Μια μέρα ανυποψίαστη
σώμα γεροδεμένο και γυμνό στάθηκε στην κόψη, τρεμούλιασε σαν τον ορίζοντα σκεπασμένο με
λευκό σεντόνι, βαρύ και ανοιχτό στο πλάι να φαίνεται το στιβαρό το μέλος. έρχεται καταπάνω μου
αυτό το σώμα που θα ήταν ωραίο. τώρα στο χρώμα ξεπλυμένου ιωδίου, μελανιάζει. ξαπλωμένο με
πλησιάζει πλαγιοκοπώντας, μιλώντας μέσα από τον σωλήνα όπου το στόμα καταλήγει. η φωνή
μεγεθύνεται καθώς φθάνει σε μένα μέσα από το χωνί. με τανάλιες ανασύρει λόγια παλιά, το
λαρύγγι πρήζεται καθώς οι λέξεις μαζεύονται εκεί και απλώνονται ανάμεσα στις ελώδεις σιωπές,
συσπειρώνονται ταχύτατα, παίρνουν θέση πυροβολητή. κατεβαίνουν με πυρσούς μαζί με τους
άλλους χωρικούς, και με καύσιμη ύλη τη μοχθηρία. τις ξεχασμένες γωνιές κάνουν κατάφωτες
και αυτές μπήγουν τους αγκώνες τους στα μαλακά μόρια της ζωής που προσπαθεί να ξεχνά αλλά
δεν την αφήνουν.
συμπαγές το σώμα έρχεται, όλο πλησιάζει και κουνάει τα άκρα και αυτά είναι που προφέρουν
λέξεις ξεκάθαρες. λένε: νήμα βάθους. βαρίδι. λένε: αρχαία πληγή. μώλωπες. λένε: βαμβάκι.
σωσίβιο. κάνουν τις απαραίτητες συστάσεις: είναι ο πόνος που αποφάσισε να γίνει μίσος. και λένε όμως πως επιλογή δεν υπάρχει.
Ο ύπνος και ο χρόνος
Ο ύπνος μπαίνει στο δωμάτιο σοβαρός
Περνάει το χέρι του πάνω στο πρόσωπό σου, σου κλείνει τα μάτια
Αξιώνει να συμμορφωθείς.
Τότε είναι που έρχεται τ’ όνειρο
Σαλτάρει στα κεραμίδια
Αράζει εκεί πάνω και το ρίχνει στο τραγούδι, με φωνή βαρύτονου Νικ Κέιβ βγάζει έξω την ψυχή γυμνή
Την στήνει τουρτουρίζοντας, βαριά είναι τα φτερά της
Άγρια στα χέρια πιάνονται εκεί που στροβιλίζονταν σε ένα μελωδικό βαλσάκι
Κι όταν δεν έχει πια φωνή
Κοντά σου κατεβαίνει, στ’ αυτί σου ψιθυρίζει ξέπνοη τη φουρτούνα της.
(χαρακτηριστική εικόνα: Eugène Delacroix – Etude de la morte de Sardanapalus. 1827-28).

