You are currently viewing Χρήστος Δ. Αντωνίου: Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή “Ενθάδε” του Ζαχαρία Σώκου (Εκδ. Μελάνι, 2025)

Χρήστος Δ. Αντωνίου: Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή “Ενθάδε” του Ζαχαρία Σώκου (Εκδ. Μελάνι, 2025)

Ο Ζαχαρίας Σώκος,μετά τις τρεις πρώτες ποιητικές του συλλογές: Άλλα ρούχα (Γαβριηλίδης, 2015),Διπλή προσπέραση (Μελάνι, 2017), Όταν ο Αμαντέους συνάντησε τον Άγιο Γεράσιμο στον θάλαμο 218(Ενύπνιο, 2022)μας έδωσε πέρισυ μια καινούργια συλλογή με τίτλο Ενθάδε (Μελάνι, 2025). Και όπως με τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές του («Απόστροφος», 3ο πρόγραμμα της ΕΡΑ)με την πλούσια  θεματολογία τους και την ουσιαστικότητά τους, ξεχώρισε ως δημοσογράφος  με ήθος, αμεσότητα και στοχαστικότητα, έτσι και τώρα με το σύνολο των μέχρι τώρα ποιητικών του συλλογών, ξεχώρισε ως ένας δόκιμος ποιητής.

Πρέπει να δηλώσω ευθύς εξαρχής ότι η ποίηση του Σώκου με κέρδισε από την πρώτη κιόλας συλλογή για ορισμένους λόγους. Πρώτα, γιατί δεν έχει καμιά «δηθενιά»ούτε στη χρήση της γλώσσας ούτε στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Αντίθετα μάλιστα, γράφει «πολύ λιτά, δωρικά, θα έλεγα, με ειλικρίνεια, με αμεσότητα, χωρίς να φορτώνει το ποιητικό βίωμα με περιττό υλικό και περίτεχνες εκφράσεις», όπως έγραφα στην παρουσίαση της πρώτης του ποιητικής συλλογής Άλλα Ρούχα.Ύστερα,γιατί δεν διαπερνά την ποίησή του καμιά οίηση. Έχει πλήρη συνείδηση του υλικού του και της ποιητικής του πράξης:

Θα ’ρθω μια νύχτα, θα το δείτε,
ρετάλια να μαζέψω
τα παλιά μου κομμάτια
κι ό,τι μπορώ θα ξαναϋφάνω
σώματα και ψυχές σπαταλημένες. (Άλλα Ρούχα,Το Καπλάνι της Σάμου, σ. 42)

Για τους ναρκισσευόμενους μάλιστα ποιητές αφιερώνει στην νέα του συλλογή ένα καυστικότατο ποίημα:

Φορούσε ένα πρησμένο εγώ

Ίδρωνε να φανεί

Και νόμιζε

Και κορδωνόταν

Ούτε κατά διάνοια γνώριζε

Πως κάθε περηφάνεια

Αναζητεί αλλότριες εγκυρότητες

Μια ξένη ισχύ

Να υποταχθεί  (Ενθάδε, Περί κύρους, σ.69)

 

Ύστερα, γιατί τα ποιήματά του φανερώνουν την καθαρότητα του ψυχισμού του, την ειλικρίνεια της γραφής του, που για την ποίηση είναι νομίζω, το κύριο κριτήριο αξιολόγησης της ποιότητας:

Μην ξαναπάς εκεί 

Στήνουν καρτέρι 

Αλείφουν ιξό 

Σε βέργες πειραγμένες 

 

Πιάνουν ψυχές  

Που πάνε για νεράκι 

 

Εδώ τους γνέφουνε, εδώ  

Μ’ αυτό το εδώ

Που λένε πως υπάρχει 

Δεν υπάρχει, είναι παγάνα

Κι όλο ξεφεύγει

Και πάλι απ’ την αρχή ξανακινούν  

 

Δεν έχει τέλος

Μόνο αρχή ετούτο το παιχνίδι

Στο χέρι να σε βάλουν 

Θέλουν μόνο  

 

Μα είναι η τράπουλα αυτή    

Μ’ αόρατες νυχιές σημαδεμένη

Και εκεί που λες πως θα νικήσεις 

 

Χάνεις 

 

(Ενθάδε,Οι ξόβεργες, σ.63)

 

