You are currently viewing Αγγελική Θάνου: Ο  βασιλεύς των ορέων 

Αγγελική Θάνου: Ο  βασιλεύς των ορέων 

Ο Φώτης στάθηκε στη μέση της γραφικής πλατείας. Το κεφαλοχώρι που διάλεξαν απόψε απλώνεται στα ριζά του Μαυροβουνίου στο δυτικό Πήλιο. Είχαν ακούσει για έναν παπά που φιλοξενεί στο σπίτι του όποιον ξωμείνει. Οι αποθήκες του είναι γεμάτες απ’ όλα τα καλά. Τα παλικάρια του Φώτη σκορπισμένα τριγύρω περιμένουν ειδοποίηση για να τις αδειάσουν. Θα γεμίσουν τη σπηλιά όπου κρύβονται κι όσα περισσέψουν θα τα δώσουν στους φτωχούς.

Θαύμασε τις πελώριες μουριές, τη λεύκα, διάλεξε τη φλαμουριά για να ακουμπήσει το καλοφτιαγμένο ανάστημά του. Είχε μεγάλο ταλέντο στο να αλλάζει μεταμφιέσεις. Με λευκό πουκάμισο και γκρίζο παντελόνι αντικατέστησε τη λερή φουστανέλα του. Στο κεφάλι του φόρεσε την  πλατύγυρη Αμερικάνικη ρεπούμπλικα. Αυτός  ο ίδιος θα είναι απόψε ο άνθρωπος που ξώμεινε στο χωριό.

Ο παπα-Στάθης, σταθερός στη συνήθειά του, ξεκίνησε για την πλατεία του χωριού. Σουρούπωνε. Τι κι αν τα γόνατα πονούν, τι κι αν γιορτάζει το όνομά του κι έχει επισκέπτες να του ευχηθούν. Το χρέος του τον καλεί. Κι αν έχει απομείνει κανείς στο χωριό του και δεν έχει πού να περάσει τη νύχτα του; Πως μπορεί ο ίδιος να αναπαυθεί στο στρώμα του;

Πλησίασε στην πλατεία και κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα. Ένιωσε ένα βάρος στο στήθος, μα δεν πτοήθηκε. Ανέβηκε αργά αργά τα λίγα σκαλοπάτια. Το βλέμμα του πλανήθηκε στις μουριές, στα παγκάκια, στα κάγκελα κι εκεί κάτω απ’ τη φλαμουριά διέκρινε μια αντρική φιγούρα.

Ο παπα-Στάθης χαμογέλασε, φωτίστηκε το πρόσωπό του, στα κομμάτια ο πόνος στα γόνατα σκέφτηκε και πλησίασε. Μπροστά του ένας πολύ όμορφος νέος ευθυτενής, αρχοντικός, τον κοίταζε με το ευγενικό πρόσωπό του. Σαν ηθοποιός του σινεμά φαίνεται, σκέφτηκε ο παπα-Στάθης και του  έτεινε το χέρι.

  • Καλωσόρισες, γιόκα μου, στα μέρη μας.
  • Καλώς σας βρήκα, γέροντα, απάντησε ο νέος και του έσφιξε δυνατά το χέρι.
  • Έχω ένα συνήθειο, δεν αφήνω άνθρωπο να ξενυχτήσει μόνος του χωρίς σκεπή πάνω απ’ το κεφάλι του. Πάμε σπίτι μου να ξαποστάσεις και με το ξημέρωμα συνεχίζεις τον δρόμο σου. Άλλωστε το λεωφορείο φεύγει το πρωί. Η παπαδιά, μας περιμένει. Της αρέσει πολύ να φιλοξενεί.
  • Σ’ ευχαριστώ, γέροντα, θα ’ρθω μετά χαράς!
  • Πώς είναι το όνομά σου;
  • Φώτης
  • Κι εγώ είμαι ο παπά-Στάθης.

Περπάτησαν πλάι πλάι· ο Φώτης ψηλός, καμαρωτός, καλοντυμένος κι ο παπα-Στάθης σκυφτός, μαζεμένος απ’ τα χρόνια, αποθέτοντας τις αντοχές του στο ξύλινο μπαστούνι από οξιά με την κοκάλινη λαβή.

Σαν έφτασαν στο σπίτι του ιερέα τους περίμενε μια χαρούμενη παρέα που είχε έρθει να ευχηθεί. Η παπαδιά, έτοιμη από καιρό για κάθε φιλοξενία, αγκάλιασε τον Φώτη με χέρια, χαμόγελα, λέξεις, συναισθήματα. Καλοντυμένη και πεντακάθαρη, με μια πολύτιμη καρφίτσα στα αριστερά κι  έναν σφιχτοδεμένο γκρίζο κότσο στα μαλλιά της, περιποιόταν τους καλεσμένους της με χαρά. Μια γλυκιά θαλπωρή αναδύθηκε μέσα του. Οι λέξεις της γλυκές και τρυφερές έπεφταν σαν βάλσαμο στην ψυχή του Φώτη. Κάθε «γιόκα μου» γλύκαινε το είναι του κι όλη η ορφάνια που βίωσε ξύπνησε μέσα του θεριό ανήμερο ζητώντας λύτρωση. Κάθε «λεβέντη μου» της παπαδιάς ακόνιζε και λείαινε όλα τα εσωτερικά αγκάθια του. Κι όταν πρόφερε τρυφερά τη λέξη «παλικάρι μου», βάζοντας του μπροστά ένα σωρό σπιτικά κεράσματα λύγισε, έλιωσε απ’ την αγάπη που δέχτηκε. Η αγάπη, απροσδιόριστο, ανεξέλεγκτο σκαρπέλο της ψυχής, σμίλευε τρυφερά.

