Η Έλενα Χουζούρη, στο νέο της βιβλίο «Ψυχή ντυμένη αέρα» μας προσφέρει μια σπάνια βιογραφική μελέτη για την Ανθούλα Σταθοπούλου. Ανασύρει από τη λήθη του παρελθόντος μια γυναικεία προσωπικότητα που ξεπέρασε την εποχή της -παρά τη σύντομη ζωή της- αφήνοντας έντονα αποτυπώματα στη λογοτεχνική και πολιτιστική ιστορία της Θεσσαλονίκης του μεσοπολέμου.
Το βιβλίο λειτουργεί σαν δροσερή πηγή όχι μόνο ως αποκατάσταση στη μνήμη μιας παραγνωρισμένης δημιουργού, αλλά και ως λεπτομερής τοιχογραφία μιας πόλης που μεταμορφωνόταν αναζητώντας ταυτότητα στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.
Μια αληθινή καλλιτέχνιδα ήταν φυσικό να μην χωρά στα στενά πλαίσια της εποχής της. Ανυπόταχτη φύση με έντονη και ανήσυχη καλλιτεχνική ευαισθησία ζούσε μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον που την κάνει να νιώθει ασφυκτικά και να δείχνει με τις συμπεριφορές της την αδάμαστη κράση της αισθανόμενη πως ανήκει σε μεταγενέστερη εποχή, πιο ελεύθερη και πιο χειραφετημένη η γυναικεία φύση της.
Η συγγραφέας με ευστροφία και λογοτεχνική ευχέρεια φωτίζει αυτή τη διττή διάσταση που φέρει η προσωπικότητα της Ανθούλας, από τη μία πλευρά η γυναίκα που παλεύει για χώρο και αναγνώριση, και η άλλη η δημιουργός που εισχωρεί και εδραιώνεται οργανικά στο νεωτερικό ρεύμα της πόλης.
Ένα από τα μεγάλα θετικά του βιβλίου είναι ο τόπος, η Θεσσαλονίκη, που δεν είναι απλώς ο χώρος ως φόντο αλλά ο ζωντανός οργανισμός που κινούνται οι ήρωες του βιβλίου, καθώς η ανασύσταση της με την πρώτη διεθνή έκθεση, το πρώτο ραδιόφωνο στα Βαλκάνια, το νεοσύστατο Πανεπιστήμιο, τα θέατρα και οι κινηματογράφοι και φυσικά η ελληνική λογοτεχνία που ακολουθεί τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. χαρίζουν έναν φρέσκο ανανεωμένο αέρα να γεμίζουν οι αισθήσεις της Ανθούλας.
Με επιδέξια γραφή ηΈλενα Χουζούρη ακολουθεί τα βήματα της Ανθούλας και την εμφανίζει μέσα σε αυτό το ανανεωτικό πολιτιστικό πλέγμα, αποδεικνύοντας ότι η εμφάνιση της δεν ήταν περιθωριακή αλλά ουσιαστική.
Παρ’ όλη τη σύντομη ζωή της, το εύρος του έργου που άφησε πίσω της, η Ανθούλα, είναι σπουδαίο και σοβαρό με την ωριμότητα και την ποικιλία του: ποίηση, διηγήματα, θεατρικά έργα. Η Χουζούρη δεν περιορίζεται σε μια απλή καταγραφή μιας βιογραφίας αλλά εντάσσει στο βιβλίο αποσπάσματα και μεγάλο μέρος από το πλούσιο έργο της. Μέσα από τις θεματικές του φωτίζεται η ιδιαίτερη δημιουργικότητα της. Στόχος της συγγραφέως ήταν να προσφέρει στον αναγνώστη την άμεση επαφή με το έργο της Ανθούλας και να αποκομίσει μια όχι απλώς σφαιρική άποψη αλλά ουσιαστική και ολοκληρωμένη γνώση για το ύφος και τις ευαισθησίες της.
Ο ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος υπήρξε η θυελλώδης σχέση της και το εμψυχωτικό στοιχείο για την καλλιτεχνική της πορεία. Ένα ερωτευμένο ζευγάρι που χάριζε ο ένας στον άλλον έμπνευση όπου με την ένταση και την τραγικότητά της, διαμόρφωσε τις ποιητικές φωνές και των δύο. Στο βιβλίο βλέπουμε καθαρά πως η τέχνη και ο έρωτας μπορούν να συνυπάρξουν, να συγκρουστούν και τελικά να αφήσουν ανεξίτηλο αποτύπωμα. Μέσα από αυτό το πρίσμα η Ανθούλα δεν είναι ένα αερικό πλάι σε έναν ποιητή, αλλά μία καθαρή αυτόνομη δημιουργός γεμάτη προκλήσεις. Η Χουζούρη εμφανίζει αυτή την ισορροπία αποκαθιστώντας τη δημιουργική δυναμική της Ανθούλας ως αυτόνομη καλλιτεχνική παρουσία.
Από το γεγονός και μόνο του πρόωρου θανάτου της από φυματίωση μόλις στα 27 της χρόνια θα περιμένει ο αναγνώστης πως το βιβλίο θα προσδίδει μια αναπόφευκτη μελαγχολία. Όμως δεν πέφτει στην παγίδα του υπερβολικού δράματος και της θλιβερής αποτύπωσης ενός πρόωρου θανάτου. Αντίθετα, εμφανίζει την πορεία της και τα βιώματα της με νηφαλιότητα και σεβασμό. Αφήνει μόνα τους τα ίδια τα κείμενα της Ανθούλας να μιλήσουν γι’ αυτή την ξεχωριστή φυσιογνωμία.
Η συγγραφέας γράφει με προσοχή και βαθιά γνώση του αντικειμένου που την απασχόλησε καταφέρνοντας ένα άρτιο λογοτεχνικό έργο. Μία βιογραφία που ως αποτέλεσμα ενημερώνει και συγκινεί, προκαλώντας τον αναγνώστη να ανακαλύψει μια ξεχασμένη δημιουργό που άξιζε να γευτεί πολύ περισσότερα από όσα πρόλαβε να ζήσει.
Μικρό απόσπασμα του βιβλίου
Στο ποίημα «Έλα να πιούμε» δε διστάζει να καλέσει το αγαπημένο πρόσωπο για μια νύχτα πόθου και χαράς σαν αντίδοτο στον πόνο και στον θάνατο:«Άκου πως ο βοριάς φυσά με τρέλα. /Χορεύουνε τα φύλλα σα σφυρίζει./ Μες στη μικρή την κάμαρη μου έλα!/Όξω χιονίζει.// […]Του τάφου η σκοτεινιά μας τριγυρνάει./Δε θέλω σαν δυο ξένοι να βρεθούμε./Του πόθου το κρασί η ζωή κερνάει./ Έλα να πιούμε».
