Στο δοκίμιό της ‘’Η ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου στη Λογοτεχνία’’ η Μαρία Λιάκου καταδεικνύει την επενέργεια της Λογοτεχνίας στον ψυχισμό του αναγνώστη και την θεραπευτική επίδραση που μπορεί να έχει σ’ αυτόν. Το ολιγοσέλιδο, χρηστικό και ιδιαίτερα χρήσιμο πόνημά της αποτελεί συμβολή σε ένα παρθένο πεδίο για την ελληνική βιβλιογραφία.Το βιβλίο αναπτύσσεται σε είκοσι τρία μικρά κεφάλαια. Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρώ μια συνοπτική συνολική παρουσίασή τους.
Η συγγραφέας ξεκινά με τη σύγκριση παρόντος – παρελθόντος ως προς τον ρυθμό και τον τρόπο ανάγνωσης. Κατά τους αιώνες 16ο έως και 18ο η ανάγνωση ήταν αργή εξασφαλίζοντας έτσι απαραίτητο χρόνο για αναστοχασμό. Αντίθετα, σήμερα η ανάγνωση έχει γίνει καταναλωτική και η λογοτεχνία,εν μέσω του κατακλυσμού εικόνων και της υπερπληροφόρησης που δεχόμαστε, αντιμετωπίζεται ως προϊόν και μετατρέπεται είτε σε χώρο απόδρασης είτε σε πεδίο ανάλυσης. Η αναγκαιότητα ωστόσο που αναδύεται συνδέεται με την επιστροφή της ανάγνωσης σε χώρο εγκατοίκησης και θεραπείας μέσω του λόγου, συνθήκη που επιτυγχάνεται με τη βραδεία ανάγνωση.
Σκοπός του δοκιμίου είναι να αναδείξει τη σχεσιακή, ενσυναισθητική ανάγνωση που οδηγεί στην αποδοχή του εαυτού και στη μεταμόρφωση. Προκειμένου να συμβεί αυτό, η προτεραιότητα μετατοπίζεται από την κατανόηση στη βιωματική πρόσληψη μέσω της συνάντησης με τον ξένο λόγο, δηλαδή αφενός τον λόγο του άλλου και αφετέρου τον εσωτερικό μας λόγο που έρχεται να λειτουργήσει ως καθρέφτης της προσωπικότητάς μας. Κατά τον Μιχαήλ Μπαχτίν η γλώσσα είναι εξ ορισμού διαλογική, ο ξένος λόγος δεν είναι κάτι εξωτερικό, κάθε λόγος που χρησιμοποιούμε φέρει ίχνη όλων των λόγων που προϋπήρξαν της ομιλίας μας, γεγονός που μας επιτρέπει ως αναγνώστες να αναγνωρίσουμε και τελικά να μετασχηματίσουμε τον εαυτό μας. Έτσι, η λογοτεχνία παύει να αποτελεί γνωστικό μέσο που δίνει απαντήσεις, προωθεί κατά κύριο λόγο τη σύνδεση και τη συνοδοιπορία. Η ανάγνωση γίνεται ο τρίτος χώρος ανάμεσα στο εγώ και στον άλλον όπου το νόημα διαμορφώνεται σε κοινή γλώσσα.
Η πρώτη μορφή θεραπείας του λόγου είναι η αίσθηση ότι κάποιος εξέφρασε κάτι που δεν είχε κατονομαστεί. Η ανάγνωση βέβαια είναι σχέση, οπότε υπάρχει πάντα ως πιθανότητα η διάψευση και η ματαίωση της προσδοκίας.
Όταν διαβάζουμε, αναγνωρίζουμε στις ιστορίες κάτι από τον εαυτό μας, ένα σημείο συνάντησης με τον συγγραφέα, γεγονός επίσης θεραπευτικό. Κατανόηση δεν σημαίνει απλά πληροφόρηση αλλά εμπλοκή του αναγνώστη, συνομιλία με το κείμενο και μοίρασμα. Η λογοτεχνία δεν υπόσχεται θεραπεία αλλά μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική συντροφιά που θα μας συνοδεύει και σε ευάλωτες στιγμές μας χωρίς διδακτισμούς και νουθεσίες.
