ΙΘΑΚΗ
Ιθάκη ένα παραθαλάσσιο παράθυρο.
Μικρός που ήσουνα, Οδυσσέα, το πήρες για παλάτι.
Μετά ταξίδεψες.
Σαν βασιλιάς που ήσουν έκανες ένα βήμα μπρος κι ένα πίσω.
Δεν ήταν όσα νόμιζες ο λόγος που την αγαπούσες
ήταν η θέα που υποσχόταν,
πως από κει θα έβλεπες την θηλυκή κοιλιά της θάλασσας
κι εσένα να γεννάς και να γεννιέσαι.
Έπραξες τόσα, Οδυσσέα.
Αλλά εμένα δεν με έπεισαν ποτέ οι τόσες δραστηριότητες σου.
Ίσως να ζούσε διαρκώς μια άδεια μέρα μέσα σου
και χύθηκε η περιπέτεια απ’ το παράθυρο.
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ
Μου αρέσουνε τα χέρια σου μέσα στον θόρυβο της Εγνατίας
με αγκαλιάζουν σα σφιχτά ποτάμια.
Μου αρέσει όταν περπατάς,
μοιάζουν τα βήματα μ’ ερώτηση.
Μου αρέσει που όταν με κοιτάς
βλέπεις στα μάτια μου σφαγμένα σωθικά
και μου χαμογελάς.
Μ’ αρέσει το περίπτερο που γνωριστήκαμε.
Αυτό που άναψε μέσα στη νύχτα για εμάς.
