You are currently viewing Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη: Ο Κυριάκος Αθανασιάδης συνομιλεί για το νέο του βιβλίο «Η πιο όμορφη λέξη του κόσμου» (Ελληνοεκδοτική) με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Μάγδα Παπαδημητρίου – Σαμοθράκη: Ο Κυριάκος Αθανασιάδης συνομιλεί για το νέο του βιβλίο «Η πιο όμορφη λέξη του κόσμου» (Ελληνοεκδοτική) με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Το βιβλίο «Η πιο όμορφη λέξη του κόσμου» του Κυριάκου Αθανασιάδη δεν είναι απλώς ένα αφήγημα για παιδιά· είναι μια λεπταίσθητη λογοτεχνική άσκηση πάνω στη γλώσσα, στη μνήμη και στην ανθρώπινη εγγύτητα.

Με αφετηρία ένα φαινομενικά απλό ερώτημα, ποια είναι η πιο όμορφη λέξη του κόσμου, ο συγγραφέας στήνει μια αφήγηση που υπερβαίνει τα όρια της επιφάνειας και αγγίζει έναν βαθύτερο, σχεδόν υπαρξιακό στοχασμό. Η ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα στο ιστορικό τοπίο της Ελληνικής Επανάστασης και του πολιορκημένου Μεσολογγίου είναι ένα ζωντανό σώμα που αναπνέει μαζί με τους ήρωες.

Ανάμεσα σε μορφές όπως ο Λόρδος Βύρων, ο Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ, ο Διονύσιος Σολωμός, o Καραϊσκάκης, ο Κίτσος Τζαβέλας και οι Σουλιώτες του, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Ανδρέας Μιαούλης και πολλοί άλλοι, η αφήγηση υφαίνει ένα νήμα όπου το προσωπικό και το συλλογικό γίνονται ένα.

 

Πρωταγωνιστής ένα μικρό αγόρι, ο Λευτέρης, μαθητευόμενος στην τέχνη της τυπογραφίας, μια τέχνη που δεν αποτυπώνει απλά λέξεις, αλλά διασώζει μνήμη και μεταδίδει ζωή. Η φιλία του με τον ποιητή, ο έρωτάς του για ένα κορίτσι, την Ελένη, και η συμμετοχή του σε ιστορικές στιγμές, τον μεταμορφώνουν σε φορέα μιας εσωτερικής αναζήτησης: της λέξης που μπορεί να χωρέσει τον κόσμο.

Καθώς ταξιδεύει, συναντά ανθρώπους που του προσφέρουν διαφορετικές απαντήσεις: «μαμά», «αγάπη», «φίλος», «πατρίδα», «ελευθερία», «ελπίδα». Αποτύπωμα ζωής η κάθε λέξη γιατί η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένας καθρέφτης στον οποίο αντανακλώνται οι εμπειρίες, οι απώλειες και οι δεσμοί των ανθρώπων.

Έτσι, το βιβλίο κινείται ανάμεσα στον λόγο και την απουσία του, υπονοώντας πως η γλώσσα δεν είναι μόνο έκφραση αλλά και προσδοκία, δεν είναι μόνο ήχος αλλά και παύση. Μέσα από αυτήν την τρυφερή ιστορία, το βιβλίο δείχνει πόσο δυνατές είναι οι λέξεις στο να κρατάμε ζωντανές τις αναμνήσεις και την αγάπη. Ο Κυριάκος Αθανασιάδης αποδεικνύει ότι οι λέξεις δεν είναι παρά σπόροι που άλλοι φυτρώνουν στην παιδική ηλικία, άλλοι όταν ερωτευόμαστε κι άλλοι όταν γευόμαστε την απώλεια. Και η πιο όμορφη απ’ όλες είναι εκείνη που συνεχίζει να ανθίζει μέσα μας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το επίμετρο, στο οποίο λίγα λόγια συμπληρώνουν τα κενά ή τα ερωτήματά μας: για την Έξοδο του Μεσολογγίου, για την πρώτη ελληνική εφημερίδα «Τα Χρονικά» αλλά και για το τυπογραφείο που ιδρύθηκε για να διαδώσει ιδέες και να εμψυχώσει ηθικά τους πολιορκημένους.

