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες, ότι “εν τη Λέσχη των Ευγενών εν Κισνοβίω εδόθη προ ημερών θεατρική παράστασις υπέρ ευεργετικού σκοπού εν ή παρέστη το άνθος της Ελληνικής παροικίας και της Ρωσσικής κοινωνίας” (“Κόσμος”, αρ. 11, 17 Δεκεμβρίου 1906, ολόκληρο το άρθρο στο παράρτημα αρ. 1). Το Chișinău, ρωσικά Kišiniev, πρωτεύουσα της σημερινής ανεξάρτητης Μολδαβίας, στην ευρύτερη ενδοχώρα της Οδησσού, αναφέρεται και ως προορισμός επαγγελματικών θιάσων (βλ. στη συνέχεια). Η συμμετοχή της ρωσικής καλής κοινωνίας σε τέτοιες εκδηλώσεις μαρτυρείται συχνά, γιατί συνήθως υφίστανται καλές σχέσεις ανάμεσα στην ελληνική κοινότητα και τον ρωσικό (εδώ και ρουμανικό) πληθυσμό, πάντως πιο απροβλημάτιστες (ίσως και λόγω ορθοδοξίας)[50] απ’ ότι με τους Γερμανούς, τους Εβραίους και Πολωνούς. Ο φιλανθρωπικός σκοπός εδώ δεν διευκρινίζεται.

Β) “Εκ Κερτσίου” (Kerč, το λιμάνι της Κριμαϊκής που ελέγχει την είσοδο στη Αζοφική Θάλασσα) αναφέρεται για τον ίδιο μήνα (Δεκέμβριο 1906), πως “προ ημερών εν τω θεάτρω της πόλεως Κέρτς εδόθη υπό ερασιτεχνών ευεργετική παράστασις υπέρ της Ελληνικής Σχολής”: επαίξαν το τετράπρακτο δράμα “Η στρίγγλα” κάποιου Ν. Αντωνόπουλου (μάλλον του Ν. Λάσκαρη) και την κωμωδία “Ενοικιάζεται” των Λάσκαρη και Δημητρακόπουλου. Σε τέτοιες ανταποκρίσεις πάντα επαινούνται οι ερασιτέχνες για την άψογη υπόκριση και το εν γένει αισθητικό αποτέλεσμα, αλλά και γιατί “ανέλαβον να παίξωσιν υπέρ ενός φιλανθρωπικού σκοπού”. Επίσης: “Το θέατρον ήτο κατάμεστον· διότι οι ευγενείς και φιλότιμοι Έλληνες μετ’ ανυπομονησίας περιμένοντες την ημέραν της παραστάσεως, αθρόοι προσέτρεξαν, το μεν ίνα απολαύσωσι, το δε διά να συνδράμωσι την προσφιλήν των Ελληνικήν Σχολήν”. Μαζεύτηκαν 415 ρούβλια (“Κόσμος” αρ. 17, 20 Δεκεμβρίου 1906, παράρτημα αρ. 2). Από τη Σεβαστούπολη αναφέρεται άλλη ανταπόκριση, πως στη γνωστή λουτρόπολη της Γιάλτας πέθανε ο πρωτεργάτης της εκεί ελληνικής κοινότητας, Ν. Ι. Φόλτωφ, προερχόμενος από το μικρασιατικό χώρο· δίνονται σύντομα ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία (“Κόσμος” αρ. 37, 14 Φεβρουαρίου 1907, παράρτημα αρ. 5) Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1911, γιορτάζει στην λουτρόπολη η ελληνική αδελφότητα τα 12 χρόνια από την ίδρυσή της· διαθέται μέγαρο δικό της, όπου λειτουργεί πεντατάξιος σχολή “τελείως κατηρτισμένη και καθ’ όλους τους κανόνας της υγιεινής”· πρόσφατα ανεγέρθη και μεγάλη αίθουσα για θεατρικές παραστάσεις. Τονίζεται ιδιαίτερα πως μέσα στην κοινότητα δεν υπήξαν ποτέ “σκάνδαλα και διενέξεις σοβαραί”. 300 περίπου μέλη παρακολούθησαν τη γιορτή στην αναφερόμενη αίθουσα στον τρίτο όροφο του κτηρίου, γιορτή που ξεκίνησε με τον αγιασμό· ακολούθησαν ο πανηγυρικός και διάφορες άλλες ομιλίες, και η τελετή τελείωσε με γεύμα. Συγκεντρώθηκαν 700 ρούβλια (“Φως” αρ. 101, 23 Ιανουαρίου 1911, παράρτημα αρ. 28). Άλλη είδηση έρχεται από τη Σεβαστούπολη το 1817, λίγο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση· την αναφέρει η βραχύβια εφημερίδα “Αναγέννησις” (30 Απριλίου 1817 – 4 Οκτωβρίου 1917): εκεί ιδρύθηκε ο Ελληνικός Μουσο-Φιλολογικός Σύλλογος “Απόλλων”, “σκοπός του οποίου είνε η διά διοργανώσεις εσπερινών μαθημάτων, διαφόρων λαϊκών διαλέξεων, μουσικοφιλολογικών εσπερίδων, διά παραστάσεων, δι’ εκδρομών, δι’ ιδρύσεως αναγνωστηρίου και δανειστικής βιβλιοθήκης, συνένωσις των μελών αυτού εις έν ελληνικόν κέντρον αναπτύξεως και ψυχαγωγίας” (η ανταπόκριση στάλθηκε στις 6 Ιουνίου 1917, παράρτημα αρ. 30). Η εφημερίδα “Αναγέννησις” ήταν το όργανο του Συλλόγου “Νέα Ζωή” στην Οδησσό, ο οποίος επιδιδόταν επίσης σε τέτοιου είδους δραστηριότητες[51]. Η εφημερίδα, όπως φαίνεται από τον τίτλο και τη γλώσσα της (δεν είναι πια η αρχαΐζουσα του “Κόσμου” και του “Φωτός”), σηματοδοτεί κάποια αλλαγή νοοτροπίας και ιδεολογίας, όπως και ο ταυτόχρονα εκδιδόμενος “Ήλιος”, ο οποίος αντιμετώπισε θετικά το πραξικόπημα εναντίον του Τσάρου τον Φεβρουάριο του 1917[52].

