Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΕ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΖΩΗΣ
Τι θα ήταν άραγε ο άνθρωπος εάν δεν είχε τη μαγική δύναμη να ονειρεύεται; Εάν ήταν υποχρεωμένος να (από)δέχεται απλώς όσα γίνονται, τις πράξεις τις τετελεσμένες, τις επιβεβλημένες συνθήκες, τις ετεροδιαμορφούμενες επιλογές, οι οποίες πολλές φορές φαντάζουν και επαναλαμβανόμενες; Μάλλον θα ζούσε μια ζωή πνιγηρή και πληκτική, έναν βίο ισοπεδωτικό χωρίς έμπνευση, χωρίς αξιώσεις χαράς. Κάπου εδώ έρχεται η ποίηση να σπάσει τις (περι)χαρακώσεις της τυπικής, σοβαρής και αντικειμενικής πραγματικότητας, να απελευθερώσει το ον από τα βάρη της άχαρης ζωής και να μετατρέψει τον βίο σε ένα ταξίδι, όπου το μυαλό παίζει παιχνίδια κλείνοντας το μάτι στη σάρκα που πολλές φορές παρακολουθεί άναυδη. Αυτό το ταξίδι μας καλεί να κάνουμε στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Φέγγος καπνών» η Ζωγραφιά Οτζάκη. Ήδη από τον τίτλο δημιουργούνται ερωτήματα: τι είναι αυτό που φέγγει μέσα από τους καπνούς; Τι είναι αυτό που φωτίζει και λάμπει ακόμη και αν περιβάλλεται από καπνούς; Η ποιήτρια μας καλεί σε ένα παιχνίδι του μυαλού ικανό να κινητοποιήσει τη φαντασία μας και μέσω αυτής να γίνουν κατανοητά όλα όσα διαμορφώνουν τους όρους του φωτός αλλά και του καπνού, της σκοτεινιάς. Αναζήτηση λοιπόν του φέγγους, του φωτός, μέσα από τις δυσκολίες που παρουσιάζουν οπτικά , και όχι μόνο, οι συσκοτιστικοί και πνιγηροί καπνοί.
Η συλλογή δομείται σε έξι ποιητικές ενότητες, διαφορετικής έκτασης η καθεμιά· ο ελεύθερος στίχος κυριαρχεί σε όλες , πολύ συχνά μένει μετέωρος και δεν ολοκληρώνεται λογικά, λίγες λέξεις χωρίς ρήματα, όπου καλείται ο αναγνώστης να συμπληρώσει ό,τι λείπει και τελικά με έναν τρόπο μαγικό οι μετεωριζόμενοι αυτοί στίχοι «δένουν» μεταξύ τους δημιουργώντας ένα καταρχάς ονειρικό ποιητικό περιβάλλον όπου όμως είναι διακριτές τόσο η σύγχρονη πραγματικότητα όσο και η οπτική της ποιήτριας. Οι λέξεις απλές, ο λόγος γοητευτικά ασαφής, ώστε να μπορεί να ρέει ελεύθερα επιτρέποντας ταυτόχρονα πολλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις αυτού του ταξιδιού ζωής. Οι έξι ενότητες της συλλογής ονομάζονται ως σταθμοί (πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και τέρμα) επιβεβαιώνοντας την πρόθεση της ποιήτριας να παραλληλίσει τον βίο με ταξίδι. Πέρα από την τυπική θα λέγαμε ονομασία των σταθμών κάθε υποενότητα χαρακτηρίζεται ποιητικά (Στη ραχοκοκαλιά του Αλόγου, Στην αγορά του κόσμου, Στο χαρωπό σας ράμφος, Στο αλωμένο σύνορο, Στα σωθικά της πεταλούδας) ορίζοντας ένα νοερό παιχνίδι μνήμης και βίωσης των γεγονότων αλλά και του τρόπου που μετουσιώνονται σε ποιητικό λόγο.