Η εικονογράφηση της Μαρίας Μανουρά ξεχωρίζει για τα θερμά της χρώματα και τη ζωγραφική της ευαισθησία, που παραπέμπει διακριτικά στο ιστορικό και συναισθηματικό βάθος της αφήγησης. Οι μορφές των δύο παιδιών έχουν αποδοθεί με εκφραστικότητα και τρυφερότητα και δημιουργούν έναν άμεσο δεσμό με τον αναγνώστη, ενώ το φόντο, με τις υπαινικτικές αναφορές στην Επανάσταση, γεφυρώνει το προσωπικό με το συλλογικό. Η εικόνα δεν αφηγείται απλά αλλά υποβάλλει, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη για έναν κόσμο στον οποίο μνήμη και ιστορία έχουν για όχημα την εφηβική ματιά.

Με αφορμή το βιβλίο, συνομιλούμε με τον συγγραφέα για τη γλώσσα, τη δύναμη των λέξεων και τη λογοτεχνία που απευθύνεται ταυτόχρονα σε παιδιά, εφήβους και σε ενήλικες.

 

 

 

-Η αφετηρία του βιβλίου είναι ένα απλό αλλά βαθύ ερώτημα: ποια είναι η πιο όμορφη λέξη του κόσμου. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;

-Δεν το θυμάμαι. Αλλά πάντα ξεκινώ όλα τα βιβλία από τον τίτλο. Αν δεν έχω τον τίτλο, δεν μπορώ να κάνω βήμα. Ωστόσο, καθώς κλωθογύριζα στο κεφάλι μου την ιδέα της Εξόδου, και όλου αυτού που σήμαινε εκείνη η τρομερή απόφαση των ανθρώπων στο Μεσολόγγι, νομίζω πως είδα πως —αν μπορεί να το πει κανένας αυτό— υπήρχαν λέξεις πάνω από την πόλη — ξέρετε, στον ουρανό, σαν εκείνα τα σχέδια και τα θαύματα που υποτίθεται πως εμφανίζονταν στους προφήτες τα αρχαία χρόνια. Και ήταν βέβαια όλες τρομερές, απ’ αυτές που δεν χρειάζονται θαυμαστικά και ερωτηματικά από δίπλα, γιατί είναι από μόνες τους πολύ ρωμαλέες και ανένδοτες. Κάπου τότε νομίζω πως κατάλαβα ότι είχαμε να κάνουμε με λέξεις στ’ αλήθεια, με ισχυρές, τυπωμένες λέξεις — άρα με το τυπογραφείο της πόλης. Άπαξ και λύθηκε αυτό, όλα τα άλλα ήταν πολύ εύκολα.

-Σε ποιον βαθμό η μορφή του Θεσσαλονικιού τυπογράφου Δημήτρη Μεσθενέα λειτούργησε ως έμπνευση για τη σύλληψη και τη διαμόρφωση του βιβλίου;

-Τον Μεσθενέα τον ξέρουν όλοι οι τυπογράφοι, είναι μια μεγάλη μορφή, ένας φάρος. Σαν τυπογράφος κι εγώ, τον είχα πάντα σε μια άκρη του μυαλού μου, κι ας μεγαλώνει κανείς στο επάγγελμα με τον Μανούτιο, τον Ντιντό και όλους τους άλλους μεγάλους ξένους καλλιτέχνες της τυπογραφίας. Αλλά το ότι ξαφνικά ο Μεσθενέας είναι εκεί, στην πόλη, και τυπώνει την εφημερίδα —την πρώτη ελληνική εφημερίδα, για όνομα του καλού Θεού— είναι σχεδόν σημαδιακό. Και δεν είναι ακριβώς καλλιτέχνης, είναι μάστορας. Πράγμα, για μένα, συναρπαστικό, υπολήπτομαι τρομερά τούς μαστόρους. Οπότε, καταλαβαίνετε, ήταν γραφτό να κινηθεί το βιβλιαράκι μου γύρω από το τυπογραφείο του Μεσολογγίου.