Γ) Από τον χώρο της Αζοφικής ειδήσεις για σχολικές εκδηλώσεις και ερασιτεχνικές παραστάσεις αφορούν μόνο την πόλη Taganrok (Ταϊγάνιον), με σφύζουσα ελληνική παροικία[53], λιμάνι που ήταν και σταθμός των περιοδευόντων θιάσων. Ανταπόκριση «εκ Ταϊγανίου» στις 14 Φεβρουαρίου 1907 περιγράφει την γιορτή των Τριών Ιεραρχών στην Ελληνική Σχολή της πόλης: μετά τον αγιασμό τραγουδιέται ο ρωσικός και ο ελληνικός εθνικός ύμνος, και καθηγητής αναπτύσσει σε ομιλία του το θέμα του ρόλου της θρησκείας στην παιδεία του ανθρώπου. Μετά οι μαθητές απαγγέλλουν «διαλόγους και ποιήματα, μέχρι δακρύων συγκινήσαντες τους παρευρισκομένους ομογενείς» («Κόσμος» αρ. 37, 14 Φεβρουαρίου 1907, παράρτημα αρ. 6).

Δ) Πιο πλούσιες είναι οι ειδήσεις για τον υπερκαυκάσιο χώρο· αρχίζουμε δυτικά με το λιμάνι της Νovorossijsk (Νοβορωσσίσκη) στις νότιες βουνοπλαγιές του Καυκάσου, ακόμα κοντά στο στενό, όπου εκβάλλει η Αζοφική στη Μαύρη Θάλασσα, ακολουθεί λίγο πιο ανατολικά το Soči (Σότση), επίσης λιμάνι, προχωρούμε στο Suchumi, πρωτεύουσα της Αμπχαζίας, για να φτάσουμε πια ανατολικά στο γεωργιανό Batumi (Βατούμ).

Ανταπόκριση “εκ Νοβορωσσίσκης” με τίτλο “Καλλιτεχνικαί δάφναι” της 19ης  Μαρτίου 1908 εξιστορεί ότι στις 9 Μαρτίου παίχθηκε στη λέσχη των υπαλλήλων από ερασιτέχνες, “υπό την διδασκαλία του εξ Αθηνών καλλιτέχνη ηθοποιού κ. Σ. Σάββα” “Ο γυιός του ίσκιου” του Σπύρου Μελά (που είχε δημοσιευτεί μόλις το 1907)[54]. Ο έπαινος του ανταποκριτή είναι ιδιαίτερα θερμός· φαίνεται πως η καθοδήγηση των ερασιτεχνών από επαγγελματία ηθοποιό είχε ευεργετικές επιπτώσεις για το αισθητικό αποτέλεσμα: “Δεν είναι υπερβολή εάν είπωμεν ότι ήρθασιν εις το ύψος εξ επαγγέλματος καλλιτεχνών. Είναι πολύ ευχάριστον και ενθαρρυντικόν να βλέπη τις τόσον αφθόνως διακεχυμένον το φυσικόν καλλιτεχνικόν τάλαντον και αφ’ ετέρου λυπηρόν, διότι τόσον σπανίως δίδεται αφορμή να επιδεικνύηται. Η ελληνική κοινότης ευγνωμονεί πάσι της ανωτέρω διότι παρέσχον αυτή στιγμάς τινας ευχαριστήσεως και εύχεται ίνα συνεχισθή το αρξάμενον ήδη ευγενές έργον της προόδου” (“Κόσμος” αρ. 190, 19 Μαρτίου 1908). Τέτοιες συμπράξεις επαγγελματιών με ερασιτέχνες φαίνεται πως δεν ήταν σπάνιες: είναι γνωστές από την Κωνσταντινούπολη[55] και μπορούμε να τεκμηριώσουμε και μια περίπτωση απο τη Γεωργία (βλ. στη συνέχεια). Σε εποχές απραγίας και κακαδαιμονιών, διάλυσης του θιάσου ή άλλων αντίξοων συνθηκών αυτός ήταν και ένας τρόπος επαγγελματικής επιβίωσης.

Εκτενής ανταπόκριση του 1907 από τη μικρή πόλη Soči με μόλις 30 ελληνικές οικογένειες αναφέρει, πως αυτές διοργάνωσαν ελληνική κοινότητα και λειτουργούν και ελληνικό σχολείο, «μεγάλως ποθούντες την εθνικήν αυτών πρόοδον και αναγέννησιν και διατήρησιν των πατρίων, ώρισαν εκτός των άλλων, εν τω ιδιαιτέρω αυτών προγράμματι και εθνικάς εσπερίδας κατά καιρούς, εν αις δέον να παρευρίσκωνται πάντες οικογενειακώς. Σκοπός δε των εσπερίδων τούτων είνε η αναζωπύρωσις του εθνικού φρονήματος και αισθήματος αυτών διά της εν αυταίς αναπτύξεως υπό των αρμοδίων διαφόρων εθνικών ζητημάτων, ουχ ήττον δε και η κοινωνική ανάπτυξις διά της συσχετίσεως των ελληνικών οικογενειών προς αλλήλας”. Η δεύτερη τέτοια εθνική εσπερίδα (η πρώτη έγινε στις 15 Σεπτεμβρίου 1906) πραγματοποιήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1907 σε σπίτι έγκριτου μέλους της κοινότητας, όπου στη μεγάλη αίθουσα ο δάσκαλος του σχολείου περιέγραψε σε ομιλία του ζωηρά τα ιστορικά πάθη του Έθνους, προκαλώντας απερίγραπτον ενθουσιασμό. Ύστερα η χορωδία των μαθητών τραγούδησε τον εθνικό ύμνο και απήγγειλε “διάφορα εθνικά ποιήματα”. Ο αντιπρόεδρος της κοινότητας συνεχάρη μαθητές και γονείς, επαινεί τους πρώτους για την πρόοδό τους και μοιράζει δώρα, και συστήνει στους δεύτερους να φυλάξουν το σχολείο σαν κόρην οφθαλμού. Και σχολιάζει ο ανταποκριτής: “Αληθώς αξιοθαύμαστος είνε η εθνική πρόοδος των εν τη Σότση Ελλήνων και αξιομίμητος και παραδειγματικός ο πατριωτισμός αυτών. Οι δε γνωρίζοντες το σμικρόν του πλήθους αυτών και την μέχρις εσχάτων θέσιν των, αδυνατούσι να πιστεύσωσι την πρόοδον ταύτην διότι όντως είνε καταπλητική. Μετά μεγίστου εθνικού ενδιαφέροντος εργάζονται υπέρ του Έθνους” (“Κόσμος” αρ. 36, 11 Φεβρυαρίου 1907, παράρτημα αρ. 3). Είναι ενδιαφέρουσα η συσχέτιση της έννοιας της προόδου, που συνήθως την εποχή εκείνη συνδυάζεται με την οργάνωση της παιδείας, τη μόρφωση, την καθαριότητα, την υγιεινή, την πρόνοια και φιλανθρωπία, με τα εθνικά ζητήματα και τη διατήρηση ή και αφύπνιση της εθνικής συνείδησης. Το μικρό μέγεθος της κοινότητας, η έλλειψη επαρκούς οικονομικής ευρωστίας και η μεγαλύτερη έκθεσή της στον κίνδυνο του εκρωσισμού, δηλαδή της αφομοίωσης από το κοινωνικό περιβάλλον (βλ. την επιστολή “εξ Αρτεχάν” για την κατάσταση στα χωριά, παράρτημα αρ. 7 και παραπάνω), καιθστούν την οργάνωση της κοινότητας πιο εύθραυστη και τη λειτουργία ξεχωριστής σχολής πιο δύσκολη, γιατί εκείνη πρέπει να ακολουθήσει και τις προδιαγραφές του ρωσικού εκπαιδευτικού συστήματος (“Σχολή κατά το νέον εκαιδευτικόν σύστημα λειτουργούσα”). Αυτό σημαίνει λεπτούς χειρισμούς και διπλωματία στις επαφές με τις ρωσικές αρχές και σημαντική οικονομική επιβάρυνση, ακόμα και για οικογένειες οι οποίες δεν πρέπει να θεωρούνται και τόσο εύπορες.

