You are currently viewing Μαγδαληνή Θωμά: Νίκη Μισαηλίδη, Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Αυτοτελές λογοτεχνικό έργο, Σκηνοθετώντας τη λογοτεχνία: Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου για το Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο, Εκδ. 24 Γράμματα, 2026, σ. 610.

Μαγδαληνή Θωμά: Νίκη Μισαηλίδη, Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Αυτοτελές λογοτεχνικό έργο, Σκηνοθετώντας τη λογοτεχνία: Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου για το Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο, Εκδ. 24 Γράμματα, 2026, σ. 610.

Ενθαρρύνοντας τη Φιλαναγνωσία

Μεγάλο στοίχημα στην εποχή μας η κινητοποίηση των παιδιών μέσα από τη διαδικασία της σχολικής διδασκαλίας. Κι ακόμα μεγαλύτερο, η αφύπνιση της φιλαναγνωσίας προς την κατεύθυνση της λογοτεχνίας. Αν τα μέσα της εποχής πριμοδοτούν την εικόνα και τον καταιγισμό της πληροφόρησης, η ήσυχη γωνιά της λογοτεχνικής ανάγνωσης επιβάλλει ένα άλλο ρυθμό και χρόνο: ευθυγραμμίζεται με την εσωτερική αναπνοή της σκέψης. Μπορεί η σχολική τάξη να το ευνοήσει αυτό; Από την εποχή που ο Jacques Prèvertέγραφε για τους τοίχους της τάξης που «γκρεμίζονται ήσυχα»[1] έχει κυλήσει κάμποσο νερό στ’ αυλάκι. Αν μη τι άλλο, η επικοινωνία με τον κόσμο της γραφής προϋποθέτει την ανεξαρτησία και την αυτενέργεια· τον απεγκλωβισμό του νου. Η ενδοσκόπηση ενός λογοτεχνικού έργου, η δημιουργική του επεξεργασία και η ερμηνεία του γίνονται, έτσι,μικρές και μεγάλες κατακτημένες ελευθερίες. Να είναι μια τέτοια παιδαγωγική προσέγγιση η χάρη και η χαρά αυτού του βιβλίου;

Όπως και να ‘χει, το αναλυτικό αυτό έργο της Νίκης Μισαηλίδη και της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου – μοντέλο διδασκαλίας, διδακτική έρευνα και παιδαγωγική πρόταση μαζί – στις εξακόσιες του σελίδες δεν αφήνει καμιά γωνία αφώτιστη: κάθε διδακτική πρόταση γίνεται ταυτόχρονα και πεδίο εξερεύνησης, η ψυχολογία του μαθητή και τα κίνητρα του εκπαιδευτικού επαναπροσδιορίζονται, οι ρόλοι μέσα από τη διδασκαλία της λογοτεχνίας εφευρίσκονται συχνά από την αρχή. Να συνδυάσεις την επιστήμη με την τέχνη δεν είναι λίγο. Το παρακλάδι της παιδαγωγικής επιστήμης, η διδακτική, έρχεται εδώ να μεταφέρει το μήνυμα της τέχνης του λόγου στην πληθυντική του έκφραση, να το κάνει κτήμα και απόκτημα, αντικείμενο στοχασμού μαζί και παιχνίδι, με σεβασμό πάντα στο ελεύθερο κριτήριο του μαθητή· στη δημιουργική του ικανότητα και σκέψη.

Κάπως έτσι, η διδασκαλία του λογοτεχνικού κειμένου συνάδει και με το ίδιο το πνεύμα της λογοτεχνίας που τροφοδοτείται από την ελευθερία: την ελευθερία της κρίσης, την αυτοδιάθεση της σκέψης, τη δημιουργική ανάπλαση της φαντασίας. Κι επειδή, όπως σημειώνει και ο Σεφέρης, «υπάρχει μια καλή παιδεία – εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του»[2], κάθε δραστηριότητα δημιουργικής γραφής, μέσα από την πνευματική άσκηση, ακόμα και τη σωματική προσέγγιση με δραματοποιήσεις και άλλες σχετικές δραστηριότητες έρχεται να δώσει ώθηση στην αυτενέργεια και την εξερεύνηση, τελικά, του ίδιου του εαυτού. «Και τώρα ας σκεφτούμε…» συνήθιζε να λέει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης στις διδασκαλίες του. Η ίδια η σκέψη είναι το ιερό κείμενο που μπορεί να αποϊεροποιηθεί.