-Πόσο σημαντικό είναι να παρουσιάζουμε την Ιστορία στα παιδιά μέσα από αφηγήσεις και όχι μόνο μέσα από σχολικά βιβλία;

-Δεν είμαι εκπαιδευτικός, ούτε έχω ανάλογες σπουδές, και άρα δεν το ξέρω και δεν μπορώ να απαντήσω. Αλλά, κρίνοντας από εμένα, που έχω μάθει πέντε πράγματα για ιστορικές περιόδους του κόσμου ακριβώς μέσα από μυθιστορήματα, ίσως να είναι αποτελεσματικό, ναι. Από την άλλη, τα βιβλία μυθοπλασίας είναι για μετά το σχολείο, για το απόγευμα, δεν είναι κομμάτι της διδακτέας ύλης και, να πω την αλήθεια, δεν θα ήθελα και να είναι. Τα μυθιστορήματα είναι για να κάθεσαι στην πολυθρόνα, όχι στο θρανίο. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που θα ήθελα εγώ θα ήταν ένα κοινό βιβλίο ιστορίας των βαλκανικών λαών, ένα που θα το συνυπέγραφαν όλοι. Θα μπορούσε άραγε να γίνει κάτι τέτοιο; Κάτι που να προσεγγίζει την αλήθεια περισσότερο απ’ όλα τα μεμονωμένα βιβλία μαζί; Δεν ξέρω, ούτε και το πολυπιστεύω, γιατί θα αντιδρούσαν όλοι αυτοί που αντιδρούν πάντα. Αλλά θα μου άρεσε πολύ να γινόταν, και το εύχομαι.

-Στο βιβλίο σας , ο μικρός πρωταγωνιστής εκφράζεται με θαυμασμό για τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Ωστόσο, ιστορικές πηγές και μαρτυρίες, όπως εκείνες του Ιωάννη Μακρυγιάννη, σκιαγραφούν μια πιο αμφιλεγόμενη εικόνα για το πρόσωπό του ενώ είναι γνωστή και η σύγκρουσή του με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Πώς προσεγγίζετε, ως συγγραφέας παιδικής/νεανικής λογοτεχνίας, τέτοιες ιστορικές αντιφάσεις; Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία για παιδιά οφείλει να παρουσιάζει πιο σύνθετες και ενδεχομένως αντιηρωικές όψεις των ιστορικών προσώπων ή θεωρείτε ότι προέχει μια πιο συμβολική και ενωτική αφήγηση;

-Και πάλι, δεν έχω καλά συγκροτημένη άποψη για το θέμα αυτό. Ο καθένας, πιστεύω, μπορεί να κάνει ό,τι θεωρεί πως είναι πιο κατάλληλο για το βιβλίο του, ανεξάρτητα από το κοινό προς το οποίο απευθύνεται. Τα βιβλία μας είναι πράγματα που πρέπει να τα πιστεύουμε πρώτοι εμείς. Αρκεί, εννοείται, να το κάνουμε πάντα με ειλικρίνεια (αν λείπει η ειλικρίνεια από ένα βιβλίο, αυτό το βιβλίο είναι για πέταμα), και χωρίς να βάζουμε μέσα την ιδεολογία μας.

-Στη σελίδα 58 του βιβλίου γράφετε: «Μα δεν μπορείς να κάνεις πόλεμο με το φτερό, με το μελάνι και με το χαρτί. Δεν γίνεται. Θέλεις και πιεστήριο. Θέλεις τυπογραφείο. Μόνο έτσι πολεμάς κι έχεις ελπίδα να νικήσεις». Η φράση φαίνεται να αναδεικνύει τη δύναμη της διάδοσης των ιδεών και της πληροφορίας ως καθοριστικό παράγοντα σε έναν αγώνα, ίσως εξίσου σημαντικό με τα όπλα. Θεωρείτε ότι μέσα από τέτοιες διατυπώσεις εισάγετε τα παιδιά σε μια πιο «πολιτική» κατανόηση της Ιστορίας; Και τελικά, πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του λόγου, της γραφής και των μηχανισμών διάδοσής τους στη διαμόρφωση αυτού που ονομάζουμε «εθνική αφήγηση»;