Αλλά μπορούμε να παρακολουθήσουμε και τη συνέχεια: στις 2 Φεβρουαρίου 1908, το Ελληνικόν Αγαθοεργόν Σωματείον (το επίσημο όνομα της κοινότητας) οργάνωσε εσπερίδα “προς όφελος της υπό του ειρημένου σωματείου συντηρουμένης Ελληνικής Σχολής” (“Κόσμος” αρ. 175, 8 Φεβρουαρίου 1908, παράρτημα αρ. 12). Ο ανταποκριτής επαινεί την προσπάθεια ως παράδειγμα προς μίμησιν. Από τέτοιες εσπερίδες των ομογενών και τον έρανο που γίνεται εκεί εξαρτάται “η τύχη των σχολείων των, τουτέστιν η ελληνοπρεπής μόρφωσις των τέκνων των”. Η προσπάθεια ευδοκίμησε, και όπως αναφέρει νέα ανταπόκριση (16 Μαΐου 1910), συνδέεται τώρα ήδη και με ερασιτεχνικό όμιλο και θεατρική παράσταση: στις 24 Απριλίου ο όμιλος “έδωκε την πρώτη ευεργετικήν αυτού παράστασιν, τον ‘Χορόν του Ζαλόγγου’, υπέρ της ενταύθα Ελληνικής Σχολής, εν τω Θεάτρω του εκατομμυριούχου Τερναπόλσκιη. Η επιτυχία υπερβαίνει πάσαν περιγραφήν”. Μετά την ηθογραφικο-πατριωτική παράσταση των μαθητών δεν ακολούθησε η συνηθισμένη κωμωδία, αλλά δέκα ζευγάρια σε παραδοσιακές στολές και φουστανέλλες χόρευαν συρτό και τραγουδούσαν το “Μπάτε κορίτσια στο χορό”. Ακολούθησαν ευρωπαϊκοί χοροί και η εκδήλωση τελείωσε στις τρεις το πρωί. Συγκεντρώθηκαν 600 ρούβλια για το σχολείο, τον “ιερόν και κοινωφελή σκοπόν”  (“Κόσμος” αρ. 440, 16 Μαΐου 1910, παράρτημα αρ. 24).

Τέτοιες πληροφορίες υπάρχουν και για την πρωτεύουσα της
Αμπχαζίας, το Σουχούμ. Κάπως αόριστη είδηση από τις 10 Μαρτίου 1910 αναφέρει πως “εν Σουχούμ εδόθη παράστασις υπό την προστασίαν της Αδελφότητος των Κυριών υπέρ των εκεί ευαγών κοινοτικών καθιδρυμάτων” (“Κόσμος” αρ. 427, 10 Μαρτίου 1910, παράρτημα αρ. 22). Άλλη εφημερίδα αναφέρει ήδη στις 24 Ιανουαρίου της ίδιας χρονιάς, πως εκεί η κοινότητα προχώρησε στην ίδρυση ενός Μουσικοδραματικού Συλλόγου με όνομα “Απόλλων”, “σκοπόν έχοντος τη διαπαιδαγώγησιν και ανάπτυξιν της Ελληνικής νεολαίας εν γένει, παρακαλείσθε όπως μας συνδράμητε, πλουτίζοντες το αναγνωστήριον του Συλλόγου μας, διά της καθ’ εβδομάδα αποστολής του Υμετέρου φύλλου” (“Φως” αρ. 38, 24 Ιανουαρίου 1910, παράρτημα αρ. 25), πράγμα που προκαλεί το ενθουσιαστικό παραλήρημα του συντάκτη της εφημερίδας (βλ. παραπάνω). Πέντε χρόνια αργότερα, στις 5 Μαΐου 1915 δίνεται “ενταύθα υπό ομάδος ερασιτεχνών θεατρική παράστασις υπέρ της Ελληνικής Σχολής και του εν Πετρουπόλει νοσοκομείου υπό την προστασίαν της Σεπτής Ημών Βασιλομήτορος Όλγας προς περίθαλψιν των Ρώσσων τραυματιών του πολέμου”. Παίζεται η “Σρίγγλα” του Λάσκαρη και μια κωμωδία (“Θ’ αυτοκτονήσω”). Είναι φανερό, πως για λόγους διπλωματίας, στα χρόνια του πολέμου η ελληνική κοινότητα αναγκάζεται με αυτές τις παραστάσεις να διεξάγει έρανο και για άλλος σκοπούς.

Επίσης ζωηρή είναι η θεατρική ερασιτεχνία στο γεωργιανό λιμάνι Batumi (Βατούμ), το οποίο αποτελεί σημαντικό σταθμό για τους επαγγελματικούς θιάσους. Ανταπόκριση από τις 11 Φεβρουαρίου 1907 αναφέρει, “ότι η δοθείσα τη 30 Ιανουαρίου εσπερίς εν τη αιθούση της διεθνούς Λέσχης προς όφελος των εν Βατούμ ελληνικών σχολείων, είλκυσε άπειρον πλήθος, όπερ ανεχώρησεν αποκομίζον τας μάλλον ευαρέστους και ζωηράς εντυπώσεις μόλις την 4 πρωινήν ώραν. Εν μια των αιθουσών της λέσχης ετοποθετήθησαν καλλιτεχνικώς διασκευασμένα περίπτερα εκ των οποίων προυκάλει ιδίως τον θαυμασμόν το παριστάνον τα ερείπια της Ακροπόλεως μετά των πέριξ αυτής τοποθεσιών” (“Κόσμος”, αρ. 36, 11 Φεβρουαρίου 1907, παράρτημα αρ. 4). Η ποικιλία των καλλιτεχνικών αυτών εκδηλώσεων εκπλήσσει μερικές φορές. Ακολούθησε χορός ανδρών και γυναικών με παραδοσιακές στολές που ψάλλουν “εθνικά άσματα”· και η μουσική εσπερίδα κλείνει με ένα κοντσέρτο μαντολίνου και βιολιού. Ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύεται άρθρο ρωσικής εφημερίδας σε μετάφραση, που περιγράφει άλλη εσπερίδα (26 Ιανουαρίου 1908) στην Εμπορική Λέσχη, για φιλανθρωπικούς σκοπούς: εκεί νέοι και νέες της ελληνικής κοινότητας, ντυμένοι αρχαίοι Έλληνες, ψάλλουν τον ύμνο του Απόλλωνα και παριστάνουν σε μυθολογική σκήνη θεούς, μούσες και νύμφες. Ακολούθησε σκηνή από τον εθναπελευθερωτικό αγώνα. Ο Ρώσος σχολιαστής επαινεί τους Έλληνες, γιατί σε αντίστοιχες εκδηλώσεις των Ρώσων η οργάνωση της βραδιάς περιορίζεται στον έρανο, χωρίς να υπάρξει τέρψη και θέαμα (“Κόσμος”, αρ. 175, 8 Φεβρουαρίου 1908, παράρτημα αρ. 11). Από αρκετές περιγραφές προκύπτει ότι οι εκδήλωσεις αυτές είναι ανοιχτές και για την τοπική κοινωνία των Ρώσων, μάλιστα ένας από τους σκοπούς της δραστηριότητας αυτής είναι ακριβώς η δημιουργία και η σύσφιξη των κοινωνικών σχέσεων.