Έπειτα, γιατί είναι ποιήματα πολύ πρωτότυπα σε αντίθεση με πολλά άλλα που μηρυκάζουν παλαιότερη ποιητική ύλη. Πουθενά δεν φαίνεται να επιβαρύνονται με επιρροές από προγενέστερους ποιητές. Ούτε καν από τους σπουδαίους μας ποιητές της ονομαζόμενης γενιάς του ’30, οι οποίοι έχουν αφήσει τα ίχνη τους στους μετέπειτα, κι ούτε ασφαλώς από τους μεταπολεμικούς ποιητές. Αν και ο Σώκος έχει διανύσει την ποιητική ύλη αυτής της παράδοσης (Ας θυμηθούμε την εκπομπή «Απόστροφος» ΕΡΤ), ούτε σε περιεχόμενο (εκτός από τους κοινούς ποιητικούς τόπους) ούτε στη γλωσσική έκφραση θυμίζει κάτι από εκείνους. Οι λέξεις του δεν ανήκουν αποκλειστικά ούτε στη μοντέρνα ούτε στη μεταμοντέρνα ποίηση. Δεν χρησιμοποιεί δηλαδή λέξεις – σκοτεινά σύμβολα, αλλ’ ούτε και επιτρέπει να παρεισφρύσουν στα ποιήματά του ρηχές λέξεις, άδειες λέξεις, που δεν έχουν επίγνωση του προορισμού τους και της ευθύνης τους μέσα στο ποίημα. Αντίθετα κιόλας, έχουν πλήρη συνείδηση του ρόλου που διαδραματίζουν στη δημιουργία του ποιητικού παζλ και στην αποκάλυψη της αλήθειας του και του πάθους του. Επιλέγει τις λέξεις του με σύνεση, αλλά κυρίως με ηδονικό πάθος:

 

Ω λίβα, λίβα αλήτη

Μονολόγησε

Και μέλωσε το στόμα του στο λάμδα.

Που πάει να πει, αχ να ‘ξερες.     

 

(Ενθάδε,Μισάνοιχτη κουρτίνα, σ. 23)

 

Το γεγονός ότι δεν είναι μοντέρνα ποιήματα, με την αποκλειστική σημασία του όρου, όπως νομίζω, δεν σημαίνει ασφαλώς ότι δεν σχετίζονται με τις μεθόδους και τα βαθιά νοήματα του μοντερνισμού.Κάθε άλλο μάλιστα, είναι ποιήματα πολύ στοχαστικά,με καθαρό κοινωνικό προσανατολισμό. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί να ακολουθήσει την ανηφορική πορεία αυτού του στοχασμού, τα αγκομαχητά και τις σιωπές του. Είναι ένας βαθύς στοχασμός πάνω στα πάθη των ανθρώπων, έτσι κάπως, όπως τα εκφράζει ο Παπαδιαμάντης, για όσα λιγότερο ή περισσότερο βιώνουν οι άνθρωποι στην προσπάθειά τους να σταθούν στη ζωή, να αντισταθούν στον χρόνο που τους βυθίζει στη φθορά.

 

Τα παραπάνω θα γίνουν περισσότερο κατανοητά από την ειδικότερη αναφορά μου στην ποιητική συλλογή Ενθάδε.

 

Αυτή η συλλογή του Ζαχαρία Σώκου γίνεται φανερό, ύστερα από μια προσεκτική ανάγνωση, ότι αποτελεί ένα ενιαίο στοχαστικό σώμα, όπου η ποίηση δεν λειτουργεί ως έκφραση, αλλά ως δοκιμασία: δοκιμασία της μνήμης, της γλώσσας και, τελικά, της ίδιας της ανθρώπινης αντοχής απέναντι στον χρόνο και την ιστορία. Ο τίτλος, Ενθάδε λακωνικός, επιτύμβιος σχεδόν, δεν δηλώνει απλώς έναν τόπο. Δηλώνει μια συνθήκη: το «εδώ» ως σημείο, όπου συμπυκνώνονται τα πάντα, το παρελθόν, το παρόν, η φθορά.

Η συλλογή οργανώνεται σε τρεις ενότητες: α) Πώς να σας το πω β) Το Φρέαρ των Οινουσών και γ) Το γούπατο της μέρας. Αυτές οι ενότητες δεν αποτελούν απλώς θεματικές διακρίσεις, αλλά σταδιακές εμβαθύνσεις: από την ιστορία στους νεκρούς και από εκεί στο εσωτερικό τοπίο του χρόνου. Κι αυτές οι στοχαστικές εμβαθύνσεις καταδεικνύουν την ηθική στάση ζωής του Σώκου.Θα αναφερθώ στα κύρια και αντιπροσωπευτικά ποιήματα κάθε ενότητας.