-Το θέτετε πάρα πολύ όμορφα, να είστε καλά. Βέβαια, δεν είχα στο μυαλό μου να κατηχήσω κανέναν. Απλώς η τυπογραφία, τα βιβλία, είναι γνωστό πως παίζουν πρωτεύοντα ρόλο στη διάδοση των ιδεών — από τη Βίβλο και όλες τις άλλες ιερές γραφές, μέχρι το πιο ισχυρό βιβλίο που υπήρξε ποτέ: τα σόσιαλ μίντια. Για το άλλο που λέτε, προφανώς ο ρόλος τους είναι θεμελιώδης, καθώς η εθνική αφήγηση δεν είναι κάποιου είδους φυσικό φαινόμενο, δεν είναι κάτι καν υπαρκτό, αλλά ένα προϊόν πολιτισμικής κατασκευής, όπως λέμε. Ο λόγος είναι το #1 εργαλείο συγκίνησης και κινητοποίησης, η γραφή οπωσδήποτε προσδίδει κύρος, διάρκεια και σταθερότητα, και η κωδικοποίηση της ιστορίας σε βιβλία μετατρέπει τις διάσπαρτες αφηγήσεις, τις αναμνήσεις, τις δοξασίες —και άλλα πράγματα, κάποια αρκετά πονηρά— σε ένα γραμμικό, αδιαμφισβήτητο σώμα γνώσης. Κατ’ αυτά, η τυπογραφία εκμηδένισε τις τοπικές ιδιαιτερότητες υπέρ μιας ενιαίας εθνικής γλώσσας, το σχολείο συστηματοποιεί την επίσημη εκδοχή της ιστορίας ενώ ο Τύπος και τα ΜΜΕ κατασκευάζουν μια —αν θέλετε— φαντασιακή κοινότητα που μέσα της μπορούμε να συνυπάρχουμε νιώθοντας στο πετσί μας αυτό που λέμε εθνική ταυτότητα. Κάπως έτσι, νομίζω, προχωράμε, κάπως έτσι φτιάχνεται το πλαίσιο. Αλλά δεν μένει κανείς σ’ αυτό. Εντός του πλαισίου, είναι ελεύθερος (σ’ αυτό που λέμε Δύση) να προσδιορίσει τον εαυτό του όπως θέλει, και αγαπά, και φτάνει.

-Πιστεύετε ότι τα παιδιά σήμερα έχουν διαφορετική σχέση με τις λέξεις σε σχέση με παλαιότερες γενιές;

-Όχι, δεν νομίζω πως αλλάζουν αυτά τα πράγματα έτσι απλά, μέσα σε μερικές ή και σε περισσότερες από μερικές γενιές. Η γλώσσα είναι πολύ πιο ισχυρή από εμάς, τους χρήστες της, και μας συνέχει. Δεν τα βάζεις με τη γλώσσα. Δεν μπλέκεις.

-Στη σελίδα 66 του βιβλίου σας γράφετε: «Γιατί ο πόλεμος για την ελευθερία αξίζει όσο όλες οι ειρήνες του κόσμου μαζί. Η Επανάσταση. Η Εξέγερση. Ο ξεσηκωμός. Αυτά είναι που κινούν την Ιστορία κι αυτά γεννούνε τους συμμάχους». Αναδεικνύεται η ιδέα ότι η Επανάσταση και ο ξεσηκωμός είναι δυνάμεις που κινούν την Ιστορία. Αν το φέρουμε στο σήμερα, πώς βλέπετε τα παιδιά και τους νέους; Διακρίνετε μέσα τους μια αντίστοιχη ανάγκη για «εξέγερση» και διεκδίκηση της ελευθερίας, έστω με διαφορετικούς όρους;

-Τα παιδιά πάντα το κάνουν αυτό, και χθες και σήμερα και αύριο. Θέλουν να μεγαλώσουν. Αυτή είναι η εξέγερσή τους: η αυτονομία. Παιδί σημαίνει ζω στο παρόν έχοντας διαρκώς στον νου μου την απελευθέρωση από την παιδικότητα, έχοντας δηλαδή στόχο και προορισμό μου την ενηλικίωση. Αυτός ο πόλεμος εκφράζεται συχνά σχεδόν, με πραγματικά πολεμικούς όρους στην εφηβεία.

