Μετωπική επαφή, ουσιαστική συνάντηση.
Άνοιξα τις «Ιστορίες εν Πλω» εντελώς ανίδεη. Δεν ζήτησα να μάθω κάτι για το περιεχόμενο του βιβλίου απ’ τη συγγραφέα, ούτε κι εκείνη μου είπε. Μπήκα με δική μου ευθύνη. Καλύτερα. Γιατί τότε μπορεί να με έπαιρνε λιγότερο απ’ τα μούτρα, να χανόταν η έκπληξη της ανακάλυψης, της
Ποιος είναι ο τόπος των ιστοριών; Ένα πλοίο που κινείται στην Αδριατική, με τις καμπίνες, τα μπαρ, τα σαλόνια, τη χαρτοπαιχτική λέσχη του, τους πλοιοσυνοδούς και τον καπετάνιο του. Μια προσωρινή συλλογική κοινότητα. Την ίδια στιγμή τόπος και δυστοπία.
Κάθε καμπίνα και μια ιδιωτική ιστορία. Η σάλα, ο χώρος όπου καταρρέουν οι ιδιωτικότητες, ένας μηχανισμός που θέτει σε κίνηση τις σχέσεις, δηλαδή τις συγκλίσεις, τις αποκλίσεις και τις παρεκκλίσεις.
Ανάμεσα στους ταξιδιώτες συναντάμε τον Πιερ, που όταν δεν κρατά τα πινέλα τα χέρια του γίνονται χέλια.Τη Βέρα, γύρω στα 30, με απλωμένες στο κρεβάτι της καμπίνας τις δέκα κούκλες της. Τη δεσποινίδα με τη χελώνα υπό μάλης που πηγαινοέρχεται από το σαλόνι στο μπαρ. Την κοκκινομάλλα στο πιάνο που παίζει τα Nocturnes του Σοπέν. Τον Πέτρο και την Ηρώ. Την Ιουλίτα με το άρρωστο δόντι της. Τον Χοσέ και το δέντρο του, που κουβάλησε απ’ την πατρίδα του. Και τους πρόσφυγες, σε ένα άλλο ταξίδι αυτούς, την έγκυο Ελντινέ, τη Ριόλ, τον Σινάι, τη Χάνα, τη Ταϊρά, τον Ορχάν, τον Ξαϊρέ.
Από την πρώτη κιόλας ιστορία εισπράττουμε ότι πρόκειται για γραφή υψηλού ρίσκου. Μια γλώσσα που δεν υπηρετεί μόνο το συναίσθημα ή τη σκέψη, αλλά τα παράγει.
Τις ιστορίες διατρέχει η αίσθηση του κατεπείγοντος. Μονίμως κάποιος — και κάτι — κινδυνεύει. Άλλοτε αφηρημένα, άλλοτε απολύτως σωματικά, όπως με τους πρόσφυγες στη βάρκα τους. Από το δεύτερο μισό του βιβλίου εισέρχονται έντονα στο προσκήνιο της αφήγησης και ανοίγουν οι κύκλοι της σπείρας που δονεί τις ισορροπίες μεταξύ εκείνων και των άλλων ταξιδευτών.
«Η βάρκα γέρνει, το κύμα έχει φτάσει ψηλά. Συμπλέγματα τελευταίων ακτίνων, η μηχανή έχει σβήσει, τέλειωσαν τα καύσιμα· τώρα κουπί, μα το κύμα είναι ψηλό· τώρα προσευχή, μα Θεός δεν υπάρχει· τώρα η σάρκα μυρίζει γέννα και ο θάνατος υάκινθος, σφυγμός στη γαλάζια του στάχτη»
Θα τους σώσουν; Μα πώς αλλιώς; Ο καπετάνιος τι λέει; Και οι ταξιδιώτες; Είναι υπέρ ή κατά; Είναι με το λευκό γιασεμί ή το κόκκινο τριαντάφυλλο; Μια επιλογή που δεν είναι αισθητική. Είναι βαθιά ηθική.
Η γραφή που τροφοδοτεί και κινεί την ιστορία δημιουργεί συνεχώς πρωτογενείς εικόνες: ενσώματες εντάσεις, εμπειρίες προγλωσσικές, σχέσεις μοναδικής ιθαγένειας.Άλλοτε με υπερπύκνωση, άλλοτε με αφαίρεση. Μια γλώσσα τόσο υπερρεαλιστική όσο και ηθικά ενεργή, εκτεθειμένη σε διλήμματα. Γλώσσα υπεύθυνη.
Και πάντα με χειρουργική ακρίβεια, που εξημερώνει το ανοίκειο. Γιατί η παρέκκλιση δεν βρίσκεται έξω από το κανονικό, αλλά ενσωματωμένη σε αυτό: σε γνώριμες λεπτομέρειες και οικείες αισθήσεις. Έτσι, όλο αυτό παράγει νόημα — αφορά.Πρόκειται για έναν αφομοιωμένο υπερρεαλισμό, εκείνον που αναδεικνύει τη συνάφεια του ετερόκλητου, τη συνοχή του ασύνδετου.