 

Στην πρώτη ενότητα, η ποίηση συναντά το ιστορικό τραύμα όχι ως αφήγηση, αλλά ως εμπλοκή. Το κύριο ποίημα «Πώς να σας το πω», που είναι ίσως το καλύτερο αυτής της συλλογής, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ηθικής στάσης. Ο Πόντιος της Σεβαστούπολης, με τους «μελανούς αριθμούς / του τατουάζ», δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο, αλλά είναι φορέας μιας μνήμης που δεν μπορεί να αρθρωθεί. Η επαναλαμβανόμενη φράση «Πώς να σας το πω;» λειτουργεί ως μορφολογικός πυρήνας του ποιήματος, αποκαλύπτοντας όχι την αδυναμία του προσώπου, αλλά το αδιέξοδο της ίδιας της γλώσσας μπροστά στο τραύμα.

Η ποίηση εδώ δεν περιγράφει· αναπαράγει τη δυσλειτουργία της μνήμης. Η φράση «η μνήμη / είχε παραπανίσιο γρέζι» συνοψίζει αυτή τη συνθήκη: η ανάμνηση δεν ρέει, σκοντάφτει, τραυματίζει τη φωνή που την εκφέρει. Η κορύφωση, με τις «δυο τρύπες» στο τζάμι, που είναι μια εικόνα αμφίσημη ανάμεσα στο πραγματικό και το παραισθητικό, δεν λειτουργεί ως εντυπωσιασμός, αλλά ως υλοποίηση του τραύματος. Το νόημα είναι καθαρό: η μνήμη διαπερνά τον κόσμο, τον διαρρηγνύει.

Ήδη εδώ καθίσταται σαφές ότι η αδυναμία του ποιητικού ήρωα να ολοκληρώσει την αφήγησή του δεν είναι αισθητική επιλογή του Σώκου, αλλά ηθική στάση. Η αποφυγή δηλαδή αποτελεσματικών λέξεων δεν είναι άρνηση της ποιητικότητας, αλλά σεβασμός απέναντι σε ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς να αλλοιωθεί.

 

Η δεύτερη ενότητα, Το φρέαρ των Οινουσσών, διευρύνει αυτή τη στάση, μετατρέποντάς την σε μια ιδιότυπη Νέκυια. Οι νεκροί, προσωπικοί και συλλογικοί,  καλούνται όχι για να τιμηθούν, αλλά για να διασωθούν μέσα στη μνήμη του ποιητή. Η παρουσία μορφών,όπως ο Νίκος Καρούζος ή ο Μιχάλης Γκανάς, ο Σωτήρης Σόρογκας, ο Γιάννης Κοντός κ.ά., δεν λειτουργεί ως απλή αναφορά, αλλά ως ένταξη σε μια κοινότητα, όπου η μνήμη είναι πράξη ηθική.

Στο ομώνυμο ποίημα» «Το Φρέαρ των Οινουσών» αυτή η Νέκυια αποκτά μια δραματική επικαιρότητα. Ξεκινώντας από τον στίχο του Μανόλη Πρατικάκη («Το νερό αλάνθαστα γνωρίζει / το βάρος εκείνου που βυθίζεται»)ο Σώκος μετατοπίζει το νόημα από τη φυσική στην ηθική διάσταση: «Κι αν εκείνο που βυθίζεται / Είναι εκατοντάδες άνθρωποι…». Το βάρος δεν είναι πλέον μετρήσιμο,  είναι αβάσταχτο.

Η χρήση των ειρωνικών ερωτήσεων: «Πώς γίνονται οι μορφές τους σαν πατώσουν;Αντέχουν άραγε την τόση υγρή αφθονία/το τόσο βάρος;» δεν στοχεύει σε απαντήσεις, αλλά σε ένα κάλεσμα του αναγνώστη για συμμετοχή του στο οδυνηρό γεγονός της απώλειας τόσων ψυχών, και τη συγκρότηση της ηθικής στάσης του απέναντι σε τόσο απάνθρωπα γεγονότα. Το ναυάγιο δεν περιγράφεται, αλλά μετατρέπεται σε σκηνή σχεδόν θεατρική: «Παράσταση με ικέτιδες μανάδες/και νέους με λευκά κουστούμια». Η λέξη «παράσταση» λειτουργεί ως οξύ σχόλιο πάνω στη σύγχρονη πραγματικότητα αντιμετώπισης του πόνου εκ μέρους των ανθρώπων.