Η ραχοκοκαλιά του αλόγου ως πρώτος σταθμός του βίου συμβολίζει τα πρώτα νιάτα, τη δύναμη,(«να πω πως νίκησα τον άνεμο»),τον πειραματισμό, («αν ανταμώναμε τον Αύγουστο γυμνοί/ λές τότε να γινόταν καλοκαίρι;»), την επιθυμία ,(« τρία κυκλάμινα οδηγέ/ δεν αργώ/ μια μεταφύτευση στα γρήγορα»), την πίστη στο όνειρο, («ολοταχώς τη σκούπα μου τον παλαβό μου ήρωα και γίνομαι καπνός»), αλλά και την ελπίδα(«να σκαρφαλώνω σούρουπο στ’ απόκρυφα/ όλο για χάρη σας»).
Σταθμό τον σταθμό, τα χαρακτηριστικά αυτά ως στοιχεία πρόσληψης του περιβάλλοντος χώρου αντικαθίστανται από στάσεις εύκολα αναγνωρίσιμες στο παρόν που έχουν διαμορφωθεί στον κοινωνικό χώρο σε σχέση με τις διαψεύσεις των προσδοκιών λόγω των συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στην καθημερινότητα. Η γνώση των προσωπικών αδιεξόδων, η ισοπέδωση των προσωπικών σχέσεων, η κυριαρχία του συμφέροντος σε συνδυασμό με την πλήρη απαξίωση ανθρωπιστικών ιδανικών προσλαμβάνονται ως εμπόδια του φέγγους χωρίς πάντως να ακυρώνεται ο αισιόδοξος προσανατολισμός του λόγου: φαίνεται ότι η λαμπρότητα του φωτός υπερισχύει στη συνείδηση του ποιητικού υποκειμένου και υπερνικά τα εγνωσμένα εμπόδια που δημιουργεί η πραγματικότητα. Ακόμη και όταν ο άνθρωπος επιτίθεται στον συνάνθρωπο αυτό καταγράφεται στη συνείδηση του ποιητικού υποκειμένου αλλά δεν παρεμποδίζει τη συνέχεια της αισιόδοξης οπτικής, που κατατέθηκε στην πρώτη ενότητα. Παραθέτω από τον τρίτο σταθμό με υπότιτλο «Στο χαρωπό σας ράμφος» το ποίημα «Ίσως εάν ή πιθανότατα», που συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της ποιητικής της Οτζάκη:
Την αμφιλύκη ακούω ή μήπως
Τ’ αλληλούια
Τα μάτια σας τους ήλιους
Ή σάμπως εμένα να κερνώ
Το φως το στήθος μου ολόκληρο
Το γέλιο
Τσιμπολογάτε λεύτερα
Εκτός σκληρό κουκούτσι
Κάτι προσμένω
Ίσως εάν ή πιθανότατα
Ε ναι
Κατάσαρκα τσιμπάτε
Να κρέμομαι ολόφωτη
Στο χαρωπό σας ράμφος
Και εδώ το όνειρο παίζει κυρίαρχο ρόλο τόσο στην πρόσληψη της πραγματικότητας όσο και στην ποιητική αναπαράστασή της: η ποιήτρια επιτρέπει στα όρνεα να ορμούν τσιμπολογώντας μέρη του σώματος της, κατατρώγοντας τη σάρκα της· στα σημεία αυτά η κυρίαρχη προστακτική «τσιμπολογάτε» σε συνδυασμό με την εναλλαγή των ρηματικών προσώπων «ακούω, προσμένω, τσιμπάτε» αλλά και την αύξηση ονοματικών συνόλων «το φως το στήθος μου ολόκληρο/σκληρό κουκούτσι/χαρωπό ράμφος» , μέσω των οποίων αποδίδεται η ανθρωποφάγα διάθεση του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπο, όπως αποδίδεται από την ποιήτρια μέσω της εικόνας των ορνέων που επιτίθενται στο ανθρώπινο σώμα ,συνιστούν ένα πολύ γοητευτικό εύρημα της ποιήτριας διότι έτσι αφενός αποδίδεται το εφιαλτικό παρόν που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος αφετέρου τονίζεται