Διαυγής ποιητικός λόγος
Δύο χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του στην ποίηση με την αξιόλογη ποιητική συλλογή Πέλαγος στοχασμών (ΑΩ, 2024), ο Μάρκελλος Κωστάλας συνεχίζει τη στέρεη πορεία του στην ποίηση παρουσιάζοντας το νέο του ποιητικό βιβλίο Ονείρατα, λογισμοί και αισθήματα (ΑΩ, 2026), το οποίο περιλαμβάνει είκοσι έξι ποιήματα σε ελεύθερο στίχο αλλά δίχως να απουσιάζει η μουσικότητα, κατανεμημένα ισόποσα σε δύο ενότητες. Σημειωτέον, το μινιμαλιστικό έργο που κοσμεί το εξώφυλλο φιλοτέχνησε, όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του Κωστάλα, ο Βαγγέλης Τζερμιάς. Στην πρώτη ενότητα, η οποία επιγράφεται «Ονείρατα και σύγχρονοι λογισμοί», η γραφή του ποιητή είναι κατά κύριο λόγο κοινωνική και πολιτική, ο λόγος είναι στακάτος και διαυγής. Ο Κωστάλας εκφράζει ξεκάθαρα αυτό που θέλει να πει, με γραφή ρεαλιστική, και συνειδητά δεν καταφεύγει στη νοηματική θολότητα και λεκτική κενότητα, που αμφότερες αποδυναμώνουν το ποίημα. Όπως και το προηγούμενο βιβλίο του, έτσι και αυτό είναι ανθρωποκεντρικό. Στο προσκήνιο βρίσκεται ο σύγχρονος άνθρωπος, του οποίου το πορτρέτο φιλοτεχνεί ο ποιητής, χωρίς καμία πρόθεση εξιδανίκευσης και εξωραϊσμού. Αντιθέτως, τον παρατηρεί με σχολαστικότητα σχολιάζοντας τη μετάβασή του από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Τα άλικα και αγνά όνειρα μιας αθώας παιδικότητας στραγγαλίζονται στον βωμό του εγωκεντρισμού.
Τον σύγχρονο άνθρωπο χαρακτηρίζουν αφενός η ματαιοδοξία, η ιδιοτέλεια, η αποξένωση και η απάθεια και αφετέρου η μοναξιά, ο φόβος, η πικρία και η τύψη. Όλα προϊόντα της κουλτούρας της σημερινής ζωής. Από τη μία, ο άνθρωπος σήμερα νιώθει αποπροσανατολισμένος, καθώς δεν έχει να αγωνιστεί για κάποιο υψηλό ιδανικό – εδώ ο ποιητής προτάσσει την καταφυγή στην τέχνη ως οδό λύτρωσης και αυτοπραγμάτωσης. Από την άλλη, είναι τόσο εγκλωβισμένος στον μικρόκοσμό του και τυφλωμένος από τη νοσηρότητα της ζηλοφθονίας, του άνευ ορίων κέρδους και της φιλαυτίας, που κάθε του προσπάθεια να βρει την πληρότητα και την ευτυχία καταλήγει ατελέσφορη, καθώς έχει λησμονήσει την αξία του «εμείς», την αξία της συνοδοιπορίας. Το θεαθήναι και η εποχή της εικόνας έχουν ρημάξει τη ζωή των ανθρώπων οδηγώντας την σε σχέσεις ευκαιριακές και επιφανειακές, ιδιοτελείς και εφήμερες, ενώ σαν παρίας εκδιώκεται κανείς όταν προσπαθεί να αφυπνίσει και να κινητοποιήσει τα αγνώριμα πρόσωπα, τα αγνώριμα στίφη προς μια κατεύθυνση διαφορετική, προς την κατεύθυνση της αλήθειας και όσων πραγματικά αξίζουν στη ζωή. Έτσι, οι ανθρώπινες σχέσεις γρήγορα βαλτώνουν και αποτυγχάνουν.
Ο ποιητής καλεί τον αναγνώστη να αλλάξει πρώτα τη δική του ρότα και έπειτα να παλέψει για την αλλαγή της ρότας αυτού του κόσμου. Τον προτρέπει να πάψει πια να προβάλλει στους άλλους τις δικές του επιθυμίες ή να θυματοποιείται προσπαθώντας να εκπληρώσει τις προσδοκίες των άλλων, ώστε να δραπετεύσει από την αγρύπνια που τον βασανίζει, να μην είναι πια ένας ραγιάς της οθόνης υποταγμένος στην αποχαύνωση και τον πνευματικό λήθαργο. Και τότε θα μπορέσει να βοηθήσει πέρα απ’ τον εαυτό του και την κοινωνία. Έτσι, ο Κωστάλας εκκινώντας από το ατομικό προχωρά στο συλλογικό με τη γραφή του να αποκτά καθαρά ανθρωπιστικό και πολιτικό χαρακτήρα. Το πολιτικό σύστημα έχει τεράστιες ευθύνες για την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας, καθώς είναι το ίδιο που θρέφει την υποκρισία, το ψεύδος, την ατιμωρησία, την αδικία. Το ίδιο το σύστημα προκαλεί τη φτώχεια που βασανίζει τον λαό και πληθαίνει με την πολιτική του τους άπορους και τους άστεγους. Το ίδιο το σύστημα λυγίζει τους αδύναμους. Όταν, λοιπόν, ο ποιητής διερωτάται στους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Γιορτή Δημοκρατίας» (σ. 21),«πόσες θυσίες ακόμα αθώων ψυχών,/ νεκρών και ζώντων νεκρών απαιτούνται για να ξυπνήσουμε;», τότε η απάντηση βρίσκεται στον συλλογικό αγώνα.