Ε) Και μεταφερόμαστε πιο νότια στην ορεινή περιοχή του Κάρς στον Αντικαύκασο, σημερινά τουρκο-αρμενικά σύνορα, στον παλαιό εμπορικό δρόμο από την Κασπία Θάλασσα στη Σμύρνη, διασχίζοντας το εσωτερικό της Μικρασίας· οι ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής (βλ. την ανταπόκριση “Εξ Αρτεχάν” παραπάνω, παράρτημα αρ. 7) εκδιώχθηκαν ήδη πριν από το Μικρασιατική Καταστροφή[56] και μετοίκησαν κυρίως στη Γεωργία. Σε μακροσκελή ανταπόκριση από τις 20 Απριλίου 1907, όπου αναφέρεται, πως “ο ανά τα μέρη ταύτα διεσπαρμένος ελληνισμός αφυπνίζεται καθημερινώς του ληθάργου”, αναφέρεται ερασιτεχνική παράσταση στην Εμπορική Λέσχη, “υφ’ Ελλήνων ερασιτεχνών μελών της ενταύθα ελληνικωτάτης παροικίας, προς όφελος των εν Τσάλκα του διαμερίσματος Τιφλίδος πασχόντων εκ λιμού ομογενών” (“Κόσμος” αρ 67, 20 Απριλίου 1907, παράρτημα αρ. 8). Παίζουν το “συγκινητικώτατον εθνικόν δράμα ‘Αρματωλοί και Κλέπται’ του αοιδίμου Χριστοφόρου Σαμαρτσίδου” και την κωμωδία “Φιάκας”. Και εδώ γίνεται η σύγκριση των ερασιτεχνών με επαγγελματίες· επαινείται η ευαισθησία της κοινότητας για τους συμπατριώτες τους σε χωριό της όχι και τόσο κοντινής Τιφλίδας. Πάντως αυτή η πράξη αποδεικνύει τη σημαντική δικτύωση και συσπείρωση, την πυκνή επικοινωνία και καλή πληροφόρηση (λόγω των δρόμων του εμπορίου), που είχαν οι ελληνικές κοινότητες στον ευρύτερο χώρο μεταξύ τους. Η παράσταση αυτή δεν φαίνεται να είναι η μόνη: το 1908 αναγγέλλεται για την 1η Ιουνίου θεατρική παράσταση “υπέρ των σχολών της Κοινότητος και προς επίρρωσιν των κοινοτικών αυτών συμφερόντων” (“Κόσμος” αρ. 192, 25 Μαρτίου 1908, παράρτημα αρ. 15). Δεν ξέρουμε αν πράγματι έγινε. Πάντως, εξαιτίας των ελλειπών ανταποκρίσεων στις εφημερίδες της Οδησσού και των σκόρπιων πληροφοριών, η εικόνα παραμένει αποσπασματική, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις.

ΣΤ) Και μία μοναδική πληροφορία μάς μεταφέρει ακόμα πιο μακριά, στην πόλη Baki, ελληνικά Βακού, στην Κασπική Θάλασσα, όπου περιγράφεται σε ανταπόκριση από τις 14 Φεβρουαρίου 1910 μια ειδυλλιακή εικόνα της πλήρους αρμονίας που επικρατεί ανάμεσα στα μέλη της Ελληνικής Κοινότητας. “Την 31 Ιανουαρίου εδόθη εσπερίς υπέρ της αρτισυστάτου Ελληνικής Σχολής εν τω θεάτρω ‘Αρμονία’ της πόλεως, και αύτη απέδωκε καθαρόν κέρδος εκ 400 ρουβλίων” (“Κόσμος”, αρ. 420, 14 Φεβρουαρίου 1910, παράρτημα αρ. 20).

Η εικόνα είναι, παρά την ωραιοποίηση των πραγμάτων και τον πατριωτικό οίστρο των ανταποκριτών και συντακτών, σχεδόν παντού ή ίδια: στο κέντρο της δραστηριότητας των ποικίλων πολιτισμικών συλλόγων των ελληνικών κοινοτήτων, είτε αυτές εκδηλώνονται με μουσικοφιλολογικές εσπερίδες είτε με θεατρικές παραστάσεις ή άλλες εκφάνσεις της καλλιτεχνικής ερασιτεχνίας, βρίσκεται σχεδόν πάντα το ελληνικό σχολείο της πόλης, ως κοιτίδα μόρφωσης των μελλοντικών γενεών και κύτταρο της διαφύλαξης της εθνικής ταυτότητας, της διατήρησης της γλώσσας και του πολιτισμού. Έτσι και η ερασιτεχνική θεατρική κίνηση είχε ένα σαφές ιδεολογικό πλαίσιο, μια αυτονόητη σκοπιμότητα και μια εμφανή αποστολή: να αναχαιτίσει την πολιτισμική αφομοίωση των ελληνικών πληθυσμών της νότιας Ρωσσίας εκ μέρους της τσαρικής αυτοκρατορίας. Η άμεση σύνδεση των παραστάσεων με το σχολείο είχε επιπτώσεις και στην επιλογή του ρεπερτορίου, το οποίο είναι σχεδόν αποκλειστικά πατριωτικό ή ηθογραφικό, και στην ιδεολογική πλαισίωση και θεματολογική περιχαράκωση των εκδηλώσεων με μορφωτικές ομιλίες, εθνικούς χορούς και κατάλληλο μουσικό πρόγραμμα. Ο χρηματικός έρανος για τη διατήρηση και βελτίωση του σχολείου είναι σχεδόν πάντα ο κεντρικός στόχος, αλλά και η ίδια η εκδήλωση αποτελεί πατριωτική μόρφωση, τέρψη αλλά και πηγή συγκίνησης. Όσο μικρότερη είναι μια κοινότητα, τόσο μεγαλύτερη είναι η πολιτισμική πίεση του περιβάλλοντος για ένταξη και αφομοίωση, και τόσο πιο έκδηλη η νοσταλγία και η δίψα για κάθε τι το “ελληνικόν”.