η ανωτερότητα της οπτικής του ποιητικού υποκειμένου που αντιλαμβάνεται το γεγονός αλλά δεν ανταποδίδει στα ίσα. Επομένως τονίζεται η αξία της ελεύθερης επιλογής του όντος που συνειδητά επιλέγει να μην παρασυρθεί από το σκοτάδι και τη μαυρίλα, η δυνατότητά του να αντισταθεί στη σκοτεινιά και να συνεχίσει να ακολουθεί ό,τι η ευαισθησία αλλά και η γνώση επιβάλλουν. Διακειμενικά μπορεί εύκολα να εντοπιστεί ένας διάλογος μεταξύ έργων που χρησιμοποίησαν το ίδιο μοτίβο ( κινηματογραφική ταινία «Τα πουλιά», «Προμηθέας δεσμώτης» κ.α.) το οποίο διαπραγματεύεται την κατάσταση του πάσχοντος ανθρώπου, όπου τα όργανα του πάθους, τα πουλιά, λειτουργούν αντίθετα με τις ιδιότητες που τους αποδίδει η λαϊκή τέχνη. Έτσι καταργούνται οι τυπικοί συμβολισμοί π.χ. της γονιμότητας, της αθωότητας, της ελευθερίας ή της πνευματικότητας. Το όνειρο αποδεικνύεται λυτρωτικό και σε αυτήν την περίπτωση: είναι ένα βάλσαμο, ένα βοτάνι που επουλώνει τις πληγές και παράλληλα ισχυροποιείται ως βασικό στοιχείο της προσωπικότητας, ώστε η πραγματικότητα να βιώνεται λιγότερο τραυματικά.
Οι επόμενες ενότητες αποτελούν την ποιητική εμπραγμάτωση όσων η ποιήτρια έθεσε ως κυρίαρχους όρους του εαυτού και της συνύπαρξής της με τους άλλους σε μια κοινωνία που φαίνεται ότι μεγάλο μέρος της παραδίδεται αμαχητί στο επιφαινόμενο και στη δηθενιά αποσιωπώντας (άραγε συνειδητά;) όσα μπορούν να ωραιοποιήσουν τη ζωή και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση όρων ικανών να καταστήσουν τον βίο αξιοβίωτο. Οι κοινωνικές διαιρέσεις, οι στερεότυποι διαχωρισμοί, το κομμάτιασμα της ζωής ( « να πω υπάρχω πια ολόκληρη/ έστω για λίγο/ ακομμάτιαστη»), η προσπάθεια να αντέξουμε πράγματα που μας ξεπερνούν «δεν όχι όχι/ θα πνιγώ μα/ πάλι -ναι πάλι-σε αντέχω»), το ατελέσφορο της προσπάθειας που δεν ακυρώνει την επιθυμία («εν τέλει τάφος/ σε λαχταρώ»), η δυναμική του έρωτα που υπερισχύει τελικά όλων των λαθών(«Νόστιμον ήμαρ το σχήμα σου/καλώ τα σαρκοβόρα όνειρα/γι’ ανέσπερον εδώ βωμόν/ για σένα») αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο υφαίνει η Οτζάκη την αλήθεια που ψάλλει αποκαλύπτοντας μεν τις στρεβλώσεις αλλά χωρίς να αποποιείται τον προσανατολισμό προς το όνειρο. Από αυτήν την άποψη η ποίηση της Οτζάκη συνομιλεί ισχυρά με το κυριότερο ίσως χαρακτηριστικό του υπερρεαλισμού όπως εκφράστηκε στον χώρο των Βαλκανίων: η έμφαση στον ονειρικό κόσμο, η δυναμική της φαντασίας, η λυτρωτική σύνδεση ανόμοιων ή ανομοιογενών στοιχείων, που όμως διαμορφώνουν τελικά ένα νόημα προσανατολισμένο στη σύγχρονη πραγματικότητα· στην περίπτωση της Οτζάκη (αλλά και του Πόπα) η εστίαση είναι κοινωνική· στην περίπτωση άλλων υπερρεαλιστών (όπως π.χ ο Πάβλοβιτς ή Πόποβιτς) ο προσανατολισμός είναι σαφώς πολιτικός.