Γι’ αυτό ο Κωστάλας εξαίρει τη φιλία, τους αληθινούς δεσμούς, ως την απαρχή των πάντων. Και σε προσωπικό επίπεδο και σε συλλογικό, ο καθένας από εμάς χρειάζεται στο πλευρό του έναν άνθρωπο, για να προχωρήσουν μαζί. Τον άνθρωπο σφυρηλατούν ο πόνος, η αδικία, η πικρία, η ματαίωση, εντούτοις μαζί με κάποιον ακόμα ξεπερνά τα εμπόδια ευκολότερα και έτσι ερχόμαστε στη δεύτερη ενότητα «Αισθημάτων λογισμοί», αφιερωμένη στην αγάπη και τον έρωτα. Σ’ αυτήν την ενότητα ο λόγος είναι, δικαιολογημένα, περισσότερο ρομαντικός με εικόνες λυρικές και αισθητηριακές από το φυσικό αλλά και το αστικό περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά η γραφή του Κωστάλα παραμένει ξεκάθαρη παρά το συναισθηματικό φορτίο που προοδευτικά αυξάνεται.
Το ερωτικό αντικείμενο συνήθως βρίσκεται εν αναμονή. Ο ποιητής παραστέκει τους τυραννισμένους και λησμονημένος από έρωτα ανθρώπους. Δεν τους παραβλέπει, όσο προσμένει το αγαπημένο πρόσωπο να έλθει και μαζί να αφεθούν στην ευτυχία. Ο Κωστάλας υφαίνει λεκτικά τον άμωμο έρωτα. Όμως, εκείνος μοιάζει άπιαστος, σαν αερικό. Η αναμονή μακραίνει, ενίοτε, και το ερωτικό υποκείμενο ξυπνά από την παραζάλη του ονείρου και κοιτάζει κατάματα το μοναχικό παρόν του. Δεν παύει με τρυφερότητα να αναπολεί στιγμές ευτυχίας, αλλοτινές, ή να ονειρεύεται το ιδεατό πρόσωπο προσφέροντας σπονδές στην ομορφιά, την ευγένεια της ψυχής, τη σωματική χάρη και τη συναισθηματική λεπτότητα. Το καρδιοχτύπι του έρωτα βασανίζει τον ποιητή, η ενστικτώδης παρόρμηση εγκυμονεί κινδύνους αλλά και η αναμονή τον μουδιάζει.
Ο έρωτας παρομοιάζει με μια δια βίου μαθητεία, όπου το κάθε σκαλοπάτι γνώσης οδηγεί στο επόμενο, «διανύοντας κι άλλα μίλια στον διαρκή ανήφορό μας,/ μέχρι να μας ανταμείψει επάξια η θέα από ψηλά» («Αχαλίνωτος Έρως», σ. 36). Ο Έρωτας, τέκνο του Πόρου και της Πενίας ακροβατεί μεταξύ πλησμονής και έλλειψης, μεταξύ συναισθηματικής χειραφέτησης και υποταγής. Ταυτόχρονα, η απουσία του ή η μη εκπλήρωσή του σπέρνει νύχτες μοναχικές και βουβές, νύχτες άνυδρες που δεν ξεδιψούν τον πόθο, σε βαθμό τέτοιο που το ποιητικό υποκείμενο βλέπει την προσμονή του ανέφικτου ως μια διέξοδο σωτήρια, για να ξεγελάσει, έστω και πρόσκαιρα, τον καημό και τη λύπη του. Καταφύγιο, επιπλέον, τού προσφέρουν οι αναμνήσεις που ζωντανεύουν ξανά, έστω και ασπρόμαυρα, πολύτιμες στιγμές πηγαίας ευτυχίας. Παράλληλα, ο ποιητής απευθύνεται στο ερωτικό αντικείμενο και του ζητά να στέρξει τους πάσχοντες διαβάτες με τα διψασμένα χείλη και τα αφυδατωμένα πάθη, και να προστατέψει εαυτόν από την άγαρμπη σωματική ρώμη της βιασύνης και της ανωνυμίας, που υποθάλπονται από τη συναισθηματική ακαμψία ή και αναπηρία της εποχής.
*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδόσεις Μετρονόμος, 2025).