Αυτή την ψυχολογική κατάσταση των ελληνικών πληθυσμών της διασποράς εκμεταλλεύονταν τα θεατρικά μπουλούκια στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, γνωρίζοντας ότι η πατριωτική θεματολογία και του couleur locale της ηθογραφίας από τον λαϊκό πολιτισμό της πατρίδας αποτελούν σίγουρες επιτυχίες, ανεξάρτητα από την όποια αισθητική στάθμη της παράστασης.

 

 

(από το βιβλίο Ελληνικό Θέατρο στην Οδησσό 1814-1914, Αθήνα 2013)
(σκεφτείτε τι γίνεται σήμερα στις περιοχές αυτές)

 

[1] Για τα αποτελέσματα και τις ποικίλες δυσκολίες των αποστολών αυτών βλ. Ι. Μπογκντάνοβιτς / Β. Πούχνερ, “Από τη Φιλική Εταιρία στον Γρηγόριο Μαρασλή: Αποτελέσματα ερευνητικής αποστολής της Ελληνικής Θεατρολογίας στην Οδησσό”, Παράβασις. Επιστημονικό Δελτίο Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Αθηνών 9 (2009), σσ. 293-303 και των ίδιων, «Οι ελληνικές θεατρικές παραστάσεις στην Οδησσό κατά τον 19ο αιώνα: Δεύτερη θεατρολογική αποστολή στα αρχεία και στις βιβλιοθήκες της κριμαϊκής πόλης», αυτόθι 10 (2010), σσ. 193-210· βλ. και της ίδιας, «Οι ελληνικές θεατρικές παραστάσεις στην Οδησσό στις αρχές του 20ου αιώνα: Τρίτη θεατρολογική αποστολή στα αρχεία και στις βιβλιοθήκες της ουκρανικής  πόλης», αυτόθι 11 (2011), βλ. παραπάνω στον ίδιο τόμο.
[2] Βλ. σε επιλογή: Ε. Σιφναίου / Σ. Παραδεισόπουλος, “Οι Έλληνες της Οδησσού το 1897: διαβάζοντας την πρώτη επίσημη ρωσική απογραφή”, Τα Ιστορικά 44 (Ιούνιος 2006), σσ. 9-32, Μ. Καραβία, Οδησσός. Η λησμονημένη πατρίδα, Αθήνα 1998, Βασ. Καρδάσης, Ο Ελληνισμός του Ευξείνου Πόντου, Αθήνα χ. χ., Κ. Αυγατίδης, Ο Ελληνικός εμπορικός κόσμος της Οδησσού και η Ελλάδα (1794-1900), Αθήνα/ Γιάννινα, Δωδώνη 1998, Κ. Παπουλίδης, Γρηγόριος Γ. Μαρασλής (1837-1907). Η ζωή και το έργο του, Θεσσαλονίκη ΙΜΧΑ 1989, του ίδιου, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη 1999, P. Herlihy, Odessa. A History, 1794-1914, Boston, Harvard UP 1986, της ίδιας, “The Greek Community in Odessa, 1861-1917”, Journal of Modern Greek Studies 7 (1989), σσ. 235-252, της ίδιας, “Greek Merchants in Odessa in the Nineteenth Century”, Harvard Ukranian Studies 3/4 no. 1 (1979-80), σσ. 399-420, K. Aυγατίδης, Θεόδωρος Παύλος Ροδοκανάκης. Ο μεγαλέμπορος, επιχειρηματίας, πλοιοκτήτης και τραπεζίτης της Οδησσού, Χίος 2004, J. A. Mazis, The Greeks of Odessa. Diaspora Leadership in Late Imperial Russia, New York 2004 κτλ.
[3] Βλ. σε επιλογή: Ο. Σαλέκου, “Ελληνικές παροικίες και κοινότητες στην Κριμαία (18ος – 19ος) αιώνας. Τυπολογία και εννοιολογικές αποσαφηνίσεις”, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 104-105 (2001), σσ. 249-267, Ευρ. Σιφναίου “Επαγγελματική ηθική και κοινωνική αγαθοεργία των Ελλήνων επιχειρηματιών στη Ν. Ρωσία”, Τα Ιστορικά 17, τεύχ. 32 (Ιούνιος 2000), σσ. 109-130, της ίδιας, Έλληνες έμποροι στην Αζοφική. Η δύναμη και τα όρια της οικογενειακής επιχείρησης, Αθήνα 2009, Ι. Χασιώτης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και εκτοπισμοί, οργάνωση και ιδεολογία, Θεσσαλονίκη 1997, Β. Καρδάσης, Έλληνες ομογενείς στην Νότια Ρωσία 1775-1861, Αθήνα 1998, του ίδιου, Diaspora Merchants in the Black Sea: The Greeks in Southern Russia 1775-1861, Lanham 2001, K. Παπουλίδης, “Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα”, Βαλκανικά Σύμμεικτα  4 (1992), σσ. 109-140, G. L. Arsh, “Οι Έλληνες της Ρωσίας”, Μουσείο Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1994, σσ. 13-33 κτλ.
[4] Ε. Λ. Μουρατίδης, Το ποντιακό θέατρο. Νότια Ρωσία – Γεωργία – Ουκρανία,  1810-1917, Θεσσαλονίκη 1995.
[5] Κ. Fotiadis, “The Greek Theatre in Pontos, Russia and the Soviet Union”, Études Helléniques/Hellenic Studies 16/2 (2008), σσ. 65-82.
[6] Βλ. Χρ. Σταματοπούλου-Βασιλάκου, “Το θέατρο του Ελληνισμού της διασποράς 19ος – 20ός αιώνας: Συμβολή ενός πανεπιστημιακού μαθήματος στη διδασκαλία της ιστορίας του ελληνισμού της διασποράς”, Ιστορία της Νεοελληνικής Διασποράς: Έρευνα και Διδασκαλία. Πρακτικά Συνεδρίου, Ρέθυμνο 4-6 Ιουλίου 2003, τόμ. 2, Ρέθυμνο 2004, σσ. 377-385, της ίδιας, “Greek Theater in Southeastern Europe and the Eastern Mediterranean from 1810 to 1961”, Journal of Modern Greek Studies 27/2 (2007), σσ. 267-284 και
“Τhe Greek Communities in the Balkans and Asia Minor and Their Theatrical Activity 1800-1922”, Études Helléniques/Hellenic Studies 16/2 (2008), σσ. 39-64.