Στον τερματικό σταθμό αυξάνει η ούτως ή άλλως έντονη εσωτερικότητα της πρόσληψης του κόσμου στην εξωτερική του μορφή. Τα συμπεράσματα πληθαίνουν όπως και οι εκκλήσεις στον άλλον, στο «εσύ» ·στις περιπτώσεις που το «εσύ» ονοματίζεται είτε πρόκειται για άτομο του πραγματικού κόσμου (π.χ. η μάνα) είτε πρόκειται για πρόσωπα του μύθου (Αντιγόνη, Ισμήνη ή Κρέοντας·) η ποιητική στόχευση συγκεκριμενοποιείται: το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί , και το κατορθώνει, να δώσει μορφή σε βιώματα , σωματικά και πνευματικά, που την έχουν διαμορφώσει . Όπου το «εσύ» παραμένει αόριστο αυξάνεται η ασάφεια στην εκφορά συμπεριλαμβάνοντας και τον αναγνώστη. Σε αυτές τις περιπτώσεις ενεργοποιείται ο ρόλος του τελευταίου ως προς την κατανόηση, γεγονός που στο «Φέγγος Καπνών» παρουσιάζεται σε μεγαλύτερη έκταση σε σχέση με τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές της Οτζάκη.
Το κάλεσμα προς το γνήσιο, το αληθινό, το ικανό να μας σώσει ταυτίζεται με την πνευματικότητα και την « αλήθεια» του ονείρου · η ποίηση αποτελεί έναν χώρο ικανό να μας προφυλάξει από την ασχήμια και την ψευτιά, ένα πνευματικό και συναισθηματικό αποκούμπι, μια συνειδητή καταφυγή όλων όσοι αναζητούν την αλήθεια και την ομορφιά. Από αυτήν την άποψη είναι ενδεικτικός ο τελευταίος στίχος της υποενότητας και παράλληλα όλης της ποιητικής συλλογής «Έλα να σχίσουμε μαζί το τελευταίο ρούχο»: έλα εσύ άνθρωπε να νιώσουμε πάλι γνήσιοι και αληθινοί σχίζοντας τα ρούχα που μας φορτώνουν έγνοιες, σκοτούρες και βάσανα μετατρέποντάς μας πολλές φορές σε απλά εργαλεία των ρόλων που επιτελούμε και στερώντας μας τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε την αξία των συναισθημάτων αλλά και την αναγκαιότητα έκφρασής τους με τρόπο ειλικρινή και απροσποίητο.
Η συλλογή αποτελεί έναν ύμνο στην ανάγκη του όντος, ως κοινωνικού υποκειμένου, να σπάσει τα δεσμά της σύγχρονης, τυπικής και εν πολλοίς επιφανειακής οπτικής, που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του ανθρώπου στο παρόν· τονίζει την αναγκαιότητα του ονείρου ως στοιχείου απαραίτητου της ζωής συνδέοντάς το με τη σωτήρια για τον άνθρωπο και την τέχνη λειτουργία της φαντασίας· τα παραπάνω αποτελούν το «φέγγος», το απαραίτητο φως, μέσω του οποίου δύναται ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει τους «καπνούς» που τον περιβάλλουν καθιστώντας τον έρμαιο συνθηκών, που κατά βάθος δεν επιθυμεί. Παράλληλα με την παρούσα συλλογή επιβεβαιώνονται τα χαρακτηριστικά της ποιητικής της Οτζάκη: ένας ποιητικός λόγος σύγχρονος, έντονα γυναικείος, γοητευτικά ασαφής, με ανοιχτά παράθυρα σε ποικίλες προσλήψεις των επιμέρους μερών, με κοινωνικούς προσανατολισμούς που εντάσσονται άμεσα στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί σήμερα και αφορούν μεγάλο μέρος, αν όχι το σύνολο, της κοινωνίας.