  • Δεν πίνεις κάνα κρασάκι, γιόκα μου, ρώτησε ο παπά-Στάθης και του γέμισε το ποτήρι με κρασί ρουμπινί, μοσχοβολιστό.
  • Χρόνια πολλά, παππούλη, ευχαριστώ για τη φιλοξενία.

Ρούφηξε ο Φώτης μια γερή γουλιά και μια θερμότητα ευεργετική τον πλημμύρισε. Βυθίστηκε σε σκέψεις και αναμνήσεις. Αν είχε κι αυτός ένα τέτοιο σπιτικό δεν θα είχε πάρει τα βουνά. Η παπαδιά συνέχιζε να τον περιποιείται στοργικά και τρυφερά. Ανθρώπινο φως, που σκορπάει τα σκοτάδια του νου, τα μάτια της. Και στα δικά του δυο δάκρυα, έτοιμα να τον προδώσουν.

Η φωνή μιας κουκουβάγιας έσκουξε διπλά, συνθηματικά, και τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Η θαλπωρή αποκοίμισε τον στόχο του. Οι σύντροφοί του περίμεναν κι εκείνος ρουφούσε το νέκταρ της σπιτικής γαλήνης που στερήθηκε τόσο, μα δεν το γνώριζε. Πετάχτηκε στην αυλή. Το βλέμμα του παπα-Στάθη τον ακολούθησε. Περπατούσε πέρα δώθε νευρικά αναστενάζοντας στενάχωρα. Η φωνή της κουκουβάγιας ακούστηκε πάλι καθαρά, επίμονα.

Ο Φώτης κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο κι έβγαλε κραυγή λύκου που ουρλιάζει, τεντώνοντας το κεφάλι όμοιο ζωντανό. Το μήνυμα ήταν σαφές: η αποψινή δράση αναβάλλεται. Η κουκουβάγια λούφαξε. Από μακριά ακούστηκε ένα γκιώνης. Τυχαίο; Ίσως. Ποιος  ξέρει;

Ο παπα-Στάθης παρακολουθούσε ήρεμα. Ήξερε. Δεν θα έκανε καμιά ερώτηση. Οι εποχές ήταν πολύ απροσδιόριστες και κάθε άνθρωπος κουβαλούσε τον δικό του σταυρό. Οι φιλοξενούμενοι δεν έπρεπε να νιώθουν ότι ανακρίνονται. Την ίδια γραμμή είχε και η παπαδιά. Μόνο αγάπη, αποδοχή και φιλοξενία. Τίποτα άλλο!

Ο Φώτης μπήκε ξανά στο σπίτι. Το κέφι είχε ανάψει για τα καλά στην παρέα. Μεζεδάκια αχνιστά και μυρωδάτα χάιδευαν τις αισθήσεις και όλη αυτή η θετική αύρα και η θαλπωρή τρύπωσε και ανέσυρε την ορφάνια του, που την είχε για καλά κλειδαμπαρώσει εντός του. Έτσι νόμιζε. Όμως αυτή βρήκε ευκαιρία να στήσει  έναν ανεξέλεγκτο χορό στέρησης και πεθυμιάς.

Συνέχισε να απολαμβάνει τη φροντίδα των γερόντων και τα χαμόγελα των επισκεπτών σαν θείο δώρο. Πόση δύναμη έχει τελικά η αγάπη; Αποδυνάμωσε ακόμα και την ξεροκεφαλιά του, που τη θεωρούσε ύψιστη αρετή. Σαν αθόρυβη σβήστρα εξαφάνισε το πείσμα και την πειθαρχία που τον χαρακτήριζαν.

Το πρωί, αξημέρωτα, ο Φώτης γλίστρησε στα δρομάκια του χωριού. Παράξενο! Εξαφανίστηκε και το αίσθημα του ανικανοποίητου που τον κατέτρωγε. Το φως από την αγάπη των δύο γερόντων έλαμπε μέσα του δαφνοστεφανωμένο. Πετώντας προχωρούσε για το κρησφύγετό του.

Η παπαδιά ξύπνησε κουρασμένη, μα γαλήνια. Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει ζεστά βότανα για όλους. Πάνω στο τραπέζι την περίμενε ένα σημείωμα. Φόρεσε τα γυαλιά της και διάβασε.

«Ευχαριστώ για όλα. Ο Βασιλεύς των ορέων, Φώτης Γιαγκούλας»

Σκούπισε ένα δάκρυ επίμονο και μονολόγησε: Αχ, γιόκα μου!

Στην επίσκεψη του αποσπάσματος της χωροφυλακής απάντησε ότι δεν είχε δει κανέναν όπως τον περιγράφουν.

Την ίδια στιγμή το σημείωμα που φώλιαζε στον κόρφο της μειδιούσε ευχαριστημένο.

Βιογραφικό Αγγελικής Θάνου

Η Αγγελική Θάνου του Γεωργίου και της Μαρίας γεννήθηκε στα Κανάλια της Μαγνησίας και κατοικεί στο Βόλο. Υπηρέτησε την Προσχολική Εκπαίδευση ως Νηπιαγωγός και ως Σχολική Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής στην Μαγνησία και στις Κυκλάδες. Είναι Διδάκτωρ του Παιδαγωγικού Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Αφότου έχει αφυπηρετήσει ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή. Δεκατρία βιβλία φέρουν το όνομά της. Το βιβλίο της με τον τίτλο «Ποιήματα – Σχήματα» με εικονογράφηση του Βολιώτη ζωγράφου Δημήτρη Μοράρου από τις εκδόσεις Πηγή μπήκε στη χρυσή λίστα 2019 του εκπαιδευτικού portal ELNIPLLEX.COM.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.