[7] Βλ. τώρα W. Puchner, Hellenophones Theater in Osmanischen Reich (1600-1923). Zur Geschichte und Geographie einer geduldeten Tätigkeit, Lit-Verlag, Mainz/Wien 2011. Μέρος του παρόντος υλικού αυτού έχει ενταχθεί στο πέμπτο κεφάλαιο, “Das lange 19. Jahrhundert der Sultansreformen. Griechisches Berufstheater und Laienspiel unter dem Halbmond und in den nationalstaatlichen Ausläufern”.
[8] Moυρατίδης, ό. π., σσ. 31-44.
[9] Παίζουν το 1906 και αργότερα στο Zeleznij Teatr, το 1906 την ποντιακή κωμωδία “Το σκότoς” του Γ. Κ. Φωτιάδη (για το έργο βλ. Μουρατιδης, ό. π., σσ. 51-77, για τη δεύτερη γραφή με τίτλο “Τα σκοτάδια” 1907, σσ. 78-94)· το 1913 δίνεται “Ο υιός του ίσκιου” του Σπ. Μελά, το 1914 “To σκότος” καθώς και “Αθανάσιος Διάκος” και άλλο αταύτιστο έργο, επίσης ανεβάζουν παράσταση κατά την εθνική γιορτή το 1916· το 1917 δίνει ο Μουσικός-Φιλολογικός και Δραματικός Σύλλογος “Προμηθεύς” τη “Στέλλα Βιολάντη” του Ξενόπουλου, το 1918 παίζει ο Σύλλογος Σουρμενιτών “Αι Μούσαι” την “Γκόλφω” του Περεσιάδη, και το 1919 οργανώνει ο “Προμηθεύς” πέντε παραστάσεις στο “Smaevski Teatr”: τον “Αγαπητικό της βοσκοπούλας”, “Το καναρίνι” του Δ. Α. Νικολαρά (Aθήνα 1887), μια ποντιακή δραματική σκηνή “Eις τας φύλακας”, τη “Στέλλα Βιολάντη” και νούμερα από την επιθεώρηση “Τα πολεμικά Παναθήναια”.
[10] Οι περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από το Αρχείο της Λογοκρισίας στην Τιφλίδα. Τα έργα ανεβάζονται στο θέατρο Zumbalova, το 1907 το ποντιακό “Το σκότος” του Φωτιάδη, το 1911 το δραματικό ειδύλλιο “Eσμέ” και ξανά “Το σκότος”, το 1912 μια κωμωδία “Το ευχάριστον λάθος”, το 1912 η ποντιακή τραγωδία “Η δολοφόνος” του Π. Κ. Φωτιάδη (Μαρκήσιου) (το περιεχόμενο στον Μουρατίδη, ό. π., σσ. 119 εξ.), το 1914 “Zητείται υπηρέτης” του Χ. Άννινου, το πατριωτικό “Ο χορός του Ζαλόγγου” του Περεσιάδη, η “Γκόλφω” και ο μολιερικός “Αγαθόπουλος ο Ξηροχωρίτης”, το 1915 “Το κόκκινο πουκάμισο” του Μελά καθώς και “Νυξ ελεημοσύνης” του Ι. Α. Βουλοδήμου· την ίδια χρονιά ο Ελληνικός Δραματικός Σύλλογος Τιφλίδας ανεβάζει την “Γκόλφω”, την τραγωδία “Aικατερίνη και Ξανθόπουλος” και “Ζητείται υπηρέτης”, το 1916 την ιστορική τραγωδία “Κομνηνός και Θεοδώρα, ή Θεσσαλονίκης Άλωσις” του Π. Ζάνου. Το 1918 οι πρόσφυγες από το Κάρς ανεβάζουν στην “Ελληνική Δραματική Ερασιτεχνική Καρσική Ομάδα” την “Γκόλφω”.
[11] Στο θέατρο του ελληνικού σχολείου ανεβάζονται το 1913 ανάμεσα σε Ρώσους συγγραφείς και «Ο υιός του ίσκιου» και «Το κόκκινο πουκάμισο» του Σπ. Μελά, «Ζητείται υπηρέτης», η τραγωδία «Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Γ΄ της Κωνσταντινουπόλεως» του Β. Αργυρόπουλου, το 1916 η “Γκόλφω”, το 1917 από τον σύλλογο “Αναγέννησις” το ποντιακό έργο “Το ςιμβύλιο ςινεδριάζι” (sic) του Τοπχαρά-Κανονίδη (βλ Μουρατίδης, ό. π., σσ. S. 124 εξ.) καθώς και η βυζαντινή τραγωδία “Kασσιανή και Ακύλας” του Α. Σταματιάδη· το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται και το 1918, μαζί με την “Γκόλφω” και τη “Σκλάβα” και τα πατριωτικά έργα “Αρματωλοί και Κλέπται” και “Αθανάσιος Διάκος”.
[12] Ο Ελληνικός Φιλολογικός-Μουσικός και Δραματικός Σύλλογος «Προμηθεύς» δίνει το 1913 την ποντιακή κωμωδία “Οι κωδωνάτοι βρυκόλακες” του Ε. Φοινικόπουλου (εκδόθηκε στην Τραπεζούντα το 1895, απόσπασμα κειμένου στον Μουρατίδη, Το ποντιακό θέατρο. Μικρασιατικός Πόντος  1850-1922, Αθήνα 1991, σσ. 335-350).
[13] Ο Δραματικός Σύλλογος «Προμηθεύς» ανεβάζει το ιστορικό δράμα “Παναγιώτης ο Καλαματιανός” του Αντ. Αντωνιάδη.
[14] «Εσμέ» και «Γκόλφω».
[15] Μια σχολική παράσταση ενός κωμικού μονόπρακτου “Ο Αρχιμουσικός” με απαγγελία του ποιήματος «Κωνταντίνος Παλαιολόγος» του Γ. Αρβανιτόπουλου.
[16] Σχολικές παραστάσεις της ποντιακής κωμωδίας “Ματσουκάτκον χαρά” του Γ. Λ. Τοπχαρά-Κανονίδη (εκδόθηκε στην Τραπεζούντα το 1910, απόσπασμα κειμένου στον Μουρατίδη, ό. π., σσ. 391-404), «Ο θάνατος του Περικλέους» του Κορομηλά καθώς και το παλαιό μονόπρακτο του Γ. Λασσάνη “H Ελλάς και ο Ξένος” (παίχθηκε στην Οδησσό το 1819, τυπώηκε στη Μόσχα το 1820).