Η συγγραφέας δεν φοβάται «τις συσχετίσεις που τολμούν και τις απαράδεκτες παρομοιώσεις». Αντιθέτως, όπως λέει η Μαρία Νεφέλη, φέρεται σαν από αυτές να εξαρτάται ο κόσμος.Φαίνεται να έχει χωνέψει για τα καλά τη θέση του Breton: «Η ομορφιά θα είναι σπασμωδική ή δεν θα είναι». Και πράγματι — πόση ομορφιά μπορεί να κρύβει «η τυχαία συνάντηση, πάνω σ’ ένα ανατομικό τραπέζι, μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας» του de Lautréamont. Όμως εδώ δεν πρόκειται για υπερρεαλιστικές ασκήσεις. Η ανάγκη για νοηματοδότηση, για αποκάλυψη των μυστικών σχέσεων, είναι μονίμως παρούσα — ως χειρονομία δεξίωσηςτου άλλου.
Είναι αδύνατον να διαβάσεις τις ιστορίες της συγγραφέως και να μη τρέξει ο νους σου σε πίνακες ζωγραφικής.
«Το δέντρο που κουβαλά στην καμπίνα του ο Χοσέ — εκείνη τη νύχτα — μεγαλώνει: πετά κλαδιά και ρίζες, εκτείνεται και βυθίζεται, χτυπά το πάτωμα, διαπερνά τον μπουφέ, διακλαδίζεται ως την ορχήστρα, ανασηκώνει το δάπεδο.»
Αυτό το δέντρο, που ξεπηδά από τους τοίχους, θυμίζει το δέντρο που βγαίνει από το τζάκι του René Magritte. Κι έπειτα, ο εμβληματικός «Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων» του Ιερώνυμου Μπος, ξεπηδούσε συχνά, σε κάθε εφιαλτική συσχέτιση, σε κάθε αναπάντεχο συνταίριασμα που — με έναν δικό του τρόπο — έβγαζε νόημα. Το δικό του, οργανικό νόημα.
«Σου γράφω για να ξέρεις πώς αισθάνομαι. Σήμερα έφερα στη ζωή μια λυσσασμένη γάτα. Αιωρείται σε μια σχεδία πάνινη. Μια φωνή μού λέει πως ήταν πριγκίπισσα. Στο τρίχωμά της, φυτεμένοι σουγιάδες από αλάβαστρο, τα πόδια της κοκαλωμένα και τα μάτια της ορθάνοιχτα. Δύο παραλίες συγκρούονται στο άνοιγμα των βλεφάρων της.»
Οι ήρωες των ιστοριών συχνά — όταν δεν παραληρούν — φιλοσοφούν. Σαν να βρίσκονται στον Ιλισό, κάτω από ένα πλατάνι,ή στην Ελβετία, στις Άλπεις όπως οι ήρωες του Μαγικού Βουνού — ήρωες, κι αυτοί, ενός μαγικού πλοίου.Διατυπώνουν υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα. Ερωτήματα για τη σχέση του δημιουργού με το έργο. Για τον χρόνο. Τον έρωτα. Για τη μητρότητα — «χαμογελάς, σε κουνώ και κουνώ όλη τη διάταξη της ζωής μου». Και κυρίως για τη σχέση με τον άλλον, την κατεξοχήν ηθική σχέση.
Η Βέρα λέει: «Κάθε τι που αγγίζεις διακόπτει την έρημό του, την ησυχία του εκβαλλόμενου τρόμου του», ή αλλού: «Η αποπνικτική εικόνα να σε κοιτάζουν χωρίς να σε αντιλαμβάνονται είναι κάτι βίαιο».
Ο Πιερ και ο πλοιοσυνοδός συνομιλούν:
«— Τι σημαίνει απεικόνιση;
— Βγάζω κάτι απ’ την εικόνα του.»
Και:
«-Ποια η βαθύτερη επιθυμία σας;
-Να συναντήσω το άγνωστο πρόσωπό σας. Όλη η μαγεία είναι εκεί. Να αποτυπώσω κάτι που εσείς δεν γνωρίζετε
-Δηλαδή κάτι από τον χρόνο μου.
-Ακριβώς. Κάτι από την οξείδωση που έχει εμφανίσει ο χρόνος σας.»
Ο Κρίστοφερ με τον Αντριάν:
«— Οτιδήποτε τραβά την προσοχή μας προκαλεί ιστορικότητα.
— Τι σημαίνει ιστορικότητα;
— Ό,τι αξιολογείται με τα μάτια του θανάτου.»
Θα τους απαντούσε ίσως ο Μπέκετ, από το «Τέλος του Παιχνιδιού», μέσω του Κλοβ και του Χαμ:
Κλοβ: Τι ναι, Χαμ;
Χαμ: Λες να αρχίζουμε να… να σημαίνουμε κάτι;
Κλοβ: Να σημαίνουμε; Εγώ και εσύ να σημαίνουμε! (κοφτό γέλιο) Άλλο πάλι και τούτο!
Οι ιστορίες είναι κατάστικτες από σύμβολα. Δεν έχουμε πάντα τα κλειδιά της αποκρυπτογράφησής τους. Και ούτε χρειάζεται.Μία από τις βασικές λειτουργίες των συμβόλων είναι, άλλωστε, να λειτουργούν πρωτογενώς.Αυτό που χρειάζεται δεν είναι ερμηνεία αλλά άνοιγμα στην πιθανότητα. Κάπως έτσι δεν κερδίζεται κι η σχέση;