Η ανάγνωση γεφυρώνει τη φιλαναγνωσία με τη βιβλιοθεραπεία όταν ο αναγνώστης βρίσκει στους λογοτεχνικούς ήρωες στοιχεία για να εκφράσει, να επεξεργαστεί ή να επανανοηματοδοτήσει εμπειρίες. Στη διαδικασία της θεραπείας μπορεί να εμπλακεί σπανιότερα και το σώμα, οπότε έχουμε ενσωμάτωση του λόγου:συγκίνηση που αποτυπώνεται στα μάτια, στον ήχο της φωνής, στη στάση του σώματος, στο γέλιο ή στα δάκρυα. Το κοινό ανάγνωσμα στις αναγνωστικές κοινότητες ενώνει ανθρώπους που αλλιώς ίσως δεν θα συναντιόταν. Δεν συμφωνούν πάντοτε, συγκινούνται όμως μαζί.
Η δύναμη της λογοτεχνίας συχνά βρίσκεται στο μικρό κείμενο που συμπυκνώνει την ουσία κι αφήνει βαθύ αποτύπωμα στον αναγνώστη. Η επιμονή στο ‘’λίγο’’ διευκολύνει τη συνομιλία με το άρρητο. Η λιτότητα στην αφήγηση ανοίγει χώρο υποδοχής του αναγνώστη καθώς πυροδοτεί τον διάλογο. Επιπλέον είναι δείγμα σεβασμού σε μια εποχή ρητορικής υπερχείλισης.
Ο σύγχρονος αναγνώστης σήμερα δεν είναι παθητικός δέκτης, αλλά ένας ενεργητικός συνομιλητής. Αναζητά στα κείμενα το κοινωνείν, που αποτελεί σημείο συνάντησης με τον εαυτό, τον άλλον, τη μνήμη, και προσφέρει το αναγκαίο περιθώριο για προσωπικές ερμηνείες.
Η συγγραφέας αναφερόμενη στις υπάρχουσες αναγνωστικές κοινότητες, τις λέσχες ανάγνωσης και τις ομάδες ανάγνωσης, εντοπίζει τις διαφορές τους. Οι λέσχες ανάγνωσης είναι συνήθως πολυμελείς, εστιάζουν στη βιβλιοφιλία, στη λογοτεχνική απόλαυση και στην ανταλλαγή απόψεων γύρω από ένα κείμενο με έμφαση στην αισθητική πρόσληψή του. Οι ομάδες ανάγνωσης αριθμούν λιγότερα μέλη κι έχουν με στοχευμένη καθοδήγηση ψυχοδυναμικό προσανατολισμό που διευκολύνει τη διαχείριση συναισθημάτων. Η συγκεκριμένη λειτουργία μπορεί να πραγματωθεί με την παρουσία επαγγελματιών υγείας και ανθρωπιστικών σπουδών σε μια σύγχρονη μορφή βιβλιοθηκών που η συγγραφέας αποκαλεί μεταβιβλιοθήκες.
Η λογοτεχνία βέβαια μέσα από αυτές τις ομαδικές συνθήκες δεν θεραπεύει με τρόπο ιατρικό, παρέχει όμως τη δυνατότητα να ειπωθεί αυτό που δεν μπορούσε να αναγνωριστεί και να διατυπωθεί, όπως, για παράδειγμα, το τραύμα. Κι ενώ η συγκίνηση που ενθαρρύνουν τα κοινωνικά δίκτυα είναι τεχνητή και στιγμιαία τις περισσότερες φορές, η αργή συγκίνηση που προσφέρει η λογοτεχνία, συγκίνηση που επανέρχεται στη σκέψη ξανά και ξανά, κάποτε και ως νέο αφήγημα, την αναδεικνύει σε ουσιώδη τρόπο θεραπείας.
‘’Σε έναν κόσμο που μας μαθαίνει να αισθανόμαστε με πρότυπα, να συγκινούμαστε με σήματα, να εκφραζόμαστε με emojis κι έτοιμες φράσεις, η επιστροφή στην προσωπική συγκίνηση είναι πράξη αντίστασης. Και η θεραπευτική αφήγηση είτε προφορική είτε γραπτή είναι το μέσο της αντίστασης.‘’ Σελ.64