[17] Το 1917 παίζεται η βυζαντινή τραγωδία “Κασσιανή και Ακύλλας” του Α. Σταματιάδη, το 1918 ο Ελληνικός Θίασος της πόλης ανεβάζει στο θέατρο Narodni Dom μια σειρά από έργα, από τα οποία εξαιτίας του αλλαγμένου τίτλου μπορούν να ταυτιστούν μόνο τα εξής: η μονόπρακτη κωμωδία “Το καναρίνι”, το κωμειδύλλιο “Ο μύλος της έριδος” του Ν. Ι. Λάσκαρη, “Βέβαια! βέβαια!” (“Pour tomber le rideau”) στη διασκευή του Αλεξ. Πίστη (έκδοση Αθήνα 1901, παίζεται συχνά στην Κωνσταντινούπολη), “Γιάντες, γιάντες” του ίδιου (Aθήνα 1901, μεγάλη επιτυχία στον Βόσπορο από το 1887), “Ζητείται υπηρέτης”, η «Μερόπη» του Βερναρδάκη, το 1919 ανεβάζονται συστηματικά τα πρώτα πέντε δραματικά έργα του Σπύρου Μελά, η κωμωδία “Πειρασμός” και η «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου. Το 1820 παίζουν το ποντιακό διαλεκτικό δράμα “Τι τριχας το γεφιρ’” (sic).
[18] Ο Θεατρικός Καλλιτεχνικός όμιλος «Ορφεύς» δίνει “Κασσιανή και Ακύλλας” και την “Γκόλφω”, και το 1920 τα ίδια έργα μαζί με το ποντιακό δράμα “Λαζάραγας” του Γ. Κ. Φωτιάδη (πρόκειται για το διαλεκτικό δράμα “I προξενια”, πρώτη γραφή 1908, βλ. Μουρατίδης, ό. π., σσ. 99-111).
[19] “Βέβαια, βέβαια” και “Γιάντες, γιάντες” του Α. Πίστη καθώς και ένα αταύτιστο έργο “(“Λιτανεία”).
[20] «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» και τα ποντιακά έργα “Τα σκοτάδια” και “Λαζάραγας”.
[21] Η Ελληνική Δραματική Ερασιτεχνική Καρσική Ομάδα του Ελληνικού Εκπολιτιστικού Συλλόγου Καρς ανεβάζει “Το κρίμαν” του Στ. Χρ. Παυλίδη, την “Γκόλφω” και την “Εσμέ”, καθώς και τον “Αθανάσιο Διάκο”.
[22] Στις 25 Μαρτίου 1911, ερασιτεχνικός θίασος ανεβάζει τον «Αθανάσιο Διάκο», στις 27 Νοεμβρίου ένα ιστορικό δράμα από την ιστορία της Τραπεζούντας, “Aικατερίνη και Ξανθόπουλος”, στις 16 Απριλίου 1916 το έργο “Γένος και καρδία” του Π. Ζάνου μαζί με την κωμωδία “Η τρέλλα”. Κατά τον Μάιο ακολουθεί ο «Φιάκας» του Μισιτζή και τον Σεπτέμβριο «Η Σκλάβα» του Περεσιάδη. Το 1917 ο Ελληνομορφωτικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Τιφλίδας ανεβάζει το ίδιο έργο του Ζάνου μαζί με τη μονόπρακτη κωμωδία “Το κοκκαλάκι της νυχτερίδας”. Ανταπόκριση της εφημερίδας στις 24 Μαΐου 1915 περιγράφει την ατμόσφαιρα των παραστάσεων (παραθέτω την αγγλική μετάφραση του Φωτιάδη): “The theatre was filled with spectators, the beautiful Greek fustanela shone… The work of the amateur group took its beautiful course, its members increased in number, and since that year continues to stage plays regularly, which additionally came to the point to be a national school where many amateurs actors learnt the Greek language, and which regularly brings together to local Greek, gradually awakening in the way their nationale moral” (Fotiadis, ό. π., σ. 74).
[23] Μερικές από τις παραστάσεις δίδονται για τους πρόσφυγες από το Καρς, στο χωριό Takva η ποντιακή κωμωδία “Οι κωδωνάτοι βρυκόλακες” παίζονται υπέρ των προσφύγων από το Καρς (Fotiadis, ό. π., σ. 75).
[24] Ο εκπολιτιστικός Σύλλογος “Προμηθεύς” παίζει το πατριωτικό δράμα “Παναγιώτης ο Καλαματιανός” του Αντ. Αντωνιάδη. Η περιγραφή της παράστασης αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: “The hall of the building is quite large; however so many people were assembled that almost no space was left… The performance reflected on a dramatic event of the revolution of 1821… Indeed it was a play of great merit and worth close study and long rehearsal. Nevertheless, it was performed with such unrivalled success that initially I thought that those involved were professional actors and actually first class” (Fotiadis, ό. π., σ. 76). Για τις άλλες παραστάσεις βλ. Fotiadis, ό. π., σσ. 81 εξ.
[25] Εδώ δραστηριοποιείται ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος «Αθηνά» που ανεβάζει την κωμωδία “Η θεία του Καρόλου”· οι εισπράξεις χρησιμοποιούνται υπέρ της Ελληνικής Σχολής.
[26] Εδώ ο Ελληνικός Δραματικός Όμιλος παρουσιάζει κατά την ημέρα της Εθνικής Γιορτής το δράμα “H Δολοφόνος”, γράμμενο στην ποντιακή διάλεκτο από τον Π. Κ. Φωτιάδη (Μαρκήσιο) (για το περιεχόμενο βλ. Μουρατίδη, ό. π., σσ. 119 εξ.).
[27] Οι σημαντικές εισπράξεις της παράστασης του έργου “Κασσιανή και Ακύλας” χρησιμοποιούνται για την ίδρυση ελληνικής σχολής κατά το επόμενο έτος. Το 1917 αρχίζει τις δραστηριότητές του ο  Φιλοπροοδευτικός Σύλλογος (Fotiadis, ό. π., σ. 77).
[28] Μεγάλη επιτυχία είχε το ποντιακό έργο “Ματσουκάτκον χαρά”, ενώ “Ο θάνατος του Περικλέους” του Δ. Κορομηλά δεν άρεσε και τόσο (Fotiadis, ό. π., σσ. 77 εξ.).
[29] Εδώ υπάρχει ελληνικό σχολείο ήδη από το 1914. Το 1917 παίζεται το πατριωτικό έργο “O θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη” μαζί με την κωμωδία “Ο Φιάκας” (Fotiadis, ό. π., σ. 78).