Με βάση τα παραπάνω και μια και «η λογοτεχνία είναι πολύ σημαντική στην ολοκλήρωση και την υγεία του ατόμου», όπως υπογραμμίζεται στο βιβλίο, «θα πρέπει οι μαθητές/-τριες να απεγκλωβιστούν από τη θεώρησή της, ως δομημένο μάθημα ενταγμένο στις βασικές σπουδές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που συνοδεύεται από το άγχος της βαθμολόγησης»[3]. Μια αξιοσημείωτη οπτική που δίχως να αγνοεί τις επιταγές της σχολικής πραγματικότητας – η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου συμπεριλαμβάνεται στα Νέα Προγράμματα Σπουδών – καταφέρνει παράλληλα να κινηθεί ανεξάρτητα,φτιάχνοντας τη δική της εξ ολοκλήρου παιδαγωγική μεταγλώσσα.

Από την Εισαγωγή κιόλας του βιβλίου ονομάζονται κάποιες «στρατηγικές» για την ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας στο Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο: στο Δημοτικό, η λογοτεχνία εισάγει κάποιες πρώτες έννοιες προς ανάλυση – λ.χ.της αγάπης, της φιλίας, της δικαιοσύνης – ενώ στο Γυμνάσιο, ο κριτικός στοχασμός ενθαρρύνεται παραγωγικότερα και η λογοτεχνία γίνεται μέσο για την εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, της κοινωνίας, της Ιστορίας[4]. Η καλλιέργεια της πνευματικής ωρίμανσης, καθώς και η διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων, στο Λύκειο, ανάγει τη φιλαναγνωσία σε ένα «ταξίδι αυτογνωσίας και βαθύτερης κατανόησης του κόσμου», ενώ «η δυνατότητα ελεύθερης επιλογής βιβλίων», οι «ουσιαστικές συζητήσεις για τα βιβλία με τους/τις συμμαθητές/-τριες και τους/τις εκπαιδευτικούς» και «η δημιουργική σύνδεση της λογοτεχνίας με άλλες μορφές τέχνης, όπως η ζωγραφική, η μουσική και το θέατρο, μπορεί να καταστήσει την ανάγνωση πιο ελκυστική και πολυδιάστατη»[5]. Να εξακτινωθεί έτσι η τέχνη του λόγου προς τις άλλες τέχνες είναι μια διαθεματική πρακτική, μια παιδαγωγική που στοχεύει στη συνολική πνευματική καλλιέργεια και την ψυχική ευαισθητοποίηση του ανθρώπου.

Το εγχειρίδιο προτείνει 13 λογοτεχνικά έργα ανά τάξη (μυθιστορήματα, graphicnovel, νουβέλες, συλλογές διηγημάτων και ποιητικές συλλογές) με μια διδακτική προσέγγιση που διαρκεί τρεις μήνες περίπου, ενώ για την υποστήριξη της διδακτικής διαδικασίας προτείνεται παράλληλα και η δημιουργία ενός ψηφιακού χώρου, εντάσσοντας τα σύγχρονα μέσα στη διδακτική. Αξιοσημείωτη είναι και η επισήμανση των μορφών της ανάγνωσης: «φωναχτή, σιωπηλή, δημόσια, ιδιωτική, ομαδική, συν-ανάγνωση»,οι οποίες βρίσκουν αντιστοιχία με τις μαθητοκεντρικές διδακτικές μεθόδους, τη διαλογική διδασκαλία, την ομαδοσυνεργατική, τη βιωματική και τη διερευνητική μάθηση, καθώς και τη χρήση ΤΠΕ[6].

Η οργάνωση της αναγνωστικής διαδικασίας περιλαμβάνει τρεις φάσεις: «Πριν την ανάγνωση, Κατά την ανάγνωση και Μετά την ανάγνωση», γεγονός αξιοσημείωτο, αφού εισάγει τον χρόνο και την προϋπόθεση της διαδικασίας στη διερεύνηση του έργου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο χρόνος της λογοτεχνίας γίνεται χρόνος της ανάγνωσης και προσφέρει στον μαθητή την αναγκαία καθυστέρηση για εμβάθυνση και προβληματισμό, μαζί και για κάθε είδους δημιουργική λοξοδρόμηση, το απαραίτητο «ξεστράτισμα» της σκέψης που ενθαρρύνει την κρίση και την σύγκριση με άλλες αντιστοιχίες και διαστάσεις.