-Πιστεύετε ότι η εποχή μας τείνει να παράγει περισσότερο συμμόρφωση παρά αντίσταση; Και αν ναι, με ποιους τρόπους μπορεί η λογοτεχνία —και ειδικά ένα βιβλίο για παιδιά— να καλλιεργήσει την αμφισβήτηση και την ελευθερία σκέψης;

-Πιστεύω στην πρόοδο, την οποία και βλέπω γραμμική και ανοδική. Και δη σε όλη την ιστορία του ανθρώπου. Μέχρι λίγες δεκαετίες πριν, τα παιδιά και οι ενήλικες ζούσαν υπό τρομερούς ζυγούς, από το κράτος, από την Εκκλησία, από τη φύση, από τον χρόνο, από τα πάντα. Μπορούσε να σε τσιμπήσει μια τσουκνίδα και να πεθάνεις. Και πριν πεθάνεις, να ταλαιπωρηθείς σαν τον Ιησού Χριστό. Αν πάλι δεν έκανες τον σταυρό σου με μεγάλες χειρονομίες, μπορεί να υποθήκευες το μέλλον σου ή να σε θάβανε σε μια ρεματιά. Μια βροχή παραπάνω ή μια παρακάτω μπορεί να σήμαινε θάνατο για όλο το χωριό — και τότε οι άνθρωποι έμεναν κυρίως σε χωριά. Τα παιδιά σου πέθαιναν σχεδόν όλα πριν χρονίσουν. Και σε κάθε περίπτωση ήσουν γέρος άνθρωπος στα σαράντα σου, και ραχιτικός, φθισικός, όλα αυτά τα ωραία. Βλέπεις έναν ταλαιπωρημένο φαλακρό πενηντάρη σ’ έναν πίνακα, και γράφει κάτω: «Ο βασιλιάς Τάδε σε ηλικία 18 χρονών». Τα λέω αυτά γιατί και τα παιδιά και όλοι μας είμαστε φύσει και θέσει μέλη αυτών των κοινωνιών. Προχωράμε όλοι μαζί προς τα μπροστά, φέρνουμε παντού και πάντα την πρόοδο. Με μικρά σκαμπανεβάσματα; Προφανώς, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Με διάφορους παρανοϊκούς δικτάτορες σε ισχυρά κράτη να εισβάλλουν στους γείτονές τους επειδή διψούν για αίμα, χρήμα, πόρους και εξουσία; Ναι, δυστυχώς. Αλλά πάντα, εντέλει, με πρόοδο. Και με μάχη για την πρόοδο. Ενίοτε δε και με πόλεμο, και με κατίσχυση επί αυτών των δικτατόρων. Και με συμμόρφωση. (Που δεν είναι κακή, η συμμόρφωση είναι εννιά στις δέκα φορές καλή). Και με αντίσταση. (Που δεν είναι καλή, εννιά στις δέκα φορές είναι πολύ κακή). Και με όλα αυτά. Όσο για τη λογοτεχνία, δεν πιστεύω ότι έχει κανέναν λόγο να μας καλλιεργεί οτιδήποτε. Δουλειά της είναι να μας κάνει να περνάμε κατά το δυνατόν ευχάριστα.

-Στο βιβλίο απουσιάζουν γυναικείες μορφές της Εξόδου, όπως η Μάρω, αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη, η Ελένη Σταθή, η Τασούλα Παπαδιά, η Διαμάντω, η Αλεφάντω και άλλες εξοδίτισσες. Η απουσία τους από την πλοκή είναι μια σιωπή της Ιστορίας ή μια συνειδητή επιλογή της αφήγησης;

-Στη μικρή ιστορία μου χωρούσαν μόνο οι άνθρωποι του τυπογραφείου — και βέβαια ο superhero της εποχής, ο Βύρωνας. Όλες οι άλλες φιγούρες που αναφέρονται, αναφέρονται παρεμπιπτόντως. Και είναι ελάχιστες. Ωστόσο, κάποια στιγμή λέει η Ελένη, η πρωταγωνίστρια: «Όλη η Ελλάδα πολεμάει. Μεγάλοι και μικροί. Και τόσοι ξένοι μαζί μας, όλοι τους με το όπλο στο χέρι. Ατρόμητοι και γενναίοι και αποφασισμένοι. Γιατί να λείπαμε εμείς [εκείνη και ο πλούσιος έμπορος πατέρας της] από τον πόλεμο;» Και της λέει ο Λευτέρης, πολύ φυσιολογικά μιας και είναι αγόρι, δηλαδή όχι ακριβώς το άπαν της ευφυΐας: «Μα εσύ είσαι… κορίτσι». Και τότε, λέει, «εκείνη έκανε μια γκριμάτσα σαν να δάγκωσε κιτρολέμονο», και του έδειξε χαμογελώντας με το χέρι: «Και κοίταξα την πόλη», λέει ο Λευτέρης, «τα σπίτια και τους δρόμους, κι ήταν Κυριακή πρωί, και οι πιο πολλοί έξω, ναι, ήταν κορίτσια. Ατρόμητα όλα τους, και γενναία, και αποφασισμένα. Και ντράπηκα. Και κοκκίνισε το μουτζουρωμένο μούτρο μου κάτω από τα μελάνια. Και βούρκωσα πάλι».