 

Η τρίτη ενότητα, Το γούπατο της Μέρας, μεταφέρει το βάρος από την ιστορία και τη συλλογική μνήμη στο εσωτερικό του ανθρώπου. Το «γούπατο», το χαμηλό σημείο της μέρας,  λειτουργεί ως μεταφορά του ύστερου χρόνου της ζωής, εκεί όπου η φθορά δεν είναι πια αφηρημένη, αλλά βιώνεται στο σώμα.Οι «παππούδες» που «σηκώνονται στα ξαφνικά… να βεβαιωθούν / πως πέρασαν… τον κάβο αυτής της μέρας» δεν αποτελούν απλώς σκηνή καθημερινότητας. Είναι μορφές υπαρξιακής εγρήγορσης. Η ζωή έχει περιοριστεί σε ένα ελάχιστο: τη διαρκή επιβεβαίωση της συνέχισής της.

Το ποίημα «Δυσκολίες ορισμού» λειτουργεί ως πυκνός στοχασμός πάνω στον χρόνο. Η αρχική απόπειρα ορισμού («Αναζητούσε λέξεις που να τον ορίζουν») αποτυγχάνει, οδηγώντας σε μια κρίσιμη διαπίστωση: «Απέμενε μόνο η αίσθηση των επιπτώσεών του». Ο χρόνος δεν συλλαμβάνεται ως έννοια, αλλά ως ίχνος πάνω στο σώμα και στην ψυχή.Οι μεταφορές που ακολουθούν: «βουβό μαστίγιο», «ατσάλινη λίμα», «μέγγενη» αποδίδουν τον χρόνο ως δύναμη φθοράς, αργή αλλά αδιάκοπη. Και έπειτα, ο ποιητής στρέφεται ειρωνικά στις κοινοτοπίες: «Δάσκαλος όλων είναι, λένε… ενώ τον λένε και γιατρό». Η ειρωνεία εδώ δεν αναιρεί την αλήθεια των φράσεων, αλλά κυρίως αποκαλύπτει την ανεπάρκειά τους.

Η τελική διατύπωση: «Κι εντέλει νικητής. Κυρίαρχος.» είναι σχεδόν γυμνή από ποιητικότητα. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο ισχυρή. Το ποίημα κλείνει με τη φράση «Ο χρόνος / Του χρόνου / Να ’μαστε καλά», όπου η γλώσσα αποδομείται και καταλήγει σε μια καθημερινή ευχή, σχεδόν μηχανική. Η ποίηση δεν προσφέρει λύση· καταγράφει την επιμονή της ζωής μέσα στην επίγνωση της φθοράς.

Συνολικά, το Ενθάδε συγκροτεί μια ενιαία ποιητική πρόταση που κινείται με συνέπεια και εσωτερική πειθαρχία. Ο Σώκος δεν επιδιώκει εντυπωσιασμούς,αποφεύγει τη ρητορική και τις λαμπερές λέξεις, επιλέγοντας μια λιτότητα που λειτουργεί ως μέσο αλήθειας. Η γλώσσα του συχνά φτάνει στα όριά της, τραυλίζει, επαναλαμβάνεται, σιωπά. Και ακριβώς εκεί, στο όριο της αδυναμίας της, αποκαλύπτεται η δύναμή της.

Το «ενθάδε», τελικά, δεν είναι μόνο τόπος. Είναι στάση ηθική:να στέκεσαι στο εδώ,  μέσα στη μνήμη, στη φθορά, στη σιωπή  και να επιμένεις να μιλάς, έστω και με «γρέζι» στη φωνή.

 

 

 

Χρήστος Αντωνίου

Χρήστος Αντωνίου

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ είναι δρ. Φιλολογίας και το διδακτορικό του εξετάζει τη «λαϊκή παράδοση» στο έργο του Γιώργου Σεφέρη, η ποίηση του οποίου τον απασχολεί και σε επόμενα βιβλία και άρθρα. Υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, χρημάτισε Διευθυντής Λυκείου και Σχολικός Σύμβουλος φιλολόγων στην Αθήνα, δίδαξε στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελών και στην Ακαδημία Λαμίας, σε επιμορφούμενους δασκάλους. Υπήρξε μέλος τριών Δ.Σ της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, και συνεργάζεται με πολλά περιοδικά.

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.