Από τον Μικρό πρίγκιπα του Αντουάν ντε Σεντ – Εξιπερί, στο Παραμύθι χωρίς Όνομα, της Πηνελόπης Δέλτα, το graphicnovel, Ο θησαυρός της Βαγίας, της Ζωρζ Σαρή, την Καρδούλα της Σοφίας Φίλντιση και τις Σχολικές ποιητικές διαδρομές – Μια κυψέλη όλο μέλισσες και μέλι…(ένα άλλο βιβλίο της Νίκης Ι. Μισαηλίδη και της Πωλλέτας Β. Ψυχογυιοπούλου) για το Δημοτικό (Α’ Μέρος), ακολουθούν τα προτεινόμενα έργα για το Γυμνάσιο (Β’ μέρος): Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς, Γιώτα Αργυροπούλου, Νερά απαρηγόρητα, Άντον Τσέχοφ, Ο Βάνκας και άλλα διηγήματα. Τα αυτοτελή λογοτεχνικά έργα για το Λύκειο, έρχονται να ολοκληρώσουν τις διδακτικές προτάσεις, μέσα από μια ανάλογα εξονυχιστική ανάπτυξη των τριών φάσεων της διδασκαλίας που σε κάθε περίπτωση αναπτύσσεται δημιουργικά μέσα από ενδείξεις τύπου «Νιώθω – Εκφράζομαι, Διαβάζω – Νιώθω, Ρωτώ – Απαντώ, Δημιουργώ», προτείνοντας, εξερευνώντας, εμβαθύνοντας, ψυχαγωγώντας μαζί και διδάσκοντας: Σοφία Νικολαΐδου, Δικά μας παιδιά, Ευφροσύνη Μαντά – Λαζάρου, Τα κόκκινα ελάφια, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η τιμή και το χρήμα, Γεώργιος Βιζυηνός, Το αμάρτημα της μητρός μου και Μανώλης Ανδριωτάκης, Ο θάνατος του συγγραφέα.

Το «Γλωσσάρι της ποίησης και της τέχνης του λόγου»[7], στο τέλος, ως ένα μικρό λεξικό λογοτεχνικών όρων, παρουσιάζει λογοτεχνικά είδη, ρητορικά σχήματα και αφηγηματικές τεχνικές, ενώ το «Παράρτημα» με τα «Κριτήρια επιλογής λογοτεχνικού έργου για μαθητές και μαθήτριες» με το «Ερωτηματολόγιο αναγνωστικών προτιμήσεων», το «Λογοτεχνικό Ημερολόγιο» και το «Ερωτηματολόγιο μετά την ανάγνωση ενός ολόκληρου λογοτεχνικού έργου»[8] κινούνται σε ένα ανάλογο πλαίσιο, εξειδικεύοντας ακόμη περισσότερο τη διδακτική οπτική των τριών φάσεων. Το έργο κλείνει και ολοκληρώνει η «Ενδεικτική Βιβλιογραφία»[9] που μαρτυρά παράλληλα και την ακαταπόνητη επιστημονική φροντίδα.

Χρειάζεται να αγαπάς τη λογοτεχνία για να μπορέσεις να γράψεις ένα τέτοιο έργο· να μεταφέρεις αυτούσιο το πρώτο της υλικό, εκείνο των αισθημάτων. Κι έπειτα, χρειάζεται να τη δεις ανεξάρτητα από το κειμενικό της συμφραζόμενο σε μια εξωκειμενική διάσταση στο πλαίσιο της ζωής και της τέχνης. Το «Σκηνοθετώντας τη λογοτεχνία» στον υπότιτλο του βιβλίου, επομένως, έρχεται να μαρτυρήσει και του λόγου το αληθές: η συγκίνηση ενός λογοτεχνικού έργου δεν μπορεί παρά να μεταφερθεί μέσα από τους όρους μιας «σκηνοθεσίας», όπου μαθητής, εκπαιδευτικός και λογοτεχνικό έργο, μοιράζουν και ανταλλάσσουν μεταξύ τους θέσεις και ρόλους με τρόπο δημιουργικό. Το εγχειρίδιο αυτό δικαιώνει τις προθέσεις του και με το παραπάνω.

 

[1]«Et les murs de la classe/s’écroulent tranquillement», απότοποίημα «Page d’écriture» του Jacques Prévert, Paroles, Paris: Gallimard, collection Folio, 1972, σσ. 156–157.

 

[2]Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, τ. Α,  Ίκαρος, 1985, σ. 236.

 

[3]Νίκη Μισαηλίδη, Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Αυτοτελές λογοτεχνικό έργο, Σκηνοθετώντας τη λογοτεχνία: Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου για το Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο, Εκδ. 24 Γράμματα, 2026, σσ. 31-32.

 

[4]Ό.π. σσ. 19-20.

 

[5]Ό.π. σσ. 20-21.

 

[6]Ό.π. σ. 24 και σ.38.

 

[7]Ό.π. σσ. 571- 583.

 

[8]Ό.π. σσ. 585 – 594.

 

[9]Ό.π. σσ. 595-610.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.