-Γράφετε: «Η Ιστορία τις περισσότερες φορές περπατά με μικρά βήματα. Από καμιά φορά όμως… α, από καμιά φορά κατρακυλάει». Πόσο σημαντικό είναι, κατά τη γνώμη σας, να φέρνουμε τα παιδιά σε επαφή όχι μόνο με τις «ένδοξες» στιγμές, αλλά και με τις στιγμές όπου η Ιστορία «κατρακυλά»;

-Όλα είναι το ίδιο ωραία. Είμαστε πλασμένοι για αφηγήσεις, από γεννησιμιού μας. Μια καλή ιστορία για έναν που ζει σε μια χώρα ήσυχη, μακριά από πολέμους, είναι σαν ένα καλό γλυκό μετά από ένα πλούσιο γεύμα. Έχεις χορτάσει, αλλά τώρα καταλαβαίνεις πως δεν σου έφτανε μόνο αυτό. Ήθελες κι εκείνη τη γλύκα. Χωρίς αυτήν, το ωραίο σου γεύμα ήταν απλώς τροφή.

-Αν τελικά η πιο όμορφη λέξη του κόσμου είναι αυτή που μας ενώνει, ποια είναι εκείνη η λέξη που σήμερα φοβόμαστε περισσότερο να πούμε και γιατί;

-Είναι το «offline», γιατί είμαστε τόσο κοντά με όλο τον κόσμο. Κι ο κόσμος είναι πιο συναρπαστικός από ποτέ. Ή έτσι νομίζουμε. — Σας ευχαριστώ τρομερά γι’ αυτή τη συζήτηση, το εκτιμώ πραγματικά. Όλες οι ερωτήσεις ήταν μία και μία. Καλύτερες, σίγουρα, από τις απαντήσεις μου! Να είστε καλά.

Ίσως τελικά η ομορφιά μιας λέξης να βρίσκεται όχι μόνο στον ήχο της, αλλά στον τρόπο που κατοικεί μέσα στη ζωή μας. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη της λογοτεχνίας. Να μας θυμίζει ότι πίσω από κάθε λέξη υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία που περιμένει να ειπωθεί. Καλοτάξιδο να είναι.

Βιογραφικά

Ο Κυριάκος Αθανασιάδης (1963) γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Επί πολλά χρόνια εργάστηκε στον χώρο των εκδόσεων ως επιμελητής, αξιολογητής πεζογραφίας και στέλεχος εκδοτικού οίκου. Έχει εκδώσει πάνω από εξήντα βιβλία για μεγάλους και παιδιά, με το όνομά του και με μια σειρά από ψευδώνυμα.

Η Μαρία Μανουρά γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε με μνήμες από το χωριό της στους πρόποδες της Οίτης. Αν και αρχικά προσανατολιζόταν προς την Ιατρική, ακολούθησε τελικά την Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου ανέπτυξε την ικανότητα να δομεί και να οργανώνει τη δημιουργία. Αναζητώντας, όμως, την έκφραση μέσω του χρώματος, συνέχισε τις σπουδές της στη Ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Από το 2014 δραστηριοποιείται ως εικονογράφος παιδικών βιβλίων, δημιουργώντας φανταστικούς κόσμους με κύρια πρώτη ύλη το συναίσθημα. Το έργο της διακρίνεται για την ευαισθησία και τη δημιουργική ελευθερία, ενώ διατηρεί ενδιαφέρον και για άλλες μορφές έκφρασης, όπως η συγγραφή και ο σχεδιασμός παιχνιδιών. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

 

 

 

Μάγδα Παπαδημητρίου Σαμοθράκη

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.