[30] Fotiadis, ό. π., σσ. 78 εξ. Στο μελέτημα αυτό βρίσκονται και πληροφορίες για την επιβίωση του ελληνικού θεάτρου την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, στην Μαριούπολη (Maryupol) της Αζοφικής, αλλά κυρίως στο αμπχαζικό Σουχούμ 1922-1937 και 1958-1988.
[31] J. Boardman, Τhe Greeks Oversea, Baltimore 1964, σσ. 245-275, W. H. McNeill, The History of Western Civilization, Chicago 1969, σσ. 41-45.
[32] Μazis, The Greeks of Odessa, ό. π., σσ. 1-16 (με περισσότερη βιβλιογραφία).
[33] Μazis, ό. π., σσ. 115 εξ.
[34] G. L. Arsh, “Έλληνες διανοούμενοι-έμποροι ευεργέτες της εθνικής παιδείας στη Ρωσία (18ος-19ος αι.).”, Χίλια Χρόνια Ελληνισμού-Ρωσίας, Aθήνα 1994, σσ. 167-198.
[35] Κ. Παπουλίδης, “Η εκπαιδευτική και πολιτιστική δραστηριότητα των Ελλήνων της Οδησσού τον 19ο και 20ό αιώνα”, Επιστημονική Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 1988, σσ. 647-658.
[36] Για το παραστασιολόγιο βλ. Μπογκντάνοβιτς/Πούχνερ, ό. π.
[37] Mazis, ό. π., σσ. 54 εξ., Κ. Παπουλίδης, “Η Ελληνεμπορική Σχολή της Οδησσού 1817-1917”, Αρχείον Πόντου 37 (1982), σσ. 142-152. Βλ. επίσης Χ. Βουλοδήμος, Πρώτη Πεντηκονταετηρίς της εν Οδησσώ Ελληνεμπορικής Σχολής, εν Οδησσώ 1871, Κ. Τιτιδιώτης, Κίνδυνος της εν Οδησσώ Ελληνικής Σχολής των Αρρένων, εν Αθήναις 1911.
[38] Βλ. το υλικό κυρίως στον Μazis, ό. π., σσ. 75-114.
[39] Το σχετικό υλικό θα παρουσιαστεί ίσως σε ξεχωριστό άρθρο.
[40] Βλ. τώρα Β. Πούχνερ, “Εισαγωγή”, Γεωργίου Λασσάνη, Τα Θεατρικά. “Ελλάς” (Μόσχα 1820) και “Αρμόδιος και Αριστογείτων” (Οδησσός 1819, ανέκδοτο), Αθήνα 2002, σσ. 11-96 (με όλη την παλαιότερη βιβλιογραφία).
[41] Για το έργο, που έχει παιχθεί στην Οδησσό και πριν από το 1821, βλ. Α. Φενερλή-Παναγιωτοπούλου, “Το θεατρικό έργο ‘Σουλιώτες’, 1809-1827”, Ο Ερανιστής 3 (15/16) (1965), σσ. 157-164.
[42] K. Γ. Aυγατίδης, Τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Οδησσoύ: 1816-1936, Αθήνα/Ιωάννινα 2000, σ. 150, του ίδιου, Οι  Έλληνες της Οδησσού και η Επανάσταση του 1821, Αθήνα/Ιωάννινα 1994, σ. 223.
[43] Aυγατίδης, Τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Οδησσoύ, ό. π., σ. 153.
[44] Αυγατίδης, ό. π., σ. 65.
[45] Aυγατίδης, ό. π., σσ. 117, 152 εξ.
[46] Βλ. πηγές και παραδείγματα τον Mazis, ό. π., pass.
[47] Στη λεπτομερειακή τεκμηρίωση της δραστηριότητας της Κοινότητας αφιερώνεται η μονογραφία του Mazis, ό. π.
[48] Βλ. Mazis, ό. π., σσ. 17 εξ., 31-48 (με τη σχετική βιβλιογραφία). Οι στατιστικές διαφέρουν πολύ μεταξύ τους.
[49] Σπ. Γ. Πλουμίδης, Εθνοτική συμβίωση στα Βαλκάνια. Έλληνες και Βούλγαροι στη Φιλιππούπολη 1878-1914, Αθήνα 2006, σσ. 303-371.
[50] Έτσι πιστεύει ο Mazis, ό. π.
[51]Πρώτη εμφάνισις της ‘Νέας Ζωής’. Την προσεχή Τρίτην 30 Μαΐου εις το θέατρον της Ελληνικής Λέσχης ‘Ομονοίας’ δίδεται υπό του Συλλόγου ‘Νέα Ζωή’ η πρώτη μουσικοφιλολογική εσπερίς υπέρ των προσφύγων ομογενών. Αναμφιβόλως από την πρώτην ταύτην εμφάνισιν του σφριγώντος νέους σωματείου δεν θα λείψη ουδείς προς ενθάρρυνσιν και της φιλοτίμου νεολαίας μας, αλλά και προς περίθαλψιν των ατυχών προσφύγων. / Η έναρξις την 8½ μ. μ. ακριβώς”.
[52] “Φωνή Δικαιοσύνης”, 18 Ιουνίου 1917 (Β. Αγτζίδης, “Στα χρόνια των Σοβιέτ”, “Η Οδησσός των Ελλήνων”, Η Καθημερινή, “Επτά Ημέρες”, Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2004, σσ. 22 εξ.).
[53] D. H. Κatopuli, “Pereselenie grekov v Taganrog”, Pamjatnaja knižka Taganrogskogo Gradonačalstva, Taganrog 1865 (στον ίδιο τόμο και Y. Florensov, “Istoričeski očerk g. Taganrog”), Σ. Κιουζές-Πέζας, “Έκθεσις περί Γεωργίας, Εμπορίας, Βιομηχανίας και Ναυτιλίας ανά την Προξενικήν Περιφέρειαν Ταϊγανίου 1910-1911”, Δελτίον του επί των Εξωτερικών Υπουργείου, εν Αθήναις 1912.
[54] Βλ. Β. Πούχνερ, “Ο νεαρός Σπύρος Μελάς ως δραματογράφος, ή Τα κριτήρια της ‘σκηνικής επιτυχίας’ την εποχή του ‘Θεάτρου των ιδεών”, Φαινόμενα και νοούμενα, Αθήνα 1999, σσ. 265-380, ιδίως σσ. 283-315 και Κ. Καρρά, Ο Σπύρος Μελάς και το θέατρο της εποχής του. Συμβολή στη μελέτη της δραματουργίας του, διδ. διατρ. Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 102-122.
[55] Χρ. Σταματοπούλου-Βασιλάκου, Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη το 19ο αιώνα, 2 τόμ., Αθήνα 1994, 1996.
[56] Ι. Φ. Καλτσαρίδης, Η “Εξοδος” των Ελλήνων του Καρς της Αρμενίας (1919-21), Θεσσαλονίκη 1996, Σ. Μαυρογένης, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου και το εν αυτώ ελληνικόν στοιχείον κατά την περίοδον 1878-1920, Θεσσαλονίκη 1963